Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016




Νύφη,  της ψυχής μου ταίρι,
άσε με αν θες χωρίς νερό
σταμάτησε μου τον αέρα,
μ’  άσε μου τα μάτια  για να σε θωρώ,
άσε  τ’ αυτιά μου  για ν’ ακούω
το γέλιο σου το  Θεικό
απ’ το γλυκό σου στόμα

Αγάπη μου, της καρδιάς μου αίμα,
άσε με να αγγίξω τη λύπη σου
να φιλήσω τις πληγές σου.
να γεμίσω με το πόνο σου
ν’  αναπνέω εγώ για σένα,
άσε με να ζω και να πεθαίνω
μεσ’ το δικό σου σώμα

Λατρεμένη μου, ήλιε και φεγγάρι μου,
τρέμω γονατιστός  μπροστά σου,
πάρε αν θέλεις τη ζωή μου,
μ’  άφησε με βαθιά να σ’ αγαπώ
όπως ποτέ δεν σ’ αγάπησε κανένας.

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ο  εαυτός μου

Οι άνθρωποι μου χαμογελούν
δίχως ίχνος υποψίας,
γιατί νομίζουν πως είμαι ήσυχος κι αθώος
Μα εγώ,  όλο κοιτάζω το ρολόι
γιατί καλά το ξέρω πως,
όπου και να ‘ ναι θα ‘ρθει ο επιδότης,
Δεν μπορεί, αφού  είμαι ένοχος ,
εγώ το ξέρω,  έχω φταίξει

Όλοι με καληνυχτίζουν
μα δεν ξέρουν πως  ποτέ μου δεν κοιμάμαι,
Φοβάμαι τα φαντάσματα, φοβάμαι  Τις κραυγές
αυτών που δολοφόνησα
χωρίς να έχουν φταίξει

Κανείς δεν μπορεί να δει στα μάτια μου
τα νεκρά όνειρα που ‘χω κρεμάσει
και τις κηλίδες απ’ το αίμα
που μαρτυράν την ενοχή μου,
γιατί έμαθα καλά να κρύβομαι , εντός  μου

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο φοβάμαι,
μα, εκείνον που τρομάζω πιο πολύ
είναι ο εαυτός μου, είναι αυτός ο άγνωστος

που κρύβεται εντός μου.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Σαν μια κλεψύδρα από στάχτες κι αποκαΐδια
κύλισε η ζωή μου,
πάει, τέλεψε,
κι έφθασα στο τέρμα δίχως να το καταλάβω,
τις τελευταίες κουκίδες  τώρα μετρώ
κι αναμετριέμαι με τις αλήθειες μου,
καταμετρώ  τις σάπιες πληγές
των προδομένων ονείρων μου,
παραδέχομαι την ήττα μου
και ντροπιασμένος σκύβω το κεφάλι,

ο Εφιάλτης,   ήμουν  εγώ! 

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Νοσταλγία

μπαίνω στην κάμαρα μου, στο πατρικό μου σπίτι,
ακουμπώ  στο τοίχο, κλείνω τα μάτια
και μετρώ τα βήματα μου, μέχρι τον απέναντι,
πιο λίγα είναι, πως πέρασε έτσι ο καιρός;
μεγάλωσα κι έγινε μια σταλιά ο κόσμος μου

στέκομαι απέναντι σε μια φωτογραφία,
μια σπιθαμή αγόρι, ξυπόλυτο, κοντό παντελόνι
και μια φανέλα άσπρη με τιράντες,
με κοιτάζει με απορία, δεν μ΄ αναγνωρίζει
με το σκούρο κοστούμι μου και τη ριγέ γραβάτα

χαϊδεύω  τα σκονισμένα έπιπλα,
αφρόντιστα, έρημα, αμίλητα
έχουν πια μείνει,
σκύβω το κεφάλι και φεύγω, ξανά,
ακροπατώ μήπως και ξυπνήσω
τα κοιμισμένα γέλια και τους

σβησμένους ήχους

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μοναξιά

Έσβησε η μέρα κι η νύκτα
με βρήκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι
μπροστά από κόλλα κενή

σύντροφος μου, του τσιγάρου ο καπνός,
κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα
δίπλα απ’ το φλιτζάνι με κρύο καφέ

ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους
που τονίζουν ακόμα πιο πολύ
τη μαύρη, της ζωής μου μοναξιά

σφίγγω στη χούφτα το μολύβι
και πριν τσακίσει, προλαβαίνω
και γράφω  ‘ μου λείπεις’

βγαίνω στο  κήπο και δένω
του φεγγαριού ακτίδα στο λαιμό,

φωνάζω τ’ όνομα σου και βουτάω στην απουσία σου.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Ώρα Μηδέν

Τα πάντα νεκρά, τα πάντα άβυσσος,
ασύνορη κακία τώρα πλανάται στον κόσμο.
Κόκκινη βάφεται απ’ το αίμα η βροχή,
η κραυγή της αθωότητας πνίγεται, χάνεται,
το παιδί δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τη Μάνα.
Οι καλοί  δίχως ελπίδα καμιά,
ενώ οι κακοί  ηδονίζονται  από την ένταση του πάθους
και τη μυρωδιά της νεκρής σάρκας.
Σκιές ορνέων έχουν σκεπάσει τον ήλιο
έχουν σώμα ανθρώπου  κι άδειο βλέμμα,
σαλεύουν με γρήγορες φτερούγες
και φέρνουν πάλι το σκοτάδι,
κι ας λένε πως πριν δυο χιλιάδες χρόνια

γεννήθηκε το  Αιώνιο Φως.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Μην απορείς

Μην με ρωτάς αν  σ΄ αγαπώ,
αν σε σκέφτομαι, ή αν σε ονειρεύομαι  τα βράδια,
κι αλλοίμονο, μην απορείς  γιατί  έχω θλιμμένα μάτια,
είναι που μου λείπει το τραγούδι και τ’ άγγιγμα

στο πίσω μέρος του λαιμού, της καυτής  σου ανάσας.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Απόγνωση

Τόσοι δρόμοι ανοιχτοί,
τόσοι φωτισμένοι λεωφόροι,
κι όμως σβήνω σαν σκιά
σε σκοτεινά κι άγνωστα μονοπάτια

Τόσοι άνθρωποι,
τόσες φωνές,
κι όμως απάντηση παίρνω

απ’ τη σιωπή του φεγγαριού.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Ερινύα

Μια γκρίζα σκιά με κρατά  απ’ το χέρι,
έχει μεγάλα μάτια, στάζουνε θλίψη.
Πόσο όμορφο βλέμμα έχουν οι νεκροί!

Ζευγαρώνουμε κάτω απ’ τη σκιά του κυπαρισσιού
και σβήνουμε σαν φίδια μέσα σε μαύρες τρύπες.

Πόσο φωτεινό είναι το σκοτάδι!

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Αναπνέω όπως κι εσύ
Αναπνέω μαζί σου
Ακόμα κι αν δεν σ’ ακουμπώ
Ακόμα κι αν είμαι μακριά σου 
Αναπνέω πλέον στον ίδιο ρυθμό μαζί σου
Αναπνέω μέσα από ‘σένα
Αναπνέω όπως κι εσύ.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω,
να σβήνω τη δίψα  στη γούβα του λαιμού σου
Άσε με να χαϊδεύω και να μυρίζομαι τα σεντόνια
που πριν αγκάλιασαν το σώμα σου
Άσε με ν’ αναπνέω απ’ την ανάσα σου
καθώς σφιχτά και δυνατά θα σε φιλώ στο στόμα
Άσε με να ταξιδεύω με τα χείλη στο κορμί σου
να τρέμω με το ρίγος της σφριγηλής κοιλιάς σου
Άσε με ν’ ανθίζω στην άβυσσο ανάμεσα στα στήθη σου
και να ξεψυχώ στο άγγιγμα τ’ αστράγαλου σου
Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω

σταγόνα αίμα να γενώ , να θρέφω τη καρδιά σου.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Θάλασσα

Τις πρωινές ώρες ο ήλιος χύνεται
ποτάμι χρυσό στη θάλασσα
κουβαλώντας τα όνειρα της νύχτας
και τους στεναγμούς αδικαίωτων ερώτων

Μονοπάτι χαράσσει τη νύχτα
το ωχρό φεγγάρι στα σκοτεινά νερά της,
και σαν φανάρι φέγγει στις λαβωμένες ψυχές
που βγαίνουν στάζοντας τον πόνο που τις μαραίνει

Κλαίνε τα κύματα και σαλεύουν
σαν αγάπη νεκρή π’ ανασαίνει,
θάλασσα,  στήθος πανέμορφης γυναίκας,

που ‘γινες αλμυρή από το δάκρυ των αγαπημένων.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Βουλιάζω μέσα σε δυο δικές σου λέξεις,
Μικραίνω κι εξαφανίζομαι σε μια άτακτη πληρότητα
Η ψυχή μου περιπλανιέται ψαχουλεύοντας
Γυμνή έξω από το σώμα
Κυλώ στο κενό με θανάσιμη αδράνεια
Καίγομαι κι αρχίζω να ζω ανεξάντλητα
Ακολουθώ ένα φως άσβεστο

Ίδιο με τις δικές σου λέξεις, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ατελείωτες νύχτες μοναξιάς

Άσαρκα χείλη, άχρωμα, και μάγουλα κερένια
Και κάτω απ’ τα διάφανα βλέφαρα, τα μάτια της,
Αυτά τα μάτια της τα ωχρά που με βλέμμα σβησμένο
Με κοιτάζουν θαρρώ, κι εγώ ριγώ, κι ας ξέρω πως δεν με βλέπουν,
Και τα χέρια της, σαν δυο κρίνα σπασμένα
Νεκρά και μαραμένα, κοίτα πως κρέμονται απ΄ το ξύλινο στρώμα,
Νομίζω πως θα απλωθούν κι αγκαλιά θα μ’ αρπάξουν
Κι αίμα, απ’ τα βουλιαγμένα στήθη της
Οι σάπιες ρώγες της, σταλιά – σταλιά θα με κεράσουν,
Αχ, αυτές οι ατέλειωτες νύχτες πως με τρομάζουν,
Μαύρο γαμπριάτικο πουκάμισο για μένα κεντούν, και
Την μοναξιά ντυμένη νυφούλα, στην αγκαλιά μου βάζουν.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Απόψε θα ‘ρθεις

απόψε που δεν πνέει έξω καμιά ανάσα
σε προσμένω, δεν γίνεται θα ‘ρθεις,
θα ξεπροβάλεις μέσα από τα δάση,
θα φανείς στην άκρη του φιδίσιου δρόμου,
απόψε το ξέρω, θα ‘ρθεις,
αφού σε ποθεί  η ψυχή μου,
και θα μυρίζεις δυόσμο και βροχή,
σου ‘χω στρωμένο το κρεβάτι
απλώνω στο πάτωμα χαλί
και στο τραπέζι σου ‘χω ζεσταμένο
ψωμί και κόκκινο κρασί,
τι κι αν νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ,
εγώ ακόμα σε προσμένω
κι αρχίνησα να σου μιλώ
τόσο πολύ σε αποθύμησα
π’ ακούω τα βήματα σου
και  νοιώθω στα χείλη μου

γλυκόπικρο φιλί.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση

Δίκαιο είχαν τα καθεστώτα, οι  εξουσίες κι οι θρησκείες
που φοβηθήκανε την ποίηση,
γιατί η τρυφερότητα της είναι πιο δυνατή
απ’ τη δική τους σκληράδα και βαρβαρότητα,
άδικα όμως θελήσανε να σκοτώσουν το ποιητή,
γιατί έπρεπε να γνωρίζουν, πως οι ποιητές δεν είναι θνητοί,
και το αίμα τους καθώς  θα κυλά απ’ τα δολοφονημένα σώματα τους
θα κουβαλά μαζί του, εκείνες τις λέξεις που έμειναν στο λαιμό τους,
λέξεις που θα  πνίξουν τους φονιάδες, και θα τους ρίξουν
στη περιφρόνηση και τη καταφρόνια.


σε όλους τους δολοφονημένους ποιητές

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα

Στις χρυσές ώρες των δειλινών
Χάνονται τα σύνορα, σμίγει σώμα με σώμα
Ανάσα με ανάσα, κι αίμα με αίμα,
Φλέγεται ο ουρανός
Κι ανοίγει σαν ένα λουλούδι κόκκινο,
Που στάζουν δάκρια από τ’ άρωμα του
Και μου θυμίζει εσένα,
Γλυκιά, μα και άγρια,
Γλυκοφιλούσα, Θεά ανώνυμη,
Πόσο σ’ αγαπώ, Γυναίκα!        

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Απόψε,  κρατήστε ενός λεπτού σιγή 
για τους απεγνωσμένους και τους λυπημένους,
του κόσμου τους αδικημένους  και τους προδομένους,
για όλους αυτούς που δεν έχουν έναν ώμο να ακουμπήσουν
κι ένα χέρι δικό τους, να τους κρατήσει τρυφερά

Απόψε,  κρατήστε ενός λεπτού σιγή
για τους πεινασμένους και τους διψασμένους,
για τα παιδιά που με αγωνία στα μάτια ρωτάνε
ποιος ορίζοντας άραγε να κρύβει την αλήθεια του αύριο;

ποιος μεγάλος  να ξέρει, ένα παραμύθι να μου πει;

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Ο γεροπλάτανος, χιλιοχρονισμένος πια,
 καμπούριασε κι έγειρε στον χωμάτινο δρόμο,
χωρίς ένα ανθό,  μόνο σκόνη στα σταχτιά του φύλλα
κι από κάτω στη ρίζα, χορτάρι,
αν και πολλοί αποζήτησαν τη σκιά του
ελάχιστοι τον πρόσεξαν τόσο καιρό,
 όμως αυτός όλους τους είδε,
τους θυμάται  να τρέχουν να προφτάσουν

και να φεύγουν ένας ένας.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Άγριος είναι και κακοτράχαλος ο δρόμος,
Πυκνό, γεμάτο αγκάθια  χόρτο τον στενεύει,
Μου ‘χουν ξεσκίσει ρούχα, μα και σάρκα,
Ξεραμένα κλαδιά μου φάγανε τα πόδια,
Όμως δεν νοιάζομαι, δεν λοξοδρομώ, προχωρώ
Για την όχθη των ορχιδέων και για μάζεμα λωτών.