Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Το βράδυ.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
να βγω μεταμεσονύχτια στους έρημους κήπους
και να τρυγώ ανθούς που στάζουνε τις κρύες σταγόνες θλίψης,
εκεί όπου μυρίζει σάπιο, και θάνατος υγρός απ’ τα πεσμένα φύλλα,
κι ο άνεμος, νεκρών κουβέντες κουβαλάει,
μάταια με τον χρόνο κανείς  αναμετριέται, λένε,
γιατί η ζωή σταγόνα είναι και κυλάει,
γίνεται κρυστάλλινη λεπίδα και σε προσπερνάει.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
σαν φίλος ν’ ανταμώσω με το φεγγάρι, να του μιλώ,
να το θωρώ, στο κυπαρίσσι σαν καθίσει,
πόσο όμορφο είναι, μελαγχολικό, ωχρό
μαυροντυμένο με ένα κλωνί βασιλικό
στο πέτο, μαραμένο.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ
δεν έχω τίποτε άλλο πια να περιμένω

έγινε η καρδιά μου φίλος με το πόνο.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Τ’ απογεύματα τα δικά μου, δεν έχουν χρόνο, ούτε και τόπο,

είναι γεμάτα απέραντο γαλάζιο και ψιθύρους συνοδούς,

με βυζαντινόχρωμα ζωγραφίζει στα σύννεφα καθώς ο ήλιος γέρνει,

δυο βλέφαρα δοξαρωτά και φρύδια σαν κρεμαστές καμάρες

π’ απάνω τους γέρνω σιωπηλός κι ακούω μια μπαλάντα

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014


Καλημέρα

 

Είναι κάτι χαραυγές που είναι τόσο διάφανες που βυθίζεσαι μέσα τους και σε ταξιδεύουν. Σε παίρνουν θαρρείς, σαν μικρό παιδί, από το χέρι και αρχίζεις να περπατάς τα μονοπάτια της ανθρώπινης ιστορίας. Διαβαίνεις τους σημαδεμένους δρόμους απ’ εκείνους που είχαν τη τόλμη να σταθούν μπροστά στον ολοκληρωτισμό και στην αδικία και ύψωσαν τη φωνή και τη γροθιά τους και γεμίζει η ψυχή σου με δέος και σεβασμό.
 

Τι σημασία έχει αν έχουν αλλάξει τα λάβαρα της εξουσίας. Τα τσακάλια του αφανισμού, όσο κι αν έχουν μεταλλαχτεί, βρίσκονται εκεί, κρυμμένα στις σκιές και παραμονεύουν ασεβείς όπως πάντα προς την ανθρώπινη ζωή.

Κοιτάνε γύρω τους και βλέπουν λαούς που σπαράσσονται από βίαια ξεσπάσματα ζητώντας κοινωνική δικαιοσύνη. Τους κυριεύει ο υπαρξιακός τους φόβος, γι αυτό και γίνονται πιο σκληροί, πιο αιμοσταγείς κι αδίστακτοι. Δεν μπόρεσαν ως τώρα να καταλάβουν και να κατανοήσουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει για πολύ τις αλυσίδες. Κάποια στιγμή θα γεμίσει με θυμό κι οργή. Θα αγωνιστεί. Θα ψηλώσει το κεφάλι του έστω κι αν ξέρει ότι μπορεί και να το χάσει.
 

Σ αυτό το κόσμο που κουβαλά το πάθος της κατάκτησης και της ασέβειας, πρέπει  επιτέλους να αφυπνιστούμε, να νοιώσουμε την ιερότητα και το σεβασμό των πραγμάτων. Να αντιληφθούμε ότι  η ουσία δεν αλλάζει με τίποτα, είναι πάντα η ίδια, και να στείλουμε το μήνυμα στις εξουσίες, ότι ο λόγος ανήκει στον άνθρωπο.

 
Οι λαοί έμαθαν να αντέχουν. Οι αστικές εξουσίες είναι που δεν αντέχουν γιατί μέσα στο φως της αλήθειας δεν μπορούν να κρύψουν τον σκοτεινό τους εαυτό.

Κι αν αυτοί στέκουν μπροστά στο αύριο με το όραμα της εξουσίας, εμείς οι απλοί άνθρωποι  στεκόμαστε με υπομονή μπροστά στο όραμα της δικαίωσης. Κι αλίμονο όταν αυτή η υπομονή ξεχειλίσει και γίνει ποτάμι. Θα παρασύρει στο ξέσπασμα του αυτούς που δεν σεβάστηκαν την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά τους.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014


