Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014


Αγάπη

 
Γυναίκες με λευκά, μακριά κι αραχνούφαντα νυχτικά

φυτεύουν κήπους μέσα στ’ όνειρο μου,

έχουν στεφανωμένα μαλλιά με ατρύγητο τριανταφυλλόκηπο

και δέρμα καμωμένο από πέταλα γαρδένιας, τα

βλέφαρα τους λάμπουν από ανεκπλήρωτο πόθο κι ηδονή,

γυμνόποδες ταράζουν τον ύπνο μου και με τυφλώνουν με τα γυμνά τους στήθη

καθώς σκύβουν και με ποτίζουν ροδόσταμο με τα υγρά κρινένια τους χείλη,

με αναπνοή ντυμένη με λέξεις βουβές, μελωδικές σαν προσευχή, ψιθυρίζουν

‘Μην αφήσεις την αγάπη να στερέψει μέσα σου, γιατί τότε πεθαίνεις’.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014


Τούτες τις μέρες

 

Ας  σταθούμε τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

μπροστά στα χρώματα τ’ ουρανού και της γης

και στο φως που σκορπά το όραμα της συμφιλίωσης
 

Ας γίνουν τα λόγια μας κόκκινα γαρύφαλλα και κόκκινα

τριαντάφυλλα κι αντάμα η άνοιξη της ελπίδας

θα στείλει τα ταξιδιάρικα πετούμενα της να πάνε το μήνυμα μας μακριά

κι όλοι μαζί ας βγούμε στους σκαμμένους

με ιδρώτα και αίμα δρόμους του κόσμου και της αλήθειας

να φωνάξουμε το δικαίωμα των λαών για ένα καλύτερο

κόσμο. Ας δώσουμε τα χέρια για ν’ ανθίσουν

κ’ οι ξεραμένες αυλακιές απ’ τις ρυτίδες της πίκρας

στις μορφές των προγόνων μας  που ο ήλιος των τρυφερών οραμάτων

σμίλεψε με το σμιλί  της αξιοπρέπειας
 

Οι άνθρωποι προσδοκούν ονειρεύονται

ελπίζουν κι αγωνίζονται για μια καλύτερη πατρίδα

για έναν καλύτερο κόσμο

για ένα καλύτερο αύριο

 
Τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

ας σφίξουμε τα χέρια μας για να μην βρει καμιά χαρακιά

και γλιστρήσει η ελπίδα

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013


Νάσαι καλά...

 

Με κοίταξες, μου μίλησες και τότε

Η καρδιά χαμογέλασε.

Ψέκασε και το αγέρι με το άρωμα της αγάπης

Τα σχήματα, τα χρώματα λες και βυθίστηκαν

στο καζάνι της ομορφιάς.

Προβάλανε αυθεντικά,

κρύβοντας την αλήθεια.
 

Δεν βιαζόμουν.. είναι όμορφα να περπατά κανείς

Στο δρόμο του έρωτα και της αλήθειας.

Πόσες και πόσες εικόνες απλότητας δεν εισέπραξα;

απαρατήρητες εικόνες που είχανε τόσα να μου πουν,

να μου θυμίσουν, κι ίσως να μου ξαναδιδάξουν

την απλότητα του αυθεντικού και του ωραίου.

Την ομορφιά της αγάπης και του να γνοιάζεσαι.

 

Η μέρα ήτανε διάφανη, λες και τη νύχτα ο ουρανός

έστειλε τη βρόχινη σκούπα του και καθάρισε

Ξέπλυνε τα ψέματα και τις ασχήμιες

Κι’ έτσι καθώς πήγαινα, είδα μια ανθισμένη

λεμονιά και κοντοστάθηκα. Ήθελα να πάρω και μια

ανάσα απ’ το καθημερινό μου λαχάνιασμα.

Την αγωνία του έρωτα

Την κοίταξα και... μέθυσα απ’ τη μυρωδιά

της. Απ’ τη μυρωδιά του αυθεντικού.

Ήταν σαν ένα χαστούκι η ομορφιά που με άγγιξε.

Κοίταξα τα κατάλευκα λουλουδάκια της

 και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα

πρέπει να είναι οι σταγόνες αγνότητας. Κι αναρωτήθηκα...
 

Πέρασες από δίπλα μου τυλιγμένη στα ψεύτικα λόγια σου,

γύρισα να κρατηθώ από τη λεμονιά..
 

Και κάτω απ’ όλ’ αυτά είδα

κάτι όνειρα σαν στημένες λεμονόκουπες που

καρτερούσαν, όπως και τα σκουπίδια,

τον οδοκαθαριστή, να τα μαζέψει.

Και σκέφτηκα ότι ίσως κάποια μέρα, να μαζέψει και τα

ΣΚΟΡΠΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ  ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Αυτόπτης μάρτυς....

