Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνέντευξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013


Λίγη κουβέντα με τον Γιάννο Λαμπή.

 

.....Πόση αλμύρα χωρά σ’ ένα δάκρυ παιδικό!

 

Κρυβόμενος  πίσω από ένα άσπρο σύννεφο καπνού από το τσιγάρο του, και χαμένος μέσα στα ερημικά μονοπάτια της σκέψης του, διακρινόταν το βλέμμα του να προσπαθεί να μετρήσει τις αλήθειες που ξεδιπλώνονταν μπροστά του κρατώντας στη ματιά του την μεζούρα του ήλιου. Σαν να προσπαθούσε να μετρήσει το φως που κρύβει η ανθρώπινη καρδιά.

 

« σε κάποια στιγμή της ζωής μου ένοιωσα την ανάγκη να σταθώ και να κοιτάξω τους ορίζοντες που ανοίγονταν μπροστά μου και να κοιτάξω κατάματα τους συνανθρώπους μου. Τότε ήταν που ένοιωσα τους κραδασμούς, το ερέθισμα και την ανάγκη να γράψω. Συνειδητοποίησα ότι στο ταξίδι της ζωής μου είχα μαζέψει αρκετά συναισθήματα, εικόνες και μυρωδιές και ότι ήταν η στιγμή που έπρεπε να ξαλαφρώσω τη ψυχή μου στέλλοντας όλα αυτά στους γύρω μου ».

 

Όποιος έχει διαβάσει και τα δύο μυθιστορήματα  του Γιάννου Λαμπή θα παρασυρθεί από ένα ταξίδι μέσα από εικόνες και συναισθήματα και θα παρατηρήσει πολύ καθαρά την έντονη αγάπη  αλλά και ανησυχία του για τον άνθρωπο  Όπως και η πρώτη του συγγραφική προσπάθεια το ‘ΙΟΚΑΣΤΗ», το δεύτερο μυθιστόρημα του "Ψάξε μέσα στη σιωπή μου", πραγματεύεται ένα θέμα που απευθύνεται στην ευαισθησία και τα αντανακλαστικά της σύγχρονης κοινωνίας

 

«Ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα είναι στενά συνδεδεμένος με το έργο του. Δεν πιστεύω ότι κατ’ανάγκη πρέπει να θεραπεύει ή να προτείνει λύσεις στα οποιαδήποτε κακά βλέπει, αλλά να τα παρατηρεί και να τα καταγράφει. Μέσα από το έργο του μιλά, και αυτά που θέλει να πει βρίσκονται πάντα εκεί ».

                         

Χαμογέλασε και για κάποιες στιγμές χάθηκε μέσα στη σιωπή του. Τραβώντας ακόμα μια χορτάτη ρουφηξιά από το τσιγάρο του άφησε τις λέξεις να ταξιδέψουν μαζί με τον καπνό.

«Αν σταθούμε μια στιγμή και κοιτάξουμε τους ορίζοντες που ανοίγονται μπροστά μας και τους γεμίσουμε με τη σιωπή μας, τότε θα δούμε να γεννούνται και να μεγαλώνουν τα οράματα. Και δεν μιλώ για τα καταναλωτικά όνειρα που έχει ο καθένας από εμάς. Μιλώ για εκείνα τα οράματα που θέλουν να διδάξουν την αγάπη προς το συνάνθρωπό μας. Εκείνα τα οράματα που μιλούν για μια πιο δίκαιη κοινωνία για όλους, γεμάτη αξιοπρέπεια και σεβασμό. Αυτά είναι και τα οράματα που γεννούνται μέσα στις ψυχές των απλών συνανθρώπων μας αλλά και μέσα στα σιωπηλά δάκρυα των παιδιών».

Δύο βιβλία που ξεδιπλώνοντας κάποιος τις σελίδες τους βλέπει να ξεπηδά από μέσα τους ζεστή η αλήθεια της σύγχρονης κοινωνίας. Με τη γλαφυρότητα του λόγου του βάζει κυριολεκτικά τον αναγνώστη στη θέση των ηρώων του και βιώνουν μαζί τους την ιστορία

 

« Όταν με ρωτάνε τι είναι για μένα η ‘ΙΟΚΑΣΤΗ’ , τους απαντώ ότι είναι ο απλός καθημερινός άνθρωπος που συνάντησα στο δικό μου ταξίδι. Είναι ο καθημερινός άνθρωπος που προσπερνάμε στο δρόμο σχεδόν πάντα αδιάφορα. Είναι ο άνθρωπος που μέσα από τα βάσανα και τους προβληματισμούς του, συνεχίζει να ονειρεύεται, ο άνθρωπος που σμίλεψε την ψυχή του με το λεπίδι της τέχνης, ( για την ΙΟΚΑΣΤΗ ο χορός) και την έκανε να ριζώσει πάνω σε γρανιτολίθαρα  για να αντέξει τα μανιασμένα κύματα της ζωής»

 

Το πρόσωπο του χάθηκε μέσα στις σκέψεις του και τη σιωπή του. Τράχυνε για λίγο...

