Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Πόσο ζηλεύω τα σμάρια των πουλιών
Όταν πετάνε ψηλά στον ουρανό
Και στις φωλιές τους πίσω πάνε.
Με δίκασες, με καταδίκασες  χωρίς να φταίω
και σαν απόκληρος  τώρα  πλανιέμαι,
Κοιτάζω σ’ Ανατολή και Δύση
Γυρίζω τα μάτια μου σε Νότο και Βορρά.
Κι αναρωτιέμαι, μα πότε θα γυρίσω εγώ;

Και μέρα νύχτα η μοναξιά με βασανίζει!

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014


Απουσίες (3)

 

Κι αυτή η νύχτα ξέρει πως να με πονά, και δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι,

κουβαλά μαζί της την απουσία σου, και μου κτυπά τη πόρτα με το δικό σου

το βελούδινο χέρι, ανοίγω μα δεν είναι κανείς, ουρλιάζω,

ακόμα ένα παιγνίδι του σαλεμένου μου μυαλού,

δεν το αντέχω άλλο αυτό το βασανιστήριο κι αυτή τη μυρωδιά σου

που κυκλοφορεί υγρή τις νύχτες στη κάμαρα μου

βάφοντας τους τοίχους με τ’ όνομα σου σε χρώμα

κόκκινο βυθισμένων φύλλων του φθινοπώρου

ούτε αυτό το θόρυβο από τα βλέφαρα σου που δεν λέει να σωπάσει

και τόσο μοιάζει με το θρόισμα των τρεμάμενων χεριών μου την ώρα

που ταξίδευαν στις γόνιμες κοιλάδες του κορμιού σου

δεν τις μπορώ άλλο αυτές τις κραυγές μας, μοιάζουν

σαν τρομαγμένου γλάρου φωνές που ορμούν στη κάμαρα μου

και κρύβονται στις σκιές των δοκαριών
 

Μαζεύομαι στην άκρη ενός σιντριβανιού καταμεσής σου,

φτερούγες πύρινες ξεπηδούν, θέλουν να με καταπιούν

αχ! πόσο μοιάζουν με τετράφυλλο λουλούδι από σάρκα,, 

κι αυτό το φλιτζάνι που άγγιξαν τα δυο σου χείλη, τ’ ακουμπώ ευλαβικά

στ’ αυτιά μου, κι ακούω όλα όσα δεν μου είπανε ποτέ
 

Κι αυτή η νύχτα ξέρει πως να με πονά, με παίρνει απ’ το χέρι

και με κουβαλά πάντα μαζί της σε κακόφημα μέρη και οίκους ανοχής

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014


Παγκόσμια Μάνα

 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

κι ήταν σαν να  έτρεχες μπροστά τον θάνατο να προλάβεις,

και να τον κάνεις δικό σου, μετά σε είδα να κρεμάς τη μαντίλα σου

στα δόντια του χάροντα κι είχες τα στήθια ανοικτά

σαν να σημάδευες την εξουσία της παραφροσύνης

με τη κάνη του πόνου σου για να θάψεις το νεκρό γιο σου
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

γονατισμένη ήσουνα μπροστά σε ένα τσακισμένο σώμα ριγμένο

πάνω σ ένα κρεβάτι χώμα, και καθώς οι ματωμένες άκρες των μαλλιών του ακουμπούσαν στα κομμάτια μιας οβίδας

κόλασης φωτιές έζωναν το κορμί σου και εσύ μάταια έψαχνες ένα όνομα

να φωνάξεις, ξέχασες στη θλίψη σου πως οι Θεοί τα κρατούν μυστικά
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

μα ήσουν αλλιώς, τα μάτια σου ολοένα  βάθαιναν και

το μέτωπο σου ήταν μια τεράστια αυλακιά

και  τα χέρια σου γίνονταν όλο και πιο δισταχτικά, όμοια

με φύλλα ξερά, κι ανίκανα έπεφταν σε ματωμένα σεντόνια

καθώς η λύπη οδηγούσε την αφή σου σε  παλάμες πετρωμένες σε σχήμα γροθιάς

γιατί ήξερες πλέον ότι αγαπάς για πάντα έχει πεθάνει και

πως δεν μπορείς ν’ αναστήσεις τον ήλιο αφού νεκρώσει
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις

κατάλαβα πως μετρούσες όχι με πόσες γέννες, αλλά

με πόσους θανάτους θα έπρεπε να ζήσεις, και σε είδα

να οπλίζεσαι με χαμόγελο για να φοβίσεις το θάνατο,

κι άφηνες ελεύθερα το δάκρυ στη γης για να ποτίσει

κι ας το ένοιωθα πως ήξερες ότι δεν είναι λουλούδια, αλλά

είναι που άνθισαν οι νεκροί γιοι που έθαψες και φυτρώσαν 
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

την ώρα που σφαγιάζαν πάλι την αλήθεια

και τη στιγμή που ματώναν οι κατάλευκες σημαίες,

με σφιγμένη τη γροθιά και μ’ ένα κοπάδι ήχων της λύπης που περίσσευε

αποχαιρετούσες τα παιδιά σου που σαν λυπημένα κρίνα

πέθαιναν και τη μοιραία τους λάμψη εσύ θρηνούσες

θανάσιμο κρύο στο στόμα τους την ώρα που έσβηναν και

φώναζαν τ’ όνομα σου,  Μάνα
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

έψαξα στο βλέμμα σου και είδα τη ψυχή σου,

μαύρη είναι η θάλασσα χωρίς τα κύματα της, μαύρη

και της μάνας η ψυχή δίχως τα παιδιά της

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


Θυμάσαι;

 

Θυμάσαι; Τις νύχτες στο κήπο μας είχαμε πάντοτε γιορτή,

κολυμπούσαμε μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια,

ο ουρανός κατέβαινε και μας σήκωνε στη πλάτη του,

κι εμείς στ’ απέραντο του, σχεδιάζαμε ταξίδια
 

Θυμάσαι; Τα σύννεφα έστυβα, τα χείλη σου να ξεδιψάσεις

κι από τ’ αστέρια έκλεβα το φως, στο δρόμο σου το σκόρπιζα

μην τυχών και στο σκότος εσύ τρομάξεις

 
Τώρα στην δική μας την αυλή, φύτρωσε χορτάρι μαύρο,

κι έχει η καρδιά, σαν δειλινό, τα πέταλα της κλείσει,

δεν κελαηδούν τ’ αηδόνια, μόνο σκούζουν ακρίδες νηστικές

που κρέμονται απ’ τα σάπια δόντια τους, βατράχων σάρκες
 

Στου προδομένου την αυλή, κουρνιάζει η νύχτα στ΄ αγκάθια,

κοράκια μαύρα παντρεύονται τον ήλιο  και τη βροχή,

κολυμπούν σε ένα πηγάδι αίμα, και φέρνουν στο φως

πικρό, δύσμορφο τον αμαρτωλό καρπό τους,

που πνίγει την αγάπη, με της ψευτιάς του, τις αναθυμιάσεις.

 

 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013


Εμείς!!

 
Πόθοι λευκοί σαν κρίνοι, σταλάζουν άλικο αίμα,

και κάνουν της  καρδιάς  τα πέταλα ν’ ανοίγουν,

Ξεχνώ καθώς βυθίζομαι μέσα στα μάτια σου, ποιος είμαι

Και όταν μου λες πως μ’ αγαπάς, ανοίγει ο ουρανός,

και το φεγγάρι αμολά τα χρυσά του τα μαλλιά,

κυλούν από ψηλά λιωμένο ασήμι οι Αγγέλοι

και τα σκοτάδια σκορπίζουν, φωτίζουν και καίγουν κάθε δισταγμό

 
Ταξιδεύω, αναζητώντας πάνω στη γυμνή σου σάρκα μια ρωγμή,

Στον κρυμμένο σου κήπο με τα χρυσάνθεμα να μπω,

και με πυρούμενο δαυλό, να πυρπολήσω τα όνειρα σου

σαν κινούμενες φλόγες ανοίγουμε δρόμο προς τον ουρανό

αν και καλά ξέρουμε κι δυο, ότι ο έρωτας και η αγάπη

με το χρόνο, θηρία γίνονται, ξεσχίζουν και ματώνουν

 
Καθώς οι ανάσες μας μπλέκονται ερωτικά

τρυγώ του ιδρώτα σου σταγόνες, που σαν ρουμπίνια

κεντήσαν το κορμί σου, το ξέρω καλά, πως

μια σταγόνα του , ειν’ αρκετή

ξόρκι να γενεί, της μαύρης μοναξιάς μου
 

Αγαπημένη μου, άσε με, ν’ ανασαίνω εγώ για σένα,

να γίνω το στρώμα σου, το σεντόνι και το μαξιλάρι σου,

να γεύομαι τη σάρκα σου, το τρυφερό το άγγιγμα σου

νάμαι σιμά σου την ώρα που το χάραμα,

θ’ ακουμπά τον ήλιο στον μαλλιά σου

Και όταν νυσταγμένα, καλημέρα, στο αέρα θ’ αμολάς

θα σμίγει τότε αρμονικά, με κάθε ήχο απ’ το απαλό κορμί σου,

αμίλητος εγώ, σε μια γωνιά, γλυκά θ’ ανατριχιάζω,

τι μελωδία Θεϊκή! Κοινός θνητός δεν θα λογιέμαι πια,

αλλά, ακροατής των αηδονιών.

