Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ο σάρκινος βολβός!

Και να! στέκομαι πάλι τ’ απομεσήμερο πίσω απ’ το παράθυρο με τις μωβ κουρτίνες και κοιτάζω τους περαστικούς. Αναμένω να δω ακριβώς την ίδια ώρα, την ίδια  μαύρη άμαξα και τον οδηγό της με το ψηλό καπέλο. Το ξέρω πως οι μαύρες κουρτίνες θα είναι τραβηγμένες αλλά, παράξενο, μπορώ να δω από μέσα. Ένα μαονένιο φέρετρο σκεπασμένο με άγρια τριαντάφυλλα, μαύρα κι αυτά, και κάθε φορά ένας νέος μαραμένος σάρκινος βολβός. Είμαι σίγουρος πως και πάλι αυτή η ίδια μυρωδιά θα πλανάται στον αέρα, λιβάνι και λιωμένο λεμονανθό. Μπροστά από  τ’ άλογα, μαύρα κι αυτά, θα περπατάν με τάξη, αργά και βαριά, κοπέλες ντυμένες με μαύρο φόρεμα και στον ώμο ριγμένη μια δαντέλα μωβ. Θα φοράνε μαύρα γυαλιά και στο χέρι από ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, και τα μαλλιά τους λυμένα,  θα μυρίζουν σάπιο χώμα. Ο αέρας θα κουβαλά σκόνη από χώμα και θα μου γεμίζει τα στήθη. Όμως εγώ θα πρέπει να το υπομένω, δεν γίνεται να μην καρτερώ. Σε λίγο θα φανούν οι λευκοί σκαντζόχοιροι να ακολουθούν τη πομπή. Φορτωμένοι πατημένες σάρκες να προκαλούν τα ερπετά, και να τα γαντζώνουν θανάσιμα στα μεγάλα τους αγκάθια. Και πιο πίσω μαύρα, κουτσά σκυλιά, πληγιασμένα, κι από τις σάπιες σάρκες τους θα πέφτουν λευκά πεινασμένα σκουλήκια. Έχουν κι αυτά ρόλο να παίξουν, ίσως και τον πιο σημαντικό. Θα μπουν μαζί με τη τελευταία χωμάτινη φτυαριά που θα σκεπάσει το λευκό φως, θα φάνε τη περίσσια σάρκα από κάθε βολβό, για να βγει το άσβεστο λευκό, κοκαλένιο φως της νύχτας. Το φως της ημέρας μου θολώνει τα μάτια, δεν το αντέχω, όμως το υπομένω, δεν μπορώ να μην καρτερώ. Με τυλίγει και σαν χέρι μ’ ανεβάζει ψηλά. Το κορμί μου γίνεται διάφανο, ανάλαφρο, και ένα λευκό φως ξεπηδά από τα σπλάχνα μου. Καίει. Όμορφες χλωμογάλαζες και λευκές αποχρώσεις με σκεπάζουν σαν πλάκα θανάτου, και είναι όλα τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Ακούω τα βήματα τους,  και η αυστηρή, με τάξη πομπή πλησιάζει, στην ίδια ώρα ακριβώς. Βάζω το πρόσωπο στο τζάμι, παράξενο, το κορμί μου διαχέεται και το διαπερνά, σαν μια γλώσσα από φως γαλάζιο ταξιδεύει στον αέρα και σκεπάζει το μαονένιο φέρετρο. Πρώτη φορά το κοιτώ από τόσο κοντά και μια πικρή γεύση από πατημένη δάφνη μου στεγνώνει το στόμα γιατί, σήμερα είναι πιο άδειο από ποτέ. Κοιτώ μην με βλέπει κανείς, και δειλά παριστάνω  τον βολβό, και είναι τόσο ωραία να νοιώθεις πως είναι η σειρά σου να παριστάνεις τον βολβό. Οι απ’ έξω, τον ίδιο πάντα σκοπό και θλιμμένοι να ακολουθάνε σταθερά και με τάξη τη πομπή, να είναι λυπημένοι, δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο βολβός, φτάνει ν’ ακολουθάνε και να είναι όλα στην εντέλεια και στη σειρά. Μόνο που τώρα ξεπηδούν στα πλάγια, πίσω κι από μπροστά,  ξετρελαμένοι καλόγεροι που χορεύουν σε ήχους μαγεμένου σουραυλιού, ανάβουν φωτιές και καίνε βιβλία και στίχους. Και η πομπή συνεχίζει, η τάξη δεν πρέπει για κανένα λόγο να διασαλευτεί. Κόκκοι από χώμα, τσιμπούρια και σταγόνες αίμα, σχηματίζουν στον αέρα άυλες γυναικείες μορφές. Σκυφτές, μαντηλοφόρες και μοιράζουν μαύρες ελιές, κομμάτια σταρένιου ψωμιού και μια γουλιά από κρασί. Ανοίγω το στόμα για να  φωνάξω, μην λυπάστε, κεράστε άφθονο κρασί, σπάστε τη σειρά σας, πατήστε τα στεφάνια και για σήμερα μόνο, αντί σε μαονένιο φέρετρο, απλώστε λευκό πανί και αφήστε το βολβό στο λευκό φώς να βγει. Μα τη φωνή μου δεν την ακούει κανείς,  μια φτυαριά από χώμα, γεμάτη λευκά σκουλήκια, μου φράζει το στόμα. Στενεύουν τα στήθη μου, ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος από ποτέ, και το λευκό φως μικραίνει συνεχώς, γίνεται μια χτικιάρικη φλόγα σε καντήλι που καίει λάδι, προφυλαγμένο πίσω από ένα κομμάτι τζάμι θαμπό, πάνω σε ξύλινο μαύρο σταυρό. Σαν γλώσσα από λευκή φωτιά, στέκομαι για λίγο στον αέρα, και βλέπω την πομπή να ακολουθεί, με αυστηρότητα και τάξη. Αύριο πάλι, σειρά έχει ο επόμενος βολβός.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014


Εσύ

 

Απόψε σε σκέφτομαι πολύ, σιωπή,

ακούγεται μονάχα τ’ όνομα σου

και δεν είναι κανείς, ούτε κι εγώ,

παρά μόνο είναι η φωνή της ψυχής μου που σε καλεί

Απόψε απεγνωσμένα στους δρόμους τριγυρνώ

σαν ναυαγός στη σχεδία κι αργά με καταπίνουν τα σκοτάδια,

κοιτώ τα πρόσωπα των περαστικών κι είναι όλα εσύ

εσύ το ταξίδι, εσύ ο δρόμος, ο ουρανός,

εσύ η διαδρομή, εσύ κι ο προορισμός,

Απόψε σε θέλω πολύ, και σ’ ένα παιγνίδι μέσα

από απανωτούς σπασμούς και σιωπές

ανάβω φωτιές στο κορμί μου να ραγίσω το πηχτό έρεβος

την μορφή σου απόψε που έχω τόση ανάγκη να δω,

κι έχει ένα φεγγάρι χλωμό, μαχαιρωμένο που αιμορραγεί,

μια σταγόνα του είσαι εσύ που θέλω μέσα της να πνιγώ.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014


Απόπειρα γραφής

 

Όλες οι λέξεις απόψε έχουν την ίδια γνωστή φωνή,

χιλιογραμμένες, ανούσιες, χωρίς χρώμα και μυρωδιές,

βαριεστημένα τραβάω ευθείες τεμνόμενες γραμμές,

κι έτσι ξαφνικά, δίχως να το σκεφτώ

χωρίς οίκτο πετώ το παλιό μου τετράδιο που περιέχει

ορθογραφημένες σκέψεις και σημειώσεις, και φωνάζω,

καιρός να γράψω αλλιώς
 

Μαυρομολυβιάζω με πάθος λευκές σελίδες,

με μια αλφαβήτα αλλιώτικη, γεμάτη καμπύλες,

δεν περιέχει σύμφωνα και φωνήεντα

παρά μόνο  μήτρες και φαλλούς

τις παρακολουθώ να συνουσιάζονται

και να σχηματίζουν λέξεις νεογέννητες

που γεννοβολούν όνειρα και ελπίδες ζωής.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Ο νεκρός

 

Κάθε σούρουπο κοιτάζω απ’ το παράθυρο στ’ απέναντι σπίτι

τη γυναίκα να σταυροκοπιέται και να σκεπάζει με ευλαβικά  εικόνες της Παναγίας,

τη βλέπω ν’ απλώνει τα χέρια και να καρφώνει ένα φεγγάρι χειμωνιάτικο

στο διάφανο πέτο τ’ ουρανού, κι ας είναι καταμεσής τ’ Αυγούστου,

φωτιά που καίγεται κι αλλάζει σχήματα το κορμί της, καθώς

ετοιμάζεται αργά με στοιχειωμένες κινήσεις αναρωτιέμαι,

ποιας ανάγκης ανέμους άραγε αγκαλιάζει κ’ ερωτεύεται;

η μεταμόρφωση αέναη και πληθαίνουν οι ρυτίδες του σάπιου της τοίχου

ο αέρας βαρύς, μυρίζει, κάποιος ανάμεσα μας είναι νεκρός, φωνάζει,

τώρα που βραδιάζει θα  βρούμε στ’ αλήθεια ποιός είναι.

 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014


The sea-dressed lady ( Thalassoforousa)

Pity and injustice have ripped me apart

Men and Gods are hunting and cursing me

And while the Barbarians are surging

through the violent terror of the night

The teeth of death are withering my body

But justice is blooming and shouting inside me

spreading its winds and tearing the body of injustice apart, with its nails

and as pieces of flesh are restlessly leaving my body

thousands of gigantic clones are spawn from it

Catching the Gods and treating them to bitter treats and contempt

measured by the sun

'cause there's no place for injustice, within a God's heart

Hold up high, my heart

your wet, by the sea, white wedding dress...

 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014


Τι να σου γράψω;

 

Η νύχτα με πρόλαβε πάλι μονάχο στην άδεια κάμαρα μου

να με κερνά ο ηνίοχος των ανεκπλήρωτων πόθων μαύρο νερό
 

Καθώς η αγάπη  σαν φίδι μουγκό έρπει μέσα στις σάρκες μου

ανασαίνω λέξεις ζωντανές κι αρχίζω ν’ απαγγέλλω τα λόγια μου

για σένα που έμειναν άγραφα για τόσο καιρό
 

Αγάπη μου! Στάσου λίγο κι άκου, ακούς τις σταγόνες;

είναι που από τότε βρέχει, συχνά στη καρδιά μου

γιατί δεν ξέρω τι να σου γράψω και τι να σου πω
 

Θα ήθελα να ψηλώσω τα χέρια τον ήλιο ν’ αδράξω

να τον κρατήσω ψηλά για σένα μην φύγει ποτέ
 

Ναι, αγάπη μου, θά θελα να ‘σουν κοχύλι

κι εγώ η σάρκα του, μέσα σου να κατοικώ

Φλέβα εσύ κι εγώ το αίμα να κυλώ

Γη διψασμένη εσύ κι εγώ νερό να τρέχω

μέσα στα σπλάχνα σου να τα γλυκοφιλώ

Σταγόνα να ‘μουν του ιδρώτα σου, να ξαποσταίνω στο λακκάκι

εκεί στον άσπρο σου λαιμό

Βυθός της θάλασσας εσύ κι εγώ να απλώσω την ψυχή μου

σαν φύκια πάνω σου να φυτρωθώ

Δέντρο εσύ και εγώ αέρας μέσα στα κλώνια σου

να χάνομαι και να σου τραγουδώ
 

Ναι, αγάπη μου, θα θελα να ήσουν μήτρα εσύ

κι εγώ έμβρυο μέσα σου να ζω
 

Τώρα με πρόλαβε ξάγρυπνο πάλι το πρωινό

δεν μου φτάσε ο χρόνος να γράψω

όλα όσα θα θελα απόψε να σου πω
 

Αγάπα με, όπου κι αν είσαι, θα το νοιώσω

Φίλα με, μέχρι να γίνουμε ένα εμείς οι δυο.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014


Όμως εσύ...

 

Μπορεί εφέτος οι πασχαλιές να θάφτηκαν κάτω απ’ τα χιόνια

όμως εσύ , να τις περιμένεις, γιατί σίγουρα θα ‘ρθουν,

πεισμωμένες να εκδικηθούν για όλους τους συλημένους τάφους

και για τις πληγές στα γυμνά πόδια των προδομένων εραστών
 

Τι κι αν είναι παντού σκορπισμένα δάκρια και πληγές,

κι ας στο καλάθι που μας φέραν δώρα, φωλιά έχουν κάνει οι οχιές;

είναι γιατί σακάτης είν’  ο χρόνος και γέννησε αρρωστημένους γιους
 

Σου ΄παν, ότι αν φιληθούμε, θα πεθάνουμε μαζί,

όμως εσύ, να με φιλήσεις,  κι ας είναι γλυκόπικρη η γεύση

από πικραμύγδαλου ανθούς, φίλα με, κι από τα στήθια μας,

θα βγουν οι ρίζες για να βλαστήσουν στη καμένη γη

 
Τι κι αν το τραγούδι του αέρα έγινε κλάμα αγέννητου μωρού;

είναι γιατί αρνούνται τα έμβρυα να μπουν στης μάνας τους τη μήτρα

αφού της κόψανε τον ένα της μαστό
                                                                    

Τι κι αν σου ‘παν ότι το φως κρύβεται στα υπόγεια των ουρανών;

είναι γιατί φοβούνται να δουν στα μάτια σου τον ήλιο

και προτιμούν να κρύβονται στο γκρίζο των σκιών
 

Όμως εσύ, πως μπορείς να μην ακούς το τριγμό

απ’ τα σαθρά θεμέλια τους, ηθελημένα είσαι κουφός;

άκου κάθε χαραγή στο χιόνι , τύμπανα είναι της αγάπης,

της ελπίδας, και διαλαλούν της νίκης τον σίγουρο ερχομό

 

 

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


Είναι Άνοιξη!
 
 
Είναι Άνοιξη, τα χελιδόνια το φωνάζουν,

κι όμως σκοτείνιασε νωρίς,  κι έχω τη πόρτα μου κλειστή,

φορώ ακόμα εκείνο το μάλλινο παλτό και σβήνω τα φώτα

να μην φαίνομαι απ’ έξω, καθώς μετρώ τα βήματα μου

 

Αχ! και να’ ταν εύκολο μ’ ένα κλειδί

να ξεκλείδωνα τη πόρτα, πόσο θα το ‘θελα, μα φαίνεται

έχασα πολύτιμο χρόνο, μέσα στα όνειρα μου.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013


Η δική μου γιορτή

 

Πέφτω να κοιμηθώ, έτοιμο είναι

το χωμάτινο κρεβάτι, και το

μαξιλάρι καμωμένο από κλώνια

αποξεραμένα, πολύχρονου κυπαρισσιού

 
Για σεντόνι, ένα κομμάτι

ουρανού, και στο προσκεφάλι,

ένα τρεμάμενο αστέρι

με φλόγα χλωμή, να τρεμοπαίζει

στο χάδι του ακοίμητου ανέμου
 

Για προσευχή, άσε, τον ήχο

να ακουστεί, εκείνον τον ξερό,

καθώς σαπίζουν, ραγίζουν

και σπάζουνε τα φύλλα.

 
Μην γελαστείς να έρθεις το πρωί να με φωνάξεις,

μην αφήσεις κλάμα ν’ ακουστεί

 
Τον ύπνο μου δεν πρέπει να χαλάσεις

Είναι δικιά μου, αληθινά,

Ετούτη η γιορτή.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Η Θαλασσοφορούσα

Με ρημάξανε το κρίμα και τ’ άδικο
Με κυνηγάνε βρίζοντας θεοί κι ανθρώποι
Και καθώς μέσα στης βάρβαρης νύχτας τη φρίκη
Των βαρβάρων το κύμα χυμά
Του θανάτου τα δόντια στο σώμα μου, λυγάν
Όμως μέσα μου το δίκιο ανθίζει και δεν σωπά
Πετά φτερούγες κι απλώνει, με νύχια
Το κορμί τ’ άδικου κεντά
Και καθώς του κορμιού μου κομμάτια σάρκας πετιόνται
Χιλιάδες άλλοι κλώνοι βλαστούν, γιγάντιοι,
Τους θεούς ν’ αδράξουν κερνώντας
Ανθούς πικρούς και καταφρόνια
Με τη μεζούρα του ήλιου, μέσα
Στην καρδιά του θεού το άδικο δεν χώρα
Το θαλασσόβρεχτο λευκό νυφικό σου,
Κράτα καρδιά μου ψηλά.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Απουσίες


Σε κάλεσα, αδερφέ, στην κάμαρα μου,

Να σε φιλέψω με καφέ και με τσιγάρο,

Έτσι όπως κάνουνε δυο φίλοι τα δειλινά

 
Κάθισες αμήχανα στην άκρη

Στο αδειανό μισό, του ανώφελα μεγάλου κρεβατιού
 

Δεν ανταλλάξαμε ματιά, ούτε και μια λέξη

Σπαταλήσαμε την ώρα μας, αγναντεύοντας

τη βραδινή ακινησία, και αποκρυπτογραφώντας

τα σχήματα που έγραφε η βροχή στο τζάμι

 
Μου μίλησες με το καπνό που έφευγε από τα χείλη σου,

 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο ακίνητο από το βράδυ

Με τις νεκρώσιμες τελετές του

Το ερμητικό κλείσιμο της κουρτίνας

Τα φώτα να ψυχορραγούν μέσα στο υπναλέο δωμάτιο

Τις γρίλιες που πνίγουν κάθε όρεξη να βγεις ν’ αγοράσεις τσιγάρα

Τον θαμπό φωτισμό του δρόμου

Που ρίχνει  νεκρούς ίσκιους στο λιθόστρωτο

Που ψάχνουν απέλπιδα να βρουν παρέα.

 
Κι εγώ γι’ αυτά ήθελα να σου μιλήσω, αδερφέ, αλλά,

 
Για ποιούς πεθαμένους μου μιλάς;

Αν δεν γεννήθηκες, τότε, πως θες να πεθάνεις;

 
Έκλεισες, αδερφέ, την πόρτα πίσω σου,

Ντροπιασμένος που δεν μπόρεσες  να υπερασπιστείς τα όνειρα σου

Κι αφήνοντας τα αργά σου βήματα να μιλούν, για σένα

Ήξερα, σίγουρα, πως δεν θα σε ξαναδώ, γιατί,

Η μοναξιά καταλήγει να αδελφώνει το πόνο

 
Έκλαψα, για μένα και για σένα

Ακόμα μια απουσία, κι εσύ , έτσι γεμάτος με απουσίες,

Ούτε που θα κατάλαβες, αδερφέ, τις δικές μου.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012


Άτιτλο 13

 

Η θλίψη απόψε έχει γιορτή

κι' εσύ επίτιμη προσκεκλημένη.
 

Πρώτη γραμμή,

αναθεματίζεις τη μοναξιά σου,

κι' η χαρά άπιαστη, χωρίς κάτι καινούργιο.

 
Κλαις; τα δάκρυα σου στάζουν

ποτάμι στο κόρφο σου κυλάνε, άκου,

ο φλοίσβος θωπεύει την ελπίδα!

Κι' αν δεν μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία

καράβι γίνεται και σε φυγαδεύει απ' τη δυστυχία.

 
Η ανία απόψε έχει γιορτή,

κι' εσύ  αλιεύεις κοράλλια

στο βυθό των ματιών του

χαϊδεύοντας τις γραμμές του

σε σέπια κανναβάτσο.
 

Η απελπισία απόψε έχει γιορτή.

ξεπέταξε το χλωμό, μαραμένο ένα της στήθος

και σε κερνά δαφνομιλώντας.
 

Το όνειρο απόψε, γεννήθηκε

βγες έξω, και στο χιόνι ζωγράφισε

 

Αν ψάχνεις, αν ρωτάς, τι;

τότε , γιατί να το κάνεις;

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Ερωτικό 7

Κατάδικος στου ονείρου μου τον πηλό
φτιαγμένος από τη μπόρα, και,
τ’ άγιο χώμα του κορμιού σου.

Κατάρα...

Βαφτίζω στο αίμα τον έρωτα
Η γύμνια μου μαχαίρι ενός επικείμενου εγκλήματος
Τρέμουν ματωμένα τα δάκτυλα μου
Γαμβρός αλλά και ζητιάνος της θλίψης
Σκληρίζουν, πονάνε οι ανείπωτες λέξεις
Σχίζω το υγρό σου φόρεμα
και σαν σφάγιο ακουμπώ, μπροστά,
στον λατρεμένο σου ναό
την αμαρτωλή ψυχή μου

Ευλογία...

Σκάνε τα ξεραμένα χείλη μου
Μικραίνω και χάνομαι στη φλόγα του κορμιού σου
Κτηνωδία κατάθεσης ψυχής
Αποτυπώνω στον λαιμό σου
σημάδια του έρωτα
Χαράζω με δόντια το κορμί σου
Γεύομαι σάρκα αχόρταγη, που,
Όμως από σάρκα δεν προήλθε
Συνθλίβομαι, μηδενίζομαι
Βουλιάζω ανυποψίαστος στο όνειρο


Θύμα ή θύτης;

 

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Τα όνειρα και οι ελπίδες γεννώνται μέσα στη σιωπή!!!

Για ποιες Πατρίδες, όνειρα και ταξίδια μιλάς ονειροπόλε, γραφικέ και αθεράπευτα ρομαντικέ άνθρωπε; Δεν κατάλαβες ακόμα πως δεν ακούγεσαι, όχι πως δεν έχεις φωνή, αλλά γιατί η φωνή σου σβήνει και χάνεται μέσα στην ασχήμια και στις φωνασκίες των πολιτικών!; Αυτών που καμώνονται πως δήθεν σε σκέφτονται και λυπούνται στη θλίψη σου, και κορδωμένοι πάνω από τα συντρίμμια, σου μοιράζουν ταξίδια, σαν γραφεία ταξιδιωτικά σε καιρό προσφορών. Δεν το κατάλαβες ασήμαντε και ταπεινέ στοχαστή, πως σου αποκρύβουν την αλήθεια; Δεν κατάλαβες πως σου αποσιωπούν ότι έξω από το αγκυροβόλι σου παραμονεύουν θύελλες και συμφορές; Σου προσφέρουν γαλήνια δήθεν θάλασσα και σου τάζουν ούριους ανέμους, μα σε αφήνουν δίχως κατάρτι, και τρύπια πανιά.



Ίσως δεν φταίνε κι’ αυτοί, γιατί οι ίδιοι δεν έχουν. Αλλά πάλι φοβούνται εκείνους που κλείνουν τ’ αυτιά τους στη φωνή της δικής τους λογικής και αυτούς που τολμάνε να ξεδιπλώσουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της δικαίωσης, της συναδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων! Ναι, άνθρωπε! Φοβούνται αυτούς που τολμούν να αγναντέψουν μακρινούς ορίζοντες, πέραν από αυτούς που οι ίδιοι μπορούν να κοιτάξουν. Και όλο αυτό το φωτεινό και έγχρωμο μουρμουρητό, δεν τίποτα άλλο από μια βαθιά και κρυφή επιθυμία να ξαναβιώσουν ότι τους έχει λεηλατήσει ο χρόνος  και διαφυλάσσει η δυνατή μνήμη σου. Και είναι αυτά που κανείς δεν μπορεί να σου πάρει που ονειρεύονται, την φωνή, τα όνειρα και την ελπίδα. Και είναι τόσο δειλοί και θρασείς που θα απλώσουν τα χέρια τους να σου κουρελιάσουν τα πανιά της καρδιάς σου, είτε στα φανερά, είτε ακόμα και στα κρυφά, φτάνει να σε δουν να γυρνάς και πάλι στα δικά τους γνώριμα ακρογιάλια και να χορτάσουν ακόμα μια φορά, την ακόρεστη φιλοδοξία για προβολή του μεγάλου Εγώ τους.



Αυτά τα μεγάλα λόγια που σήμερα ακούς, βγαλμένα με στόμφο από λιγδιασμένα χείλη που δεν έχουν χορτάσει ακόμα από το βρώμικο φαγοπότι τους, είναι οι τριγμοί από ένα σαθρό σύστημα και μια σάπια κοινωνία, που αυτοί οι ίδιοι έχουν φροντίσει να διαβρώσουν. Και όμως, αθεράπευτα ρομαντικέ, εσύ που σκέφτεσαι με την καρδιά, το ξέρεις καλά πως δίχως πάλεμα και τόλμη, τα μεγάλα ταξίδια δεν γίνονται, δεν αγναντεύονται νέοι ορίζοντες και δεν χαράσσεις καινούργια πορεία. Και επίσης το ξέρεις πάρα πολύ καλά, ότι οι λαοί που στερούνται ονειροπόλους καπετάνιους χάνονται μέσα στα στενά δρομάκια που τους χαράσσουν οι τυλιγμένοι σε γυαλιστερά κοστούμια πολιτικοί.



Οι λαοί που στην θύελλα και σε στιγμές πόνου και απόγνωσης ακολουθούν αριβίστες στην τρελή και δίχως προορισμό πορεία τους, ένα μόνο τέλος έχουν, να βυθίζονται στο σκοτάδι και στις δυνατές φωνές. Κι’ όμως το γνωρίζεις πως τα όνειρα και η ελπίδα γεννώνται και μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Αχ! Τρελέ άνθρωπε, ονειροπόλε που τολμάς ακόμα να ονειρεύεσαι... τόλμη δεν είναι απλά να ταξιδεύεις, αλλά να πηγαίνεις κόντρα στα κύματα, με το πηδάλιο στα χέρια καπετάνιου που ψάχνει την Ιθάκη της καρδιάς και της Πατρίδας του. Που χαράσσει την πορεία σου με σημάδια τα ιδανικά  της αγάπης, της ανθρωπιάς και εκείνα της συναδελφοσύνης. Ναι, αθεράπευτα ρομαντικέ...ρομαντικός είναι αυτός που τολμά να αγκαλιάζει τα αστέρια, να τα κάνει λάβαρο και με τη δύναμη του λόγου του να μάχεται να αλλάξει τον κόσμο. Αχ, ρομαντικέ επαναστάτη, μην αφήσεις, τις τυλιγμένες στη γλύκα των υποσχέσεων, φωνές των άγριων τσακαλιών να σε παρασύρουν μακριά από τη δυνατή φωνή της σιωπής σου. Από εσένα εξαρτάται...να πάρεις το πόνο και την θλίψη σου και ν’ αγναντέψεις το αύριο με ελπίδα!!

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Eρωτικό 5

Ποιες λέξεις ανεμοδαρμένες ξεφυσούν
Απόψε απ’ τη ψυχή μου...

Πως αγρίεψε του ονείρου μου το κύμα...

Πέτρωσε το δάκρυ μου, στέρεψε το ποίημα
Το φεγγάρι πέταξε νύχια γυριστά
Γέμισε η κάμαρα νεκρούς υπνοβάτες

Σώματα που παράφορα δόθηκαν στον έρωτα
Έρμαια και σκλάβοι μιας μαύρης μοίρας

Πλένω με μύρο το ποθητό κορμί σου
Σκάβω τη σκιά σου με τα νύχια μου
Μέσα να χώσω τη ψυχή μου.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Εγώ θέλω να σου μιλήσω για το αγέρι!!!

Εγώ θέλω να σου μιλήσω για το αγέρι.

Τι είναι το αγέρι;
Οι ανάσες του στα ζεστά μας καλοκαίρια είναι χάδι δροσιάς.
Το χειμώνα ξυπνούν την τρυφερότητα της ζεστής γωνιάς... της
οικογενειακής θαλπωρής. Ομως το αγέρι είναι και ο καλύτερος
σύντροφος των ποιητών που αφουγκράζονται
τα μηνύματα που κουβαλά από τους ορίζοντες του κόσμου.
Και τα μηνύματα που αφουγκράζονται οι ποιητές είναι
τελείως διαφορετικά. Αγγίζουν το βάθος και φτάνουν στην καρδιά της
αλήθειας. Ο αέρας είναι ο απόκρυφος ταχυδρόμος
των οριζόντων... είναι ο πιο συμπαθής χαμάλης...
είναι εκείνος που κουβαλά τη μυστική ευχή μιας
μάνας που στέλνει στις σιωπές της στο ξενιτεμένο
της σπλάχνο. Ακόμη κουβαλά τις μυρωδιές του
κόσμου... των οριζόντων... της γης. Οι ναυτικοί σε
δαύτον διαβάζουν τις αλλαγές του καιρού... το αγέρι
είναι αυτό που κουβαλά τη μυρωδιά της βροχής που
με τόση λαχτάρα καρτερά ο γεωργός.Μα είναι κι
αυτός που φορτώνεται τον ψυχισμό ενός λαού. Την πίκρα και τη
χαρά του. Την ελπίδα και το πάθος του. Ολα πλανιούνται στ’
αγέρι και τίποτε δεν μένει κρυφό απ’ αυτό. Και τι περίεργο στ’
αλήθεια. Ενώ δεν έχει λόγια... ενώ στο γαλαζόχαρτο του ουρανού
δεν υπάρχει καμία γραφή, όλοι μπορούν να «διαβάζουν» ό,τι
κουβαλάει. Και δαύτο είναι που φέρνει τη χαρά, την αισιοδοξία
ή την πίκρα. Ολα τα νιώθουμε να κινούνται στ’ αγέρι. Δεν
υπάρχει τίποτε πιο άπιαστο και άδηλο στον κόσμο κι όμως να
λέει τόσα πολλά.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Ερωτικό 4

Παραδομένος στη γλυκιά θωπεία του ήλιου
μ’ έναν ουρανό μπροστά μου, να με
προκαλεί να γράψω με μολυβδοκόντυλο των σύννεφων,
τις σκέψεις μου και τα όνειρα της καρδιάς μου.
Με τη νερένια αλάνα ν’ απλώνεται μπροστά μου
και να με καλεί στα ταξίδια του μύθου,
και μ’ όλη αυτή την αλήθεια του
κόσμου γύρω μου... με μια ξεχασμένη σταγόνα της
βροχής να πλανιέται ακόμη στ’ αγέρι, σαν δάκρυ
που λησμονήθηκε στους δρόμους της
απεραντοσύνης, ανάγειρα το κεφάλι
και με την ανάσα μου έγραψα στον ουρανό
Να’ σαι καλά όπου και να’ σαι... Σ’ αγαπώ....

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Ερωτικό 3

Πως ρυτιδώνει το κορμί
Στο άγγιγμα της δικής σου ανάσας

Πως τρίζουν οι φλέβες στο άκουσμα της φωνής σου
Συγκλονίζεται και τρέμει το κορμί μου

Σιγανομουρμουρίζει το αίμα στις φλέβες μου
Άκου...βρυχάται ..τ’ όνομα σου ζωγραφίζει.

Άγριες πινελιές το πάθος χαράζει
δίχως τέλος, δίχως αρχή
γλυκός ο πόνος...Αχ!...πως τον ζητά,
σαν δροσερή ανάσα, μέσα να λουστεί
η καμένη από την δική σου λάβρα,
χαμένη στην μαύρη άβυσσο ψυχή μου!

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Ερωτικό 2

Πως μπορούν οι λέξεις να σπονδυλωθούν
όταν ο έρωτας, γλιστρά, σαν ίσκιος στο σκοτάδι

Πως μπορούν να σκληρύνουν οι αρθρώσεις
όταν ο έρωτας, μοιάζει,
με ποταμιού γλυκό μουρμούρισμα

Ποιά τείχη μέσα τους μπορούν τον έρωτα να κλείσουν,
Αφού είναι σώμα άσαρκο, σιωπηλή προσευχή
και μυστική κουβέντα των ψυχών

Με ποια λόγια να τον περιγράψω
Αφού εκφράζεται, μόνο,
Μέσα απ’ την άχνα της ανάσας

Σαν κεραυνός που σβήνει
σ’ ανοιχτή παλάμη, μοιάζει,
και ένα σημάδι αφήνει.

Και τρέχουν μάγισσες
τρελές και μεθυσμένες
κοιτούν παλιές περγαμηνές
κάτω από ιστούς αράχνης φυλαγμένες

Καίνε νεκρά κομμάτια από φλέβα
Κόβουν κομμάτια απ’ τη σελήνη
Αλαφιάζονται, παραμιλούν
την ορμηνειά τους δεν μπορούν να πουν
πνίγεται η λαλιά τους, στο ίδιο τους αίμα.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Νάσαι καλά...

Με κοίταξες, μου μίλησες και τότε
Η καρδιά χαμογέλασε.
Ψέκασε και το αγέρι με το άρωμα της αγάπης
Τα σχήματα, τα χρώματα λες και βυθίστηκαν
στο καζάνι της ομορφιάς.
Προβάλανε αυθεντικά,
κρύβοντας την αλήθεια.

Δεν βιαζόμουν.. είναι όμορφα να περπατά κανείς
Στο δρόμο του έρωτα και της αλήθειας.
Πόσες και πόσες εικόνες απλότητας δεν εισέπραξα;
απαρατήρητες εικόνες που είχανε τόσα να μου πουν,
να μου θυμίσουν, κι ίσως να μου ξαναδιδάξουν
την απλότητα του αυθεντικού και του ωραίου.
Την ομορφιά της αγάπης και του να γνοιάζεσαι.

Η μέρα ήτανε διάφανη, λες και τη νύχτα ο ουρανός
έστειλε τη βρόχινη σκούπα του και καθάρισε
Ξέπλυνε τα ψέματα και τις ασχήμιες
Κι’ έτσι καθώς πήγαινα, είδα μια ανθισμένη
λεμονιά και κοντοστάθηκα. Ήθελα να πάρω και μια
ανάσα απ’ το καθημερινό μου λαχάνιασμα.
Την αγωνία του έρωτα
Την κοίταξα και... μέθυσα απ’ τη μυρωδιά
της. Απ’ τη μυρωδιά του αυθεντικού.
Ήταν σαν ένα χαστούκι η ομορφιά που με άγγιξε.
Κοίταξα τα κατάλευκα λουλουδάκια της
και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα
πρέπει να είναι οι σταγόνες αγνότητας. Κι αναρωτήθηκα...

Πέρασες από δίπλα μου τυλιγμένη στα ψεύτικα λόγια σου,
γύρισα να κρατηθώ από τη λεμονιά..

Και κάτω απ’ όλ’ αυτά είδα
κάτι όνειρα σαν στημένες λεμονόκουπες που
καρτερούσαν, όπως και τα σκουπίδια,
τον οδοκαθαριστή, να τα μαζέψει.
Και σκέφτηκα ότι ίσως κάποια μέρα, να μαζέψει και τα
ΣΚΟΡΠΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.