«Το «Ψάξε μέσα στη σιωπή μου» είναι ουσιαστικά ένα βιβλίο για τους μεγάλους που αναφέρεται στην κακοποίηση και στην εμπορία παιδιών. Στο σύγχρονο κύκλωμα που εκμεταλλεύεται ουσιαστικά αθώα παιδιά, για το πρόσκαιρο κέρδος που δυστυχώς στις μέρες μας έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Είναι ένα «σκληρό» βιβλίο, είναι μια κάθετη και διεισδυτική ματιά μέσα στην κοινωνία χωρίς παραμορφωτικούς καθρέφτες και ωραιοποιήσεις της σήψης που υπάρχει και χαρακτηρίζει το σύγχρονο κόσμο ειδικά σ’ αυτό το θέμα».

Αφού σηκώθηκε,  στάθηκε στο παράθυρο και έμεινε να παρατηρεί τους περαστικούς...

«Τα ερεθίσματα μου προήλθαν από την αγάπη μου προς τα παιδιά και γενικά τον άνθρωπο που μου αρέσει να παρατηρώ και να εξετάζω τα όριά του. Μπορώ να πω αβίαστα ότι ήταν μια ψυχική ανάγκη και υποχρέωσή μου προς όλα τα παιδιά που τους έχουμε ετοιμάσει ένα μέλλον χωρίς να έχουμε αφήσει χώρο γι’ αυτά να μεγαλώσουν σαν παιδιά».

Όταν τον κοίταξα στα μάτια, δεν προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα μου και να κρύψει την θύέλλα της ψυχής του που καθρεπτιζόταν μέσα τους.

«Αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά το βλέμμα ενός κακοποιημένου παιδιού και το μελετήσει, τότε θα μπορέσει να δει το παράπονο, την οργή και τη θλίψη, αλλά και την απορία ζωγραφισμένη να ξεπηδά από μέσα του, «πού να γυρίσω το βλέμμα, και «ποιος ορίζοντας να κρύβει άραγε την αλήθεια του αύριο»;            Θα μπορέσουμε να γεμίσουμε τα κενά των παιδικών ψυχών μόνο αν αφυπνιστούμε και ξεφύγουμε από την αγκαλιά της αδιαφορίας. Θα πρέπει ο καθένας από εμάς να δει τα παιδιά όλα, σαν δικά του παιδιά, και με τη συμπάθεια και την αγάπη του να δώσει στήριγμα να ακουμπήσουν την ώρα που τα σκεπάζουν οι αμφιβολίες και ο φόβος τους προς τους μεγάλους και στο αβέβαιο αύριο. Τα υλικά αγαθά δεν είναι πάντοτε αρκετά. Εκείνο που αποζητά μια παιδική ψυχή αλλά ακόμα κι εμείς οι μεγάλοι είναι αγάπη και αποδοχή».

 

Είναι αλήθεια ότι και τα δυο μυθιστορήματα του  Γιάννου Λαμπή φανερώνουν έναν άνθρωπο που γράφει με πάθος και αλήθειες. Μπορεί κάποιος να διακρίνει το άρωμα της ψυχής του και το σχήμα της αγάπης που αναβλύζουν  μέσα από τις σελίδες των βιβλίων ή καλύτερα των πνευματικών παιδιών του, όπως τα χαρακτήρισα. Κοίταξε τη καύτρα του τσιγάρου του  και χαμογέλασε

« Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αγάπη προς τα παιδιά σου. Αλλά σίγουρα και μέσα στα μυθιστορήματα μου έχω βάλει την ψυχή μου. Εκεί βουτούσα τη πέννα μου και αντλούσα το μελάνι. Τώρα έχουν πετάξει μακριά από εμένα. Δεν μου ανήκουν πλέον. Είναι δικά των αναγνωστών και σ’αυτούς εναπόκειται πλέον πόσο καλό και μακρινό ταξίδι θα έχουν».

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να πει περισσότερα. Άλλωστε αυτά που θέλει πει βρίσκονται μέσα στα βιβλία του.

 

i – An.

ianjerryblogspot.com

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Αυτόπτης μάρτυς....

Ήταν ένα μικρό λουλούδι, από κείνα που φυτρώνουν στο πουθενά. Από κείνα που θέλουν τα ελάχιστα. Μια χαραμάδα χώμα και δυο στάλες ικμάδα, όσα χρειάζεται. Χαιρόταν την ομορφιά του κόσμου και τα χρώματα... το τραγούδι του ανέμου και τους τριγμούς του χωμάτου. Καλημερίζονταν τα πρωινά με τα ζωντανά της γης και τ’ ουρανού και μοιράζονταν τις καλησπέρες με τους αγουροξυπνημένους γρύλους. Με τη γριά χελώνα που περνούσε μια φορά κάθε εποχή –κάποτε του είχε πει πως ήταν τριακοσίων τόσο χρόνων και κόντεψε να ξεκόψει απ’ τις ρίζες του- και κουρνιάζοντας κάτω απ’ τη μικρή του σκιά μάθαινε τις αλήθειες του κόσμου. Και τούτη η γερόντισσα είχε να λέει τόσες ιστορίες που θα χρειάζονταν και μια δεύτερη ζωή για να τις μάθει όλες. Κάποτε, θυμάται, του 'χε πει: «Να χαίρεσαι την κάθε μέρα γιατί μόνον αυτή σου ανήκει. Το αύριο είναι μια πολύ μακρινή ιστορία και δεν μπορείς να το δρασκελίσεις αν δε ζήσεις το σήμερα. Και στο λέω αυτό για να θυμάσαι πως το τέλος φτάνει γρήγορα. Φορές-φορές καλπάζει σαν αλαφιασμένος αστός που έρχεται να χαρεί τη φύση και αφήνει συντρίμμια στο πέρασμά του...». Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί του τα ‘χε πει όλα εκείνα που δεν είχε καταλάβει. Όμως τα ‘χε δεχτεί γιατί ήξερε πόσο σοφή ήταν η γέρικη χελώνα. Κείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό είχε ανοίξει τα μάτια στο φως. Ή καλύτερα, είχε κλείσει τα μάτια στο φως γιατί ήταν τόσο εκτυφλωτικό που είχε νιώσει να τον ρουφά και να χάνεται σε μια πάναγνη και διάφανη αιωνιότητα που δεν την είχε ξανανιώσει. Το βουνί που όρθωνε τη γρανιτένια κορμοστασιά του, αυτός ο αλύγιστος αντάρτης στ’ ανεμοβρόχι και την θύελλα, είχε χάσει κάτι απ’ την πανώρια θωριά του, λες και τον είχε απορροφήσει το φως. Κι ένιωσε να 'ναι ένα φως που άγγιζε τα όρια του θανάτου. Ξαφνιάστηκε που έκανε μια τέτοια σκέψη. «Πώς μου 'ρθε τώρα αυτό;», σκέφτηκε. Κυλούσε η ώρα κι ο κόσμος πλημμύριζε απ’ τις οσμές της ομορφιάς και τους ήχους της χαράς. Κι εκείνη η «κακή σκέψη» όλο και ξεχνιόταν. Ώσπου ξαφνικά ένας εκκωφαντικός ήχος που δεν τον είχε ξανακούσει, ήρθε και τον άγγιξε. Κι όσο κυλούσαν οι στιγμές τόσο δυνάμωνε. Ένιωσε το ρίγος της οδύνης του ανέμου... ένιωσε το φως να ρυτιδώνεται λες και κάποια έγνοια οδύνης χαράκωσε το μέτωπό του. Κι ο ήχος πολλαπλασιάζονταν που τον έκανε να πιστέψει ότι σίμωνε το τέλος του κόσμου. Την επόμενη στιγμή η γη ταρακουνήθηκε. Τα δέντρα σαρώθηκαν, ο άνεμος ούρλιαξε και μια πελώρια φωτιά απλώθηκε να κάψει τη ζωή και τον κόσμο. Κομμάτια ενός άγνωστου πράγματος σκορπίστηκαν παντού. Καυτές ανάσες τον σάρωναν κι ένιωθε κάτι να θέλει να τον αρπάξει και να τον ξεκόψει απ’ τις ρίζες της ύπαρξής του. Κι όλ’ αυτά κράτησαν μια στιγμιαία αιωνιότητα. Κι όταν κόπασαν... κι όταν σήκωσε το κεφαλάκι του αντίκρισε τους ανθρώπους. Κομμάτια καυτής σάρκας που τα όνειρα και οι ελπίδες δραπέτευαν απ’ τα κλειστά τους βλέφαρα και τα ορθάνοιχτα βουνά χείλη. Και είδε δίπλα του ένα παιδί με την κουκλίτσα του σφιγμένη κατάσαρκα να προσπαθεί μες απ’ τη νεκρική του ακινησία να της αφηγηθεί τα λιγοστά παραμύθια που είχε μάθει στη μικρή του ζωή. Κοίταξε γύρω κι αντίκρισε ένα καινούργιο τοπίο. «Ποια ματαιοδοξία και απερισκεψία έκαμε τόσα συντρίμμια την ομορφιά;», σκέφτηκε. Το ήξερε όμως ότι απάντηση δεν θα είχε ποτέ. Ίσως αν είχε ζήσει η γέρικη χελώνα. Κι έπειτα ήρθαν οι άνθρωποι με τις μάσκες της οδύνης. Ενας πυροσβέστης έσκυψε πάνω του και είπε: «Εσύ πώς και γλίτωσες;». Λες και ήξερε πως ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυς της βιβλικής καταστροφής που άναψε η βουλιμία του ασεβή.