 

Έγινε ροζ και γλυκό στα χείλη το τσιγάρο

Φουσκωμένα, καυτά κύματα του νου ορμούν

αδίστακτα, και δυο λέξεις αλύπητα σφαγιάζουν,

Εσύ, εγώ, θρύψαλα γίνονται, κομμάτια και εξαφανίζονται

Και στη θέση τους φυτρώνει, ένας γλυκύτατος ανθός,

Θα το ονομάσω....Εμείς!

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013


Κυνηγός τ’ ονείρου

 

Ο Σελίμ, ξεπρόβαλε δειλά το κεφάλι του από το άνοιγμα της πόρτας. Σαν γροθιά στο πρόσωπο τον κτύπησε το κρύο. Κοίταξε το γειτονικό σπίτι και μετά το αντικρινό. Και τα δύο ήσαν φωτισμένα. Μικρά, πολύχρωμα λαμπιόνια αναβόσβηναν στα τζαμοπαράθυρα. Οι τσιμινιέρες κάπνιζαν. Λίγο πριν κλείσει τη πόρτα έριξε μια ματιά ως το βάθος που έσβηνε ο δρόμος.  Όλα τα φανάρια ήταν αναμμένα. Από τους φανοστάτες κρέμονταν Άγγελοι λευκοί και χρυσαφένιες καμπάνες. Όλα λουσμένα μέσα σε άπλετο ζεστό φωτισμό.  Χαμογέλασε πικρά. « σίγουρα δεν υπάρχει πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση της περιοχής, έπρεπε να το είχα πληρώσει », συλλογίστηκε.« δεν πειράζει όμως, εγώ μπορεί να μην έχω ηλεκτρισμό, αλλά ο μικρός μου ο Αλί, σήμερα πήγε στο σχολείο με φαγητό στη σάκα του, για το διάλειμμα. Αυτό μου είπε η μάνα του, πριν λίγο όταν της τηλεφώνησα. Αχ, καλή μου Ράνια, πόσο μου έχετε λείψει!».

 

Τ’ αγιάζι γλιστρούσε σαν φίδι από τις χαραμάδες και πάγωνε τη  σκοτεινή κάμαρα. Έτριψε μεταξύ τους τις αργασμένες χούφτες του για να ζεσταθεί. Τράβηξε μια χιλιότρυπη κουβέρτα και σκεπάστηκε. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται. Όμως μάταια. Κάθε σφύριγμα του λυσσασμένου αέρα, έφερνε στο μυαλό του και μια ανάμνηση. Σήμερα στην οικοδομή ένας συνάδελφος του τον ρώτησε, « από πού είσαι, ποιά είναι η πατρίδα σου, σε περιμένει κανείς εκεί; ».  Το κρύο του τρυπούσε τα κόκαλα. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά, μήπως και ζεσταθεί. Μια καμαρούλα, δύο μέτρα επί δύο. Πέντε βήματα όλα κι όλα, και ξανά πίσω. « μπορεί η ελπίδα και τα όνειρα μου να με έφεραν εδώ. Αλλά,ναι, έχω κι εγώ πατρίδα. Την αγαπώ τη πατρίδα μου. Εκεί έχω και οικογένεια. Ναι, αλήθεια σου λέω, έχω και οικογένεια. Μια γυναίκα που την αγαπώ και με αγαπά. Και, έχω κι ένα γιο, θα πρέπει να έχει ψηλώσει τώρα, σωστός άνδρας, θα έγινε ». Αυτά ήθελε να του πει, αλλά ένας κόμπος του έφραξε το λαιμό. Δεν έβγαινε η φωνή του. Κύλησε σαν ένα χοντρό μαύρο δάκρυ, που το σκούπισε  αμέσως, μην το δει κανείς.

 

Από μακριά ακούστηκε μια καμπάνα. Σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και αφουγκράστηκε. Κτυπούσε χαρμόσυνα, αναγγέλλοντας τη γέννηση του Χριