Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ποιητής

Ο ποιητής

Αργά το βράδυ χθες
Μπήκε στη πόλη, ένας άγνωστος.
Είχε γόνατα από ξύλο
Έτριζε και δεν μιλούσε.
Άλλοι τον είπανε μουγκό
Μα οι πιο πολλοί, τον φώναξαν τρελό.
Είχε στο λαιμό περασμένη μια θηλιά
Φτιαγμένη από λεπτή, τρίχινη κλωστή.
Στην άλλη άκρη είχε δεμένο το φεγγάρι.
Μέχρι να βρει τον πιο βαθύ γκρεμό
Τον πρόφτασε ο ήλιος.
Πέταξε τα ρούχα του και άνοιξε μια ομπρέλα
Ξάπλωσε στη μέση της πλατείας και καρτερούσε
Αρχίνησε να βρέχει.
Πέταξε την ομπρέλα και τραύλισε,
- Ο πρώτος του στίχος-
Έπειτα τον φώναζαν... Ποιητή!

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Ψάξε μέσα στη σιωπή μου....

Συνέντευξη στη Μαρία Στυλιανού με αφορμή τη κυκλοφορία του δεύτερου μυθιστορήματος του Γιάννου Λαμπή,

«Ψάξε μέσα στη σιωπή μου»


Διαβάζοντας κάποιος το νέο σας μυθιστόρημα διερωτάται αν είναι φανταστικό ή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα


Και αυτό το βιβλίο μου είναι ένα θραύσμα της πραγματικότητας. Είναι μια κάθετη και διεισδυτική ματιά στην κοινωνία χωρίς παραμορφωτικούς καθρέπτες και χωρίς καμία προσπάθεια ωραιοποιήσεις του προσώπου της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας που ζούμε.

Τι σας οδήγησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Η αγάπη μου προς τα παιδιά. Η αγάπη μου προς τον άνθρωπο γενικά, τα όρια του και όλα αυτά που έχουν σχέση μαζί του

Τι είναι εκείνο που θέλετε να περάσετε στους αναγνώστες σας;

Αφυπνιστείτε! Προσπαθήστε να ξεφύγετε από την αγκαλιά της αδιαφορίας.

Όταν γράφεις σκέφτεσαι τους αναγνώστες;

Κάθε άλλο. Γράφω για μένα γι’αυτό και γράφω με την ψυχή μου. Είναι φανερό εξάλλου ότι γράφω σκληρά. Δεν προσπαθώ να χαϊδέψω τ’αυτιά κανενός.

Έχετε πρότυπα στη συγγραφική σας δουλειά ή ακόμα και στη ζωή σας;

Όχι. Είναι κάτι που πάντα απόφευγα. Με εκνευρίζει η σύγκριση της ‘πέννας’ ενός νέου συγγραφέα με κάποιου άλλου καταξιωμένου. Ο καθένας γράφει όπως μπορεί και το αναγνωστικό κοινό θα τον κρίνει γι’αυτό που είναι, για την αυθεντικότητα του.

Ποιός ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα;

Ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα είναι στενά συνδεδεμένος με το έργο του. Δεν πιστεύω ότι κατ’ανάγκη πρέπει να θεραπεύει ή να προτείνει λύσεις στα οποιαδήποτε κακά βλέπει, αλλά να τα παρατηρεί και να τα καταγράφει. Μέσα από το έργο του μιλά και αυτά που θέλει να πει βρίσκονται πάντα εκεί.

Ψάξε μέσα στη σιωπή μου

Άκου τα λόγια που γεμίζουν τη σιωπή ενός παιδιού. Είναι τόσο δυνατά!

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κριτική του μυθιστορήματος ΙΟΚΑΣΤΗ


ΓΙΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΗ: ΙΟΚΑΣΤΗ

Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Είναι με μεγάλη μου χαρά που διάβασα το βιβλίο του Γιάννου Λαμπή, ΙΟΚΑΣΤΗ. Αφενός γιατί η ιστορία, ως αυθύπαρκτη έμπνευση, ξεχειλίζει από αλήθειες, αφού, λίγο ή πολύ, όσα εκτυλίσσονται στα έγκατα της συμβαίνουν και έξω, στην ψυχή μας, στην γειτονιά μας, στην πόλη μας, στην πατρίδα μας, αλλά και στην άλλη μεριά του κόσμου. Αφετέρου δε γιατί, ο τρόπος που γράφει ο συγγραφέας είναι ενδιαφέρων: πλούσιο λεξιλόγιο, κοφτές φράσεις, έξοχες παρομοιώσεις και μια φωσφορίζουσα, θα μπορούσα να πω, κομψότητα. Η περιπέτεια του κεντρικού ήρωα, καθηλωτική. Δεν σε αφήνουν να ανασάνεις οι ανατροπές, ως επί το πλείστον δυσάρεστες, καίγεσαι, σαν κερί, με την εγκατάλειψη της Αμμοχώστου γιατί σου φέρνει προσωπικές μνήμες στο μυαλό, δένεσαι με την οικογένεια Πιμεντέλ, πότε κρύβεσαι στην τσέπη του Σταυρινού και πότε στο ριχτό φόρεμα της Ιοκάστης. Θεωρώ ότι στο μυθιστόρημα αυτό συνυπάρχουν, σε αρμονική διάταξη, η αγάπη και η φθορά της, ο έρωτας και οι δονήσεις του, ο πόνος και οι παρενέργειες του, η μοναξιά και τα σκαμπανεβάσματατης, η ευκολία με την οποία από το ζενίθ κατρακυλάμε στο ναδίρ, αλλά, ας το σημειώσω έντονα, και η άγραφη κυνικότητα που κυριαρχεί στο σωματεμπόριο, που είναι γάγγραινα στο πόδι της ανθρωπότητας. Δεν είναι, λοιπόν, εύκολο να αφήσεις στη μέση το διάβασμα, ούτε να αποσπαστεί η προσοχή σου. Ο συγγραφέας καταφέρνει, ίσως με ευφυή τεχνάσματα, να διατηρεί τους χαρακτήρες του, καλούς και κακούς, στο κέντρο της καταιγίδας η οποία δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν. Βέβαια, κοντά στις αναπόδραστες εξελίξεις υπάρχει και η γριά-μαμή , που φαίνεται να αποτελεί πηγή μαρτυρίων. Έτσι κι'αλλιώς, ο Σταυρινός και η Ιοκάστη ενώνουν τις τραγωδίες τους- τουλάχιστον στην αρχή. Αυτός είναι μόνος και βουτηγμένος στα προβλήματα. Αυτή είναι μόνη και βουτηγμένη στα προβλήματα, και επιπλέον, στο όνομα της τέχνης της Τερψιχόρης, παρασύρεται από τα λάγνα λόγια μερικών και έρχεται στην Κύπρο όπου ανακαλύπτει με σπαραγμό ότι η Τερψιχόρη (της ) θα πλαγιάζει με άντρες που συμπεριφέρονται σαν ζώα και με ζώα που συμπεριφέρονται σαν άντρες. (...) Έτσι μαζί με την εξουσία, ο σενιόρ Πιμεντέλ έχασε τη δουλειά του, τη δύναμη, το σεβασμό και οι λίγες οικονομίες που είχε εξανεμίστηκαν στο πι και φι, αφού η νέα σύντροφος του είχε τον τρόπο και τα μέσα να τον κάνει να ξοδεύει αλόγιστα για να βοηθήσει τη δική της οικογένεια . Άλλωστε, αυτός ήταν και ο αρχικός σκοπός της ( σελίδα 31 ).
(...) Μπαίνοντας στο γραφείο ο Σταυρινός ήταν σχεδόν σίγουρος ότι κακό θα άκουγε. Η αμηχανία των γιατρών και το μούδιασμα που ένοιωθε σε όλο του το κορμί ήταν σ'αυτόν, καθαρό σημάδι ότι κάτι τους έκρυβαν.
Δεν πρόκειται να σας μιλήσω με υπεκφυγές και μισόλογα, είπε ο γιατρός ( σελίδα 119 ).
Υπάρχει, λοιπόν, μία κλωστή που ενώνει τις δύο ιστορίες του Λαμπή, αλλά και μια άβυσσος που χάσκει ανάμεσα τους. Τελικά, η μόνη, προφανώς, που επιβιώνει πραγματικά είναι η αξιοπρέπεια, η οποία είναι μέγεθος υποκειμενικό. Όπως είναι μέγεθος υποκειμενικό και η φιλία, αν και, και για να μην πυροβολήσω την περιέργεια σας, θα αποφύγω να το τεκμηριώσω. Θα σας πω απλώς το εξής : αργά ή γρήγορα, όλοι γυρίζουμε εκεί που μας έχει τάξει η Μοίρα, μολονότι εγώ προσωπικά δεν ξέρω τι είναι η Μοίρα.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις βιβλιοεκδόσεις ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Η πιο πάνω κριτική δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ στις 17/03/2010

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

σκέψεις που πετάνε σαν κυνηγημένα φύλλα από κάποιο φθινοπωρινό αεράκι....


Τι είναι τελικά, Πατρίδα; ο ορισμός ενός γεωγραφικού τόπου και κάποιες συντεταγμένες στον απέραντο παγκόσμιο χάρτη; Ή μήπως είναι αζήτητη πραμάτεια σε τσιγγάνικα παζάρια;

Πατρίδα είναι μια ανάμειξη διαφόρων στοιχείων, με ιστορία, με χρόνο, γεωγραφία. Είναι μυρωδιές και ήχοι. Είναι χρώματα που θαμπώνουν μεσ’το φως. Είναι οι νοτισμένες ανατολές. Είναι το ποτισμένο με αλμύρα αεράκι που φυσά από τον Απόστολο Ανδρέα και ζωντανεύει στο πέρασμα του τον κάμπο της Μεσαρκάς, γλύφει τις κορυφές του βουβού Πενταδάκτυλου και χαϊδολογιέται με τις πευκοβελόνες του Τροόδους. Γεμίζει με μυρωδιές των λεμονανθών και γίνεται βαρύς λίγο πριν να ξαποστάσει στον κόλπο της Μόρφου.

Πατρίδα είναι, ιδέα. Είναι τραγούδι που κτίζεται λέξη προς λέξη, από την ταπεινή πέννα απάτριδων και γραφικών ποιητών. Είναι ιδέα που δεν χωράει συρματοπλέγματα, ούτε τρομάζει από Δούρειους Ίππους που φέρνουν νέα ήθη και πλαστικές συνήθειες. Δεν αλλοιώνεται στο βάθος του χρόνου από το ξερίζωμα των πλιθαρένιων σπιτιών και την αντικατάσταση τους από στέρεα άψυχα κουτιά από μπετόν.

Γιατί, τι πιο στέρεο από τον ιδρώτα των απλών ανθρώπων; Τι πιο δυνατό από τη φιλία και το σφίξιμο των χεριών των λαών που συναντιόνται στο δρόμο όταν βγαίνουν από τις εκκλησιές και τα τζαμιά; Τι πιο άδολα αγνό από ένα φλιτζάνι καφέ, μια χούφτα ελιές κουμνιαστές και παξιμάδι ζυμωμένο από τις γροθιές της Αλισαβούς και της Αισέ;

Πατρίδα είναι το μουρμουρητό των ίσκιων που κουβεντιάζουν με τον άνεμο, το τραγούδι του νυχτερινού τζίτζικα και η βουή των πλακόστρωτων δρόμων. Πατρίδα είναι οι ριπές του ανέμου που σαν ανάσες δίνουν ζωή σε θύμισες κοινών αγώνων και κρατούν δροσερό το αίμα κοινών θυσιών.

Πατρίδα είναι τα κάδρα - δίχως κορνίζα - που γέρνουν, όρθια, στους τοίχους.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Γιάννου Λαμπή

Στο βάθος ξεχώριζε η λίμνη, και η Ράνια έμεινε να την κοιτά. Αποξεχάστηκε. Η μαγεία της, την ρουφούσε. Ένα γαλάζιο αστραφτερό και λίγο πιο ψηλά από το ρυτιδιασμένο υγρό πρόσωπο της, να πλανάται ένα γλυκό φως που περιείχε όλα τα χρώματα. Πιο ψηλά ο ουρανός. Ένας καθάριος ουρανός που στο μυστικό του κελάρι, ωρίμαζε μνήμες και θύμησες. Ένας λυγμός της ξέφυγε, που όμως δεν ήταν αρκετός να διαλύσει την πέτρα της θλίψης που της σύντριβε τα στήθη. Έφερε το υφασμένο ταγάρι στην μύτη. Το μύρισε. Οι αναμνήσεις την πήραν από το χέρι και την σεργιανούσαν στα πέρατα του κόσμου, σε κάτι σπηλιές ανήλιαγες μα και τόσο φωτεινές. Χάθηκε στα απόκρυφα στενά δρομάκια του μυαλού και της ψυχής της. Μια χρυσωμένη άχλη πύκνωνε μέσα της. Ένα λεπτό πινέλο ζωγράφισε μια σταλιά από πικρό χαμόγελο στα χείλη της. Ήξερε ότι στα όνειρα σου κανείς δεν μπορεί να σε εμποδίσει να παίξεις, να τρέξεις και να πεις όσα εσύ θες. Γι’αυτό και έπρεπε να ονειρεύεται. Άπλωσε νωχελικά το χέρι και μάζευε τη ζεστασιά από τον ήλιο που είχε απομείνει. Να το στείλει μαζί με τα όνειρα της, στα παιδιά για να ντυθούν. Έρχεται το βράδυ σκέφτηκε, και θα κρυώνουν...