Η θλίψη του ποιητή

 
Εγώ δεν είμαι ο ποιητής που ποτέ σου θ’ αγαπήσεις,

δεν θα με βρεις τις μέρες, ούτε σε τόπους λαμπερούς 

Εγώ βγαίνω τις νύχτες λαθραία και κυνηγημένος στα νεκροταφεία

διαβάζω τις επιτύμβιες πλάκες και μαυρομολυβιάζω τις σβησμένες επιγραφές  

Δεν θα αναγνωρίσεις το πρόσωπο μου γιατί σκύβω το κεφάλι

καθώς προσπερνώ τα αγάλματα των προγόνων μου,

και γράφω συνθήματα σε τοίχους χορταριασμένους απ’ την υγρασία και τη μούχλα

Θα με βρεις ξενύχτη στα έρημα πάρκα

ή στο νεκροτομείο για την αναγνώριση ενός ακόμα δολοφονημένου ονείρου 

Βρίζω τις άσπλαχνες μοίρες και βάζω κατάρες στις ναυαγισμένες ευχές,

ουρλιάζω ερωτήσεις αν και το ξέρω πως, δεν θα απαντηθούν ποτέ 

Μασώ φύλλα καπνού και καθαρίζω μόνο τις πληγές του ματωμένου θεού μου,

κοιτώ και μαραζώνω για το χιόνι που λιώνει στ’ αντρίκειο χάδι τ’ ανέμου  

Δακρύζω για την ξεσκισμένη και ποδοπατημένη αξιοπρέπεια του ανθρώπου

και για τη τιμή του που περιφέρεται στα στόματα αδέσποτων σκυλιών 

Θλίβομαι καθώς σε κοιτώ να σκορπάς τη ζωή σου

σε κυνήγι υλικών θεών, κι από τα δάκτυλα σου να κυλά

άσκοπα σαν σταγόνα νερό σε κήπο νεκρό 

Είμαι πληγή που ματώνει καθώς απεγνωσμένα

αναζητώ χαραμάδες να μπω στον ύπνο σου και να σου μιλήσω

για την ομορφιά που χάνεται στο ξέφτισμα  του χρόνου,

και για τις ξεχασμένες αισθήσεις, για τη σπατάλη της ζωής,

να σου θυμίσω, άνθρωπε, πως είσαι δέσμιος στην επιθυμία

και τ’ άσπλαχνο αγκάλιασμα των ημερών

Εγώ σου το ‘πα, δεν είμαι ο ποιητής που ποτέ σου θ’ αγαπήσεις,

γιατί δεν σε συγχωρώ που ξέχασες πως είναι να χαμογελάς,

και σε κατηγορώ που στη πλάνη σου έπαυσες, να  ζεις και ν’ αγαπάς

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


Θυμάσαι;

 

Θυμάσαι; Τις νύχτες στο κήπο μας είχαμε πάντοτε γιορτή,

κολυμπούσαμε μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια,

ο ουρανός κατέβαινε και μας σήκωνε στη πλάτη του,

κι εμείς στ’ απέραντο του, σχεδιάζαμε ταξίδια
 

Θυμάσαι; Τα σύννεφα έστυβα, τα χείλη σου να ξεδιψάσεις

κι από τ’ αστέρια έκλεβα το φως, στο δρόμο σου το σκόρπιζα

μην τυχών και στο σκότος εσύ τρομάξεις

 
Τώρα στην δική μας την αυλή, φύτρωσε χορτάρι μαύρο,

κι έχει η καρδιά, σαν δειλινό, τα πέταλα της κλείσει,

δεν κελαηδούν τ’ αηδόνια, μόνο σκούζουν ακρίδες νηστικές

που κρέμονται απ’ τα σάπια δόντια τους, βατράχων σάρκες
 

Στου προδομένου την αυλή, κουρνιάζει η νύχτα στ΄ αγκάθια,

κοράκια μαύρα παντρεύονται τον ήλιο  και τη βροχή,

κολυμπούν σε ένα πηγάδι αίμα, και φέρνουν στο φως

πικρό, δύσμορφο τον αμαρτωλό καρπό τους,

που πνίγει την αγάπη, με της ψευτιάς του, τις αναθυμιάσεις.

 

 

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


 
Ν ακούς τις σιωπές

  

Σε κρεβάτια υγρά από έρωτα

άφησα το κορμί μου να κυλήσει

σε μια πορεία που ήταν απ’ αρχής σχεδιασμένη

κι είναι όλα έτοιμα για την τελευταία μου φυγή

 
Θανάτου μυρωδιά πλανάται στον αέρα

το ξέρω με περιμένει καρτερικά

στη γωνιά σαν κέρβερος πεινασμένος

 
Βουβό κενό με καταπίνει

σιωπηλά σαν του νερού

τ’  άδειο αγκάλιασμα

 
Ξοδεύω αλύπητα τα λίγα όνειρα

που απέμειναν στις τρύπιες τσέπες μου

ένα όνειρο παράξενο μονάχα έχει μείνει

 
Ψάρια τυφλά με οδηγούν

και μ’ αιμάτινα δάκρυα στα μάτια οι Ερινύες

μου ψιθυρίζουνε  στ’ αυτί

καθώς των πεθαμένων μου τα κόκαλα

χτυπάνε λυπημένα

 
Το ξέρω, είναι πολύ αργά πια τώρα

λιώνω, σβήνω μαζί με τ’ όραμα μου

 
Να ακούς τις σιωπές,

θα ‘ναι τα λόγια μου που ακόμα δεν σου είπα.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ξέμεινε η νύχτα από νεκρούς και κήπους
κι εγώ βυθισμένος σ’ ένα φθινόπωρο δίχως προσδοκίες
με το κρύο χειμώνα της μοναξιάς στα μάτια
να κυλώ αφημένος στην αγκαλιά του Αχέροντα
φορώντας τη θλίψη κατάσαρκα
ηδονικά δοσμένος στης μοναξιάς το πηχτό κάλεσμα.
Ευωδιάζει το μαραμένο τριαντάφυλλο που έχω ριγμένο στο στήθος μου
και το φεγγάρι σαν χρυσή ελιά στο γκρίζο μάγουλο τ’ ουρανού
λάμπει καθώς χορταίνει με σάρκινη τροφή.
 

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Αύριο...


Κάθε βράδυ ξαναγυρίζω, στο ίδιο μέρος

Και μπροστά στο καθρέπτη

Φορώ  τ’ αληθινό μου πρόσωπο

Όσες φορές και να ξαναγύρισα

Ποτέ  ο ίδιος δεν ήμουνα

Στα κουρασμένα μάτια μου

Ξεχειμωνιάζουν οι μάταιες μέρες μου

Άδειες σαίτες στον αργαλειό

Το χρόνο  μου υφαίνουν

Στάλα – στάλα η ζωή μου χάνεται

Αύριο θα γράψω ένα ποίημα

Αύριο.......

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

 Το ζειμπέκικο της Αφροδίτης.