Ήταν ένα μικρό λουλούδι, από κείνα που φυτρώνουν στο πουθενά. Από κείνα που θέλουν τα ελάχιστα. Μια χαραμάδα χώμα και δυο στάλες ικμάδα, όσα χρειάζεται. Χαιρόταν την ομορφιά του κόσμου και τα χρώματα... το τραγούδι του ανέμου και τους τριγμούς του χωμάτου. Καλημερίζονταν τα πρωινά με τα ζωντανά της γης και τ’ ουρανού και μοιράζονταν τις καλησπέρες με τους αγουροξυπνημένους γρύλους. Με τη γριά χελώνα που περνούσε μια φορά κάθε εποχή –κάποτε του είχε πει πως ήταν τριακοσίων τόσο χρόνων και κόντεψε να ξεκόψει απ’ τις ρίζες του- και κουρνιάζοντας κάτω απ’ τη μικρή του σκιά μάθαινε τις αλήθειες του κόσμου. Και τούτη η γερόντισσα είχε να λέει τόσες ιστορίες που θα χρειάζονταν και μια δεύτερη ζωή για να τις μάθει όλες. Κάποτε, θυμάται, του 'χε πει: «Να χαίρεσαι την κάθε μέρα γιατί μόνον αυτή σου ανήκει. Το αύριο είναι μια πολύ μακρινή ιστορία και δεν μπορείς να το δρασκελίσεις αν δε ζήσεις το σήμερα. Και στο λέω αυτό για να θυμάσαι πως το τέλος φτάνει γρήγορα. Φορές-φορές καλπάζει σαν αλαφιασμένος αστός που έρχεται να χαρεί τη φύση και αφήνει συντρίμμια στο πέρασμά του...». Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί του τα ‘χε πει όλα εκείνα που δεν είχε καταλάβει. Όμως τα ‘χε δεχτεί γιατί ήξερε πόσο σοφή ήταν η γέρικη χελώνα. Κείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό είχε ανοίξει τα μάτια στο φως. Ή καλύτερα, είχε κλείσει τα μάτια στο φως γιατί ήταν τόσο εκτυφλωτικό που είχε νιώσει να τον ρουφά και να χάνεται σε μια πάναγνη και διάφανη αιωνιότητα που δεν την είχε ξανανιώσει. Το βουνί που όρθωνε τη γρανιτένια κορμοστασιά του, αυτός ο αλύγιστος αντάρτης στ’ ανεμοβρόχι και την θύελλα, είχε χάσει κάτι απ’ την πανώρια θωριά του, λες και τον είχε απορροφήσει το φως. Κι ένιωσε να 'ναι ένα φως που άγγιζε τα όρια του θανάτου. Ξαφνιάστηκε που έκανε μια τέτοια σκέψη. «Πώς μου 'ρθε τώρα αυτό;», σκέφτηκε. Κυλούσε η ώρα κι ο κόσμος πλημμύριζε απ’ τις οσμές της ομορφιάς και τους ήχους της χαράς. Κι εκείνη η «κακή σκέψη» όλο και ξεχνιόταν. Ώσπου ξαφνικά ένας εκκωφαντικός ήχος που δεν τον είχε ξανακούσει, ήρθε και τον άγγιξε. Κι όσο κυλούσαν οι στιγμές τόσο δυνάμωνε. Ένιωσε το ρίγος της οδύνης του ανέμου... ένιωσε το φως να ρυτιδώνεται λες και κάποια έγνοια οδύνης χαράκωσε το μέτωπό του. Κι ο ήχος πολλαπλασιάζονταν που τον έκανε να πιστέψει ότι σίμωνε το τέλος του κόσμου. Την επόμενη στιγμή η γη ταρακουνήθηκε. Τα δέντρα σαρώθηκαν, ο άνεμος ούρλιαξε και μια πελώρια φωτιά απλώθηκε να κάψει τη ζωή και τον κόσμο. Κομμάτια ενός άγνωστου πράγματος σκορπίστηκαν παντού. Καυτές ανάσες τον σάρωναν κι ένιωθε κάτι να θέλει να τον αρπάξει και να τον ξεκόψει απ’ τις ρίζες της ύπαρξής του. Κι όλ’ αυτά κράτησαν μια στιγμιαία αιωνιότητα. Κι όταν κόπασαν... κι όταν σήκωσε το κεφαλάκι του αντίκρισε τους ανθρώπους. Κομμάτια καυτής σάρκας που τα όνειρα και οι ελπίδες δραπέτευαν απ’ τα κλειστά τους βλέφαρα και τα ορθάνοιχτα βουνά χείλη. Και είδε δίπλα του ένα παιδί με την κουκλίτσα του σφιγμένη κατάσαρκα να προσπαθεί μες απ’ τη νεκρική του ακινησία να της αφηγηθεί τα λιγοστά παραμύθια που είχε μάθει στη μικρή του ζωή. Κοίταξε γύρω κι αντίκρισε ένα καινούργιο τοπίο. «Ποια ματαιοδοξία και απερισκεψία έκαμε τόσα συντρίμμια την ομορφιά;», σκέφτηκε. Το ήξερε όμως ότι απάντηση δεν θα είχε ποτέ. Ίσως αν είχε ζήσει η γέρικη χελώνα. Κι έπειτα ήρθαν οι άνθρωποι με τις μάσκες της οδύνης. Ενας πυροσβέστης έσκυψε πάνω του και είπε: «Εσύ πώς και γλίτωσες;». Λες και ήξερε πως ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυς της βιβλικής καταστροφής που άναψε η βουλιμία του ασεβή.