Σε ντύσανε μ' αγιόκλιμα κι ανθούς της λεμονιάς,
σε σκλαβοπάζαρο σε πάνε,
κι εσύ κεντάς τη λέξη, υπομονή

νύχτα φωτιά, φώτα σβηστά,
και αυτοί να σε τραβάνε
σε υπόγεια με χνώτα, βρώμικα

Τσιγγάνικα παζάρια γύρω σου και σε πουλάνε
κι αδελφός σου νταβατζής,
σαν Πόρνη που απ τα βυζιά της στέρεψε το γάλα
σμήνη απίστων το'χουν πιεί.

κόβεις το ρόδι της φύτρας και κρατάεις,
όρθια πλάτη και χούφτα ανοιχτή,
άπορη στον άπορο μοιράζεις,
της ανάγκης το δικό σου το ψωμί

σταυρώνεσαι μα τελεσφόρα ανασταίνεις
του ονείρου σου τη διαδρομή
αψηφάς σπιούνους, δοσιλόγους
πιστή στο ραντεβού σου
που σου'χουν ορίσει οι θεοί.

πως η απελπισία κάνει τον άνθρωπο θεριό
όμως δεν κλαίς γιατι στη θάλασσα το δάκρυ φτάνει
Κι’ εσύ θα τη πικράνεις, κι’ θάλασσα πρέπει να είναι αλμυρή

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012


Άτιτλο 13

 

Η θλίψη απόψε έχει γιορτή

κι' εσύ επίτιμη προσκεκλημένη.
 

Πρώτη γραμμή,

αναθεματίζεις τη μοναξιά σου,

κι' η χαρά άπιαστη, χωρίς κάτι καινούργιο.

 
Κλαις; τα δάκρυα σου στάζουν

ποτάμι στο κόρφο σου κυλάνε, άκου,

ο φλοίσβος θωπεύει την ελπίδα!

Κι' αν δεν μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία

καράβι γίνεται και σε φυγαδεύει απ' τη δυστυχία.

 
Η ανία απόψε έχει γιορτή,

κι' εσύ  αλιεύεις κοράλλια

στο βυθό των ματιών του

χαϊδεύοντας τις γραμμές του

σε σέπια κανναβάτσο.
 

Η απελπισία απόψε έχει γιορτή.

ξεπέταξε το χλωμό, μαραμένο ένα της στήθος

και σε κερνά δαφνομιλώντας.
 

Το όνειρο απόψε, γεννήθηκε

βγες έξω, και στο χιόνι ζωγράφισε

 

Αν ψάχνεις, αν ρωτάς, τι;

τότε , γιατί να το κάνεις;

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Εγώ θέλω να σου μιλήσω για το αγέρι!!!

Εγώ θέλω να σου μιλήσω για το αγέρι.

Τι είναι το αγέρι;
Οι ανάσες του στα ζεστά μας καλοκαίρια είναι χάδι δροσιάς.
Το χειμώνα ξυπνούν την τρυφερότητα της ζεστής γωνιάς... της
οικογενειακής θαλπωρής. Ομως το αγέρι είναι και ο καλύτερος
σύντροφος των ποιητών που αφουγκράζονται
τα μηνύματα που κουβαλά από τους ορίζοντες του κόσμου.
Και τα μηνύματα που αφουγκράζονται οι ποιητές είναι
τελείως διαφορετικά. Αγγίζουν το βάθος και φτάνουν στην καρδιά της
αλήθειας. Ο αέρας είναι ο απόκρυφος ταχυδρόμος
των οριζόντων... είναι ο πιο συμπαθής χαμάλης...
είναι εκείνος που κουβαλά τη μυστική ευχή μιας
μάνας που στέλνει στις σιωπές της στο ξενιτεμένο
της σπλάχνο. Ακόμη κουβαλά τις μυρωδιές του
κόσμου... των οριζόντων... της γης. Οι ναυτικοί σε
δαύτον διαβάζουν τις αλλαγές του καιρού... το αγέρι
είναι αυτό που κουβαλά τη μυρωδιά της βροχής που
με τόση λαχτάρα καρτερά ο γεωργός.Μα είναι κι
αυτός που φορτώνεται τον ψυχισμό ενός λαού. Την πίκρα και τη
χαρά του. Την ελπίδα και το πάθος του. Ολα πλανιούνται στ’
αγέρι και τίποτε δεν μένει κρυφό απ’ αυτό. Και τι περίεργο στ’
αλήθεια. Ενώ δεν έχει λόγια... ενώ στο γαλαζόχαρτο του ουρανού
δεν υπάρχει καμία γραφή, όλοι μπορούν να «διαβάζουν» ό,τι
κουβαλάει. Και δαύτο είναι που φέρνει τη χαρά, την αισιοδοξία
ή την πίκρα. Ολα τα νιώθουμε να κινούνται στ’ αγέρι. Δεν
υπάρχει τίποτε πιο άπιαστο και άδηλο στον κόσμο κι όμως να
λέει τόσα πολλά.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Ερωτικό 4

Παραδομένος στη γλυκιά θωπεία του ήλιου
μ’ έναν ουρανό μπροστά μου, να με
προκαλεί να γράψω με μολυβδοκόντυλο των σύννεφων,
τις σκέψεις μου και τα όνειρα της καρδιάς μου.
Με τη νερένια αλάνα ν’ απλώνεται μπροστά μου
και να με καλεί στα ταξίδια του μύθου,
και μ’ όλη αυτή την αλήθεια του
κόσμου γύρω μου... με μια ξεχασμένη σταγόνα της
βροχής να πλανιέται ακόμη στ’ αγέρι, σαν δάκρυ
που λησμονήθηκε στους δρόμους της
απεραντοσύνης, ανάγειρα το κεφάλι
και με την ανάσα μου έγραψα στον ουρανό
Να’ σαι καλά όπου και να’ σαι... Σ’ αγαπώ....

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα 'ΙΟΚΑΣΤΗ'

Σήκωσε το ποτήρι της ψηλά. - Άσπρο πάτο... Στράγγιξε και την τελευταία σταγόνα. Έφερε το άδειο ποτήρι μπροστά στα μάτια της. Το κοίταξε και βίδωσε τα πόδια στο πάτωμα . Στάθηκε. Προς στιγμή πήγε να πέσει. Ορθοπόδησε το κορμί, κύλησε η θλίψη και η ντροπή και άφησαν γυμνή την καρδιά της. Το αίμα έτρεχε, έδιωχνε τους ενδοιασμούς και τις αναστολές. - Είμαι η Ιοκάστη, από το Σάντο Ντομένικο και είμαι...τι είμαι; Μια πόρνη… Η φωνή της ακούστηκε σπασμένη. Τσαλακωμένη. Σε κάθε τσάκιση και ένας πόνος. Σε κάθε κόχη και μια πίκρα. Οι λέξεις βαμμένες, στο κόκκινο. Στο κόκκινο χρώμα της ντροπής και της απόγνωσης. - Αυτή είμαι και αυτό προσφέρω... δεν θυμάσαι πού με γνώρισες; ...Σε χρειάζομαι, όμως....φύγε, φύγε μακριά μου, πριν σε πονέσω... Λύγισε το κορμί. Λύγισε το κορμί και πόνεσε η ψυχή. Έσκουξε και έφυγε από τα στήθη της. Άδειασε καρδιά και κορμί. Βυθίστηκε. Έπιασε πάτο. Γαντζώθηκε στα βράχια και μπλέχτηκε στα φύκια. Ω! Τι γλυκά που φέγγει, το σκοτάδι... Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μια σπίθα ελπίδας και αισιοδοξίας άστραψε, για λίγο. Είχαν ο ένας τον άλλο. Και οι δυο μαζί μπορούσαν να ζωντανέψουν, αυτή την ανθρώπινη σπίθα που έλαμψε μέσα στη θλίψη και τη μηδενικότητα τους; ***** Δυο ψυχές. Πώς έγιναν ένα; Μηδενίστηκαν, έλειωσαν και έσμιξαν. Κατέβηκαν στην αμμουδιά. Η θάλασσα ακίνητη και αρυτίδωτη. Το φεγγάρι, γεμάτο. Το φως, τύλιξε τα δυο νωθρά και μουδιασμένα μυαλά και τα εξανέμισε. Στάθηκαν να κοιτά ο ένας τον άλλο στα μάτια. Κολλημένα τα δυο κορμιά, έμοιαζαν ένα. Τρόμαξαν οι καρδιές. Φούντωσαν. Παλίρροια φούσκωνε τα στήθια τους. Σαν νυκτερίδες τρομαγμένες από κάποιο δυνατό φως, τσίριξαν οι καρδιές. Άδειασαν και μπήκαν μέσα οι ψυχές... αεράκι ακίνητο, μια θύελλα τους τύλιξε. Γέμισε ο αέρας διαβόλους. Μια σύγκρουση. Μια μάχη πάθους, συναισθημάτων και αγάπης μεταξύ δυο διαφορετικών κόσμων... Έσμιξαν το πένθος και ο πόνος, με τον πόθο και την επιθυμία. Ζυμώθηκαν με το κρασί. Το μαύρο με το κόκκινο. Κινούμενη άμμος τα συναισθήματα τους. Βούλιαζαν μέσα. Γλυκιά παράδοση, εγκατάλειψη. Ζεστάθηκαν τα νεφρά της Ιοκάστης. Αφέθηκε. Ένα ζεστό, υγρό κύμα τους έβρεξε και τους δύο. Οι ψυχές τους μαζεύτηκαν. Έγιναν ένα κουβάρι και κατέβηκαν πιο κάτω από τη μέση. Έκαιγαν... Κύλησαν πιο κάτω από το τίποτα. Εξευτελίστηκαν, λερώθηκαν και μηδενίστηκαν. Ταπεινώθηκαν. Αλλοτριώθηκαν. Δεν τους άγγιζαν πλέον ενοχές και αναστολές. Αποτραβήχτηκε η Ιοκάστη. Με μια κίνηση, έμεινε γυμνή, - Έλα...έλα, του φώναξε, και άρχισε να τρέχει σαν αύρα στην αμμουδιά. Οι γοφοί της γυάλιζαν καθώς έσφιγγαν και ιδροκοπούσαν. Τα στήθη της, δυο λόφοι και λίγο πάρα κάτω ο τόπος της σταύρωσης. Ανέμενε και εκλιπαρούσε για τον δικό της σταυρό, να την λυτρώσει... Ο Σταυρινός, υπάκουσε. Έμεινε γυμνός. Σταυρός φάνταζε η γύμνια του, στο αντιφέγγισμα του ουρανού. Το ζώο ξύπνησε μέσα του. Σαν κριάρι που βρωμοκοπά αρσενικό, στο ζευγάρωμα, έτσι μύριζε ο ιδρώτας που τον έλουσε. Άρχισε να τρέχει. Να τρέχει για να την προφτάσει, μην τυχόν και σβήσει σαν όνειρο... Τα δυο κορμιά κυλίστηκαν στην υγρή άμμο. Τα γκρίζα, πέτρινα λαγόνια της λαμπύριζαν. Σαν άλογο χλιμίντριζε ο Σταυρινός. Αφρός έτρεχε από τα ρουθούνια του. Με ένα σάλτο και θα βυθιζόταν στο κενό, μαζί της... - Έλα...έλα, του είπε. Έσκυψε ο Σταυρινός και είδε, μύρισε και άγγιξε. Ο ιδρώτας της, η ανάσα της, η μυρωδιά του κορμιού της, τον τύλιξαν. Τον τύλιξαν και ζαλίστηκε. Μέθυσε και βάλθηκε να αναπνέει και να γεύεται όσο περισσότερο μπορούσε. Η ψυχή του αγαλλίασε. Δεν χόρταινε. Αφέθηκε η Ιοκάστη. Ίδρωσε και ύγρανε το κορμί της όσο περισσότερο μπορούσε. Ήθελε να τον χορτάσει και να του δώσει από το νέκταρ της να πιει, να ξεδιψάσει, για να μπορέσει και αυτή να πάρει περισσότερο... Κυμάτισε το κορμί της. Σπαρτάρισε και ρίγησε. Ανατρίχιασε η ψυχή της, τον πήρε από τους ώμους. Τον κοίταξε στα μάτια. Τον μύρισε και γεύτηκε τον ιδρώτα του. Άνοιξαν οι κήποι του παραδείσου... - Τώρα...Σταύρωσέ με. Λύτρωσέ με...σημάδεψέ με, με το άγγιγμα του πεπρωμένου... Φώναζε δυνατά και εκλιπαρούσε, η Ιοκάστη. Άνοιξαν οι ουρανοί. Το φεγγάρι κοκκίνισε. Χιλιάδες Άγγελοι παιάνιζαν. Τι γλυκιά μελωδία! Οι δυο ψυχές έγιναν μία! Έγιναν φωτιά. Μια φωτιά, που έκαιγε τα δυο κορμιά. Τα έκαιγε θυσία, ζητώντας λύτρωση και σωτηρία....σαν τόξα τεντωμένα κύρτωσαν τα δυο κορμιά...καμπάνες ακούστηκαν και ένα δάκρυ κύλησε. Έπλυνε τις δυο ψυχές. Καθάρισαν και λαμπύριζαν μέσα στα βρωμισμένα κορμιά, σαν αστέρια σε καθάριο ουρανό.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Απόσπασμα απ΄το μυθιστόρημα 'Ψάξε μέσα στη σιωπή μου"

Χάθηκε για λίγο στις ζεστές ερημιές της καρδιάς, της σκέψης και της ψυχής της. Κοίταξε τα παιδιά με μια ματιά γεμάτη αγάπη. Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε, «κάνε Θεέ μου να μπορέσουν απόψε όλα τα παιδιά να ονειρευτούν και να κάνουν στο όνειρο τους ένα ταξίδι. Γιατί το νοερό ταξίδι είναι το πιο ωραίο, το πιο όμορφο. Πρέπει να το κάνουν, γιατί αν δεν το βρουν και αν δεν υπάρχει μέσα τους το ταξίδι, δεν θα το βρουν ποτέ έξω στην πραγματικότητα ». Αποκοιμήθηκε τελευταία. Μια σιωπηλή και ασήμαντη σκιά άρχισε να σαλεύει στο κουρασμένο μυαλό της. Σαν πέταγμα πεταλούδας... « Ήταν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Ένοιωθε αλλόκοτα. Παράξενα. Δεν μπορούσε να σταθεί στα δυο της πόδια. Ακούμπησε τα χέρια κάτω. Αμέσως τα ρούχα της έγιναν δέρμα. Κόλλησαν πάνω της σαν επιδερμίδα στενεύοντας την. Κοίταξε μέσα σε μια λακκούβα από νερό. Καθρεπτίστηκε. Τρόμαξε μ’ αυτό που είδε. Είχε χρώμα κρεμ και μεγάλες τρίχες. Εκεί που πρώτα ήταν η καρδιά και τα νεφρά φάνηκαν μικρές κόκκινες κηλίδες που μεγάλωναν με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ήταν μια κατσίκα με κόκκινες βούλες! Ξαφνικά πετάχτηκαν από το χορτάρι χιλιάδες, μύρια τσιμπούρια και γέμισαν το κορμί της. Άρχισαν να της βυζαίνουν το γάλα, μετά το αίμα. Όσον τη βύζαιναν, λέπταινε. Εξαφανιζόταν η σάρκα, μετά τα κόκαλα. Της απόμεινε μόνο το δέρμα. Και τα τσιμπούρια όλο βύζαιναν. Λέπτυνε ακόμα περισσότερο. Εξαφανίστηκε η πρώτη βούλα. Μετά η δεύτερη, μετά ακόμα μία και έμεινε μόνο δέρμα που έμπαζε κρύο αέρα από τις τρύπες που άνοιξαν στη θέση των κόκκινων στρογγυλών σημαδιών. Γύρω της, χιλιάδες άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, ντυμένοι στα λευκά, παρακολουθούσαν γελώντας δυνατά από το θέαμα που έβλεπαν. Κάποιος ανάμεσα τους, φώναζε σπαραχτικά και κτυπούσε δυνατά τα χέρια του για να τρομάξει τα τσιμπούρια. Φώναζε και εκλιπαρούσε το πλήθος να κτυπήσει μαζί του ρυθμικά τα χέρια του, για να τα τρομάξουν. Αυτοί όχι μόνον δεν άκουαν, αλλά προσπαθούσαν να τον φιμώσουν και να του δέσουν τα χέρια, μην τυχόν και τους χαλάσει το θέαμα. Η φωνή του γνώριμη. Φερμένη καβάλα σε κάποια ριπή του ανέμου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Προσπαθούσε. Η αγωνία και ο τρόμος όμως έδιωχναν μακρυά τις μνήμες. Οι κραυγές του την έκαναν να ξυπνήσει και να ανοίξει τα μάτια». Κοίταξε τριγύρω. Ο ήλιος είχε πάρει το ανηφόρι και αγκομαχώντας βρισκόταν ήδη στη μέση του ουρανού. Γλιστρούσε μέσα στην κάμαρα που βρωμοκοπούσε ανθρώπινο ιδρώτα και χνώτα, και έκανε τους πέτρινους τοίχους να γεμίζουν σκιές. Ήταν μια κάμαρα που είχε μέσα της πολύ πένθος και πολλούς θανάτους από κορμιά που το μόνο κοινό που είχαν, ήταν το μονοπάτι που βάδιζαν. Δεν είχαν τίποτε να μοιραστούν παρά μόνο ο καθένας, έδινε χώρο στον άλλο.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Οι ‘βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις’ σας προσκαλούν  στη παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα Γιάννου Λαμπή
‘Ψάξε μέσα στη σιωπή μου’
Το έργο θα προλογίσει η διευθύντρια των Αναζητήσεων κα. Μαρία Στυλιανού και την ανάλυση θα κάνει
 ο συγγραφέας - δημοσιογράφος κ. Μάκης Αντωνόπουλος
Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα της πρώτης κυρίας της Δημοκρατίας,
κυρίας Έλσης Χριστόφια
η οποία θα απευθύνει σύντομο χαιρετισμό
Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010, η ώρα 7.30 μ.μ.
Πολιτιστικό Κέντρο της Ελληνικής Τράπεζας στη οδό Γλάδστωνος, Λεμεσός.
Τηλ: 25561963,  99692639
Χορηγoί επικοινωνίας: τηλεόραση Capital, περιοδικό First,  ράδιο Capital

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Ψάξε μέσα στη σιωπή μου....

Χάθηκε για λίγο στις ζεστές ερημιές της καρδιάς, της σκέψης και της ψυχής της. Κοίταξε τα παιδιά με μια ματιά γεμάτη αγάπη. Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε, «κάνε Θεέ μου να μπορέσουν απόψε όλα τα παιδιά να ονειρευτούν και να κάνουν στο όνειρο τους ένα ταξίδι. Γιατί το νοερό ταξίδι είναι το πιο ωραίο, το πιο όμορφο. Πρέπει να το κάνουν, γιατί αν δεν το βρουν και αν δεν υπάρχει μέσα τους το ταξίδι, δεν θα το βρουν ποτέ έξω στην πραγματικότητα ». Αποκοιμήθηκε τελευταία. Μια σιωπηλή και ασήμαντη σκιά άρχισε να σαλεύει στο κουρασμένο μυαλό της. Σαν πέταγμα πεταλούδας...


 

 

 
« Ήταν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Ένοιωθε αλλόκοτα. Παράξενα. Δεν μπορούσε να σταθεί στα δυο της πόδια. Ακούμπησε τα χέρια κάτω. Αμέσως τα ρούχα της έγιναν δέρμα. Κόλλησαν πάνω της σαν επιδερμίδα στενεύοντας την. Κοίταξε μέσα σε μια λακκούβα από νερό. Καθρεπτίστηκε. Τρόμαξε μ’ αυτό που είδε. Είχε χρώμα κρεμ και μεγάλες τρίχες. Εκεί που πρώτα ήταν η καρδιά και τα νεφρά φάνηκαν μικρές κόκκινες κηλίδες που μεγάλωναν με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ήταν μια κατσίκα με κόκκινες βούλες! Ξαφνικά πετάχτηκαν από το χορτάρι χιλιάδες, μύρια τσιμπούρια και γέμισαν το κορμί της. Άρχισαν να της βυζαίνουν το γάλα, μετά το αίμα. Όσον τη βύζαιναν, λέπταινε. Εξαφανιζόταν η σάρκα, μετά τα κόκαλα. Της απόμεινε μόνο το δέρμα. Και τα τσιμπούρια όλο βύζαιναν. Λέπτυνε ακόμα περισσότερο. Εξαφανίστηκε η πρώτη βούλα. Μετά η δεύτερη, μετά ακόμα μία και έμεινε μόνο δέρμα που έμπαζε κρύο αέρα από τις τρύπες που άνοιξαν στη θέση των κόκκινων στρογγυλών σημαδιών. Γύρω της, χιλιάδες άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, ντυμένοι στα λευκά, παρακολουθούσαν γελώντας δυνατά από το θέαμα που έβλεπαν. Κάποιος ανάμεσα τους, φώναζε σπαραχτικά και κτυπούσε δυνατά τα χέρια του για να τρομάξει τα τσιμπούρια. Φώναζε και εκλιπαρούσε το πλήθος να κτυπήσει μαζί του ρυθμικά τα χέρια του, για να τα τρομάξουν. Αυτοί όχι μόνον δεν άκουαν, αλλά προσπαθούσαν να τον φιμώσουν και να του δέσουν τα χέρια, μην τυχόν και τους χαλάσει το θέαμα. Η φωνή του γνώριμη. Φερμένη καβάλα σε κάποια ριπή του ανέμου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Προσπαθούσε. Η αγωνία και ο τρόμος όμως έδιωχναν μακρυά τις μνήμες. Οι κραυγές του την έκαναν να ξυπνήσει και να ανοίξει τα μάτια».

 

 

 
Κοίταξε τριγύρω. Ο ήλιος είχε πάρει το ανηφόρι και αγκομαχώντας βρισκόταν ήδη στη μέση του ουρανού. Γλιστρούσε μέσα στην κάμαρα που βρωμοκοπούσε ανθρώπινο ιδρώτα και χνώτα, και έκανε τους πέτρινους τοίχους να γεμίζουν σκιές. Ήταν μια κάμαρα που είχε μέσα της πολύ πένθος και πολλούς θανάτους από κορμιά που το μόνο κοινό που είχαν, ήταν το μονοπάτι που βάδιζαν. Δεν είχαν τίποτε να μοιραστούν παρά μόνο ο καθένας, έδινε χώρο στον άλλο

 
  1.  

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Ήταν μια νύκτα γεμάτη φθινόπωρο. Μια μάχη μεταξύ Αιόλου και Ποσειδώνα είχε ξεσπάσει. Ο ουρανός φοβήθηκε, σκοτείνιασε, και βάφτηκε στο απόλυτο μαύρο για να μην τον βρουν. Η θάλασσα ταράχτηκε. Θύμωσε και φούσκωνε. Φούσκωνε, ψήλωνε και πάσχιζε να χυθεί έξω, στην άμμο. Βουτούσαν στην υγρή, αγριεμένη αγκαλιά της οι Θεοί και εξαφανίζονταν. Κτυπούσαν τα πόδια τους στην άμμο και ορθοκόρμιζαν. Ανέβαιναν ψηλά και τόνοι νερού έτρεχαν σαν χείμαρροι από τα μαλλιά τους. Φυσούσε ο Αίολος και ξεπηδούσαν από τα γένια του Ποσειδώνα, φύκια, κοχύλια και καβούρια. Ανάδευε την τρίαινα του ο Ποσειδώνας κι άνοιγαν τα νερά. Άνοιγαν, ψήλωναν, αγκάλιαζαν τον άνεμο, τον φυλάκιζαν και κυλιόντουσαν πάνω στο υγροσέντονο. Έφταναν στην αμμουδιά και διαλύονταν με ένα δυνατό παφλασμό, γεμίζοντας την με χιλιάδες άσπρα προβατάκια.

Ο Σταυρινός και η Ελπίδα εκείνη τη νύκτα, είχαν πιει λίγο κρασί παραπάνω. Αναψοκοκκίνισαν τα μάγουλα τους και αποζητούσαν την ανάσα του δροσερού και κρύου αέρα για να τους δροσίσει. Μια πρωτόγνωρη κάψα έζωνε τα δυο κορμιά τους. Το αίμα τους κόχλαζε από νιότη και ερωτισμό που ξύπνησε μέσα τους, απαιτητικός.
Έτσι δεν δίστασαν να κατεβούν και ξυπόλυτοι να τρέχουν στην υγρή άμμο, κυνηγώντας φαντάσματα και πλάθοντας ιστορίες που δήθεν έγραφαν τα κύματα.

Σαν υγρή αρένα, που πάνω της πάλευαν χιλιάδες άνδρες, είδε την θάλασσα με τα μάτια της καρδιάς του ο Σταυρινός. Κτυπιόντουσαν, μάτωναν, σφαγιάζονταν για τα μάτια μιας γυναίκας. Μαυρομαλλούσας, πυκνοφρυδούσας, με στήθη σφιχτά, ίσα με μια γροθιά. Οι γοφοί της ζεστοί, πέτρινοι και ολόασπροι, όπως ο αφρός του γάλακτος την ώρα που αρμέγεται το βυζί μιας βουνίσιας αγριοκατσίκας. Ο νικητής θα την έκανε δική του, γι’αυτό και ο αγώνας ήταν τόσο σκληρός.

Και λέγοντας αυτά ζήτησε από την Ελπίδα τη δική της γνώμη.

Η Ελπίδα πήγε λίγο παραπέρα και με βραχνή φωνή σιγανομουρμούρισε, αφήνοντας τα λόγια της να τα πάρει ο αέρας,

- Απόψε η θάλασσα είναι σαν γυναίκα που καίγεται από πάθος και πόθο για καθαρό, γνήσιο και βαρβάτο αρσενικό. Κτυπιέται και βογκά για άγγιγμα και βυθίζεται στις φαντασιώσεις από τα χυδαία λόγια που τις ψιθυρίζει ο άνεμος, καθώς τη φιλά στο αυτί.

Οι λέξεις ταξίδεψαν στον αέρα, και όπως ήταν γεμάτες θάλασσα, έφτασαν στα αυτιά του Σταυρινού και του δημιούργησαν υγρές φαντασιώσεις. Γύρισε προς το μέρος της Ελπίδας και την είδε στα μάτια. Χρύσιζαν στο τελευταίο φως του φεγγαριού, καθώς έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα που πύκνωναν, και είχαν ήδη αρχίσει να ψιλοστάζουν.

Αμαζόνα μυθική φάνταζε στα μάτια του. Σαν φίδια ριγμένα στον ώμο τα μαύρα της μαλλιά, γαϊτανόφρυδη και μάτια μαχαίρια. Το άσπρο της πουκάμισο είχε βραχεί και τα στήθη της διαγράφονταν ολοκάθαρα και προκλητικά. Τον κοίταζαν με μια ξεδιάντροπη χυδαία ματιά και τον προκαλούσαν να τα γευτεί. Έτρεξε και την πήρε αγκαλιά ρουφώντας τα κερασένια της χείλη, ενώ τα χέρια του την έγδυναν σχίζοντας τα εσώρουχα της. Δεν είχε καιρό για χάσιμο και αβρότητες. Εδώ και τώρα το αρσενικό ζώο που ξύπνησε μέσα του απαιτούσε να γευτεί θηλυκή καυτή σάρκα. Η Ελπίδα είχε παραδοθεί στα χέρια και τις ορέξεις του και ανταποκρινόταν σαν λυσσασμένο ζώο τον καιρό του ζευγαρώματος.
Κυλίστηκαν στην άμμο και κτυπιόνταν προσπαθώντας να διεισδύσουν όσο πιο βαθιά μπορούσαν ο ένας στον άλλο, να γίνουν ένα σώμα, μια ψυχή. Ένα μεγάλο κύμα ήρθε και έσκασε απάνω τους, σκεπάζοντας τα δυο κορμιά, την ίδια ώρα ακριβώς που σταμάτησε ο χρόνος. Σαν ηφαίστειο την ώρα που εκρήγνυται ήταν η αποκορύφωση τους και λάβα καυτή έτρεξε από τα σωθικά τους χαρίζοντας τη λύτρωση από το παράφορο πάθος.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κριτική του μυθιστορήματος ΙΟΚΑΣΤΗ


ΓΙΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΗ: ΙΟΚΑΣΤΗ

Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Είναι με μεγάλη μου χαρά που διάβασα το βιβλίο του Γιάννου Λαμπή, ΙΟΚΑΣΤΗ. Αφενός γιατί η ιστορία, ως αυθύπαρκτη έμπνευση, ξεχειλίζει από αλήθειες, αφού, λίγο ή πολύ, όσα εκτυλίσσονται στα έγκατα της συμβαίνουν και έξω, στην ψυχή μας, στην γειτονιά μας, στην πόλη μας, στην πατρίδα μας, αλλά και στην άλλη μεριά του κόσμου. Αφετέρου δε γιατί, ο τρόπος που γράφει ο συγγραφέας είναι ενδιαφέρων: πλούσιο λεξιλόγιο, κοφτές φράσεις, έξοχες παρομοιώσεις και μια φωσφορίζουσα, θα μπορούσα να πω, κομψότητα. Η περιπέτεια του κεντρικού ήρωα, καθηλωτική. Δεν σε αφήνουν να ανασάνεις οι ανατροπές, ως επί το πλείστον δυσάρεστες, καίγεσαι, σαν κερί, με την εγκατάλειψη της Αμμοχώστου γιατί σου φέρνει προσωπικές μνήμες στο μυαλό, δένεσαι με την οικογένεια Πιμεντέλ, πότε κρύβεσαι στην τσέπη του Σταυρινού και πότε στο ριχτό φόρεμα της Ιοκάστης. Θεωρώ ότι στο μυθιστόρημα αυτό συνυπάρχουν, σε αρμονική διάταξη, η αγάπη και η φθορά της, ο έρωτας και οι δονήσεις του, ο πόνος και οι παρενέργειες του, η μοναξιά και τα σκαμπανεβάσματατης, η ευκολία με την οποία από το ζενίθ κατρακυλάμε στο ναδίρ, αλλά, ας το σημειώσω έντονα, και η άγραφη κυνικότητα που κυριαρχεί στο σωματεμπόριο, που είναι γάγγραινα στο πόδι της ανθρωπότητας. Δεν είναι, λοιπόν, εύκολο να αφήσεις στη μέση το διάβασμα, ούτε να αποσπαστεί η προσοχή σου. Ο συγγραφέας καταφέρνει, ίσως με ευφυή τεχνάσματα, να διατηρεί τους χαρακτήρες του, καλούς και κακούς, στο κέντρο της καταιγίδας η οποία δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν. Βέβαια, κοντά στις αναπόδραστες εξελίξεις υπάρχει και η γριά-μαμή , που φαίνεται να αποτελεί πηγή μαρτυρίων. Έτσι κι'αλλιώς, ο Σταυρινός και η Ιοκάστη ενώνουν τις τραγωδίες τους- τουλάχιστον στην αρχή. Αυτός είναι μόνος και βουτηγμένος στα προβλήματα. Αυτή είναι μόνη και βουτηγμένη στα προβλήματα, και επιπλέον, στο όνομα της τέχνης της Τερψιχόρης, παρασύρεται από τα λάγνα λόγια μερικών και έρχεται στην Κύπρο όπου ανακαλύπτει με σπαραγμό ότι η Τερψιχόρη (της ) θα πλαγιάζει με άντρες που συμπεριφέρονται σαν ζώα και με ζώα που συμπεριφέρονται σαν άντρες. (...) Έτσι μαζί με την εξουσία, ο σενιόρ Πιμεντέλ έχασε τη δουλειά του, τη δύναμη, το σεβασμό και οι λίγες οικονομίες που είχε εξανεμίστηκαν στο πι και φι, αφού η νέα σύντροφος του είχε τον τρόπο και τα μέσα να τον κάνει να ξοδεύει αλόγιστα για να βοηθήσει τη δική της οικογένεια . Άλλωστε, αυτός ήταν και ο αρχικός σκοπός της ( σελίδα 31 ).
(...) Μπαίνοντας στο γραφείο ο Σταυρινός ήταν σχεδόν σίγουρος ότι κακό θα άκουγε. Η αμηχανία των γιατρών και το μούδιασμα που ένοιωθε σε όλο του το κορμί ήταν σ'αυτόν, καθαρό σημάδι ότι κάτι τους έκρυβαν.
Δεν πρόκειται να σας μιλήσω με υπεκφυγές και μισόλογα, είπε ο γιατρός ( σελίδα 119 ).
Υπάρχει, λοιπόν, μία κλωστή που ενώνει τις δύο ιστορίες του Λαμπή, αλλά και μια άβυσσος που χάσκει ανάμεσα τους. Τελικά, η μόνη, προφανώς, που επιβιώνει πραγματικά είναι η αξιοπρέπεια, η οποία είναι μέγεθος υποκειμενικό. Όπως είναι μέγεθος υποκειμενικό και η φιλία, αν και, και για να μην πυροβολήσω την περιέργεια σας, θα αποφύγω να το τεκμηριώσω. Θα σας πω απλώς το εξής : αργά ή γρήγορα, όλοι γυρίζουμε εκεί που μας έχει τάξει η Μοίρα, μολονότι εγώ προσωπικά δεν ξέρω τι είναι η Μοίρα.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις βιβλιοεκδόσεις ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ. Σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Η πιο πάνω κριτική δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ στις 17/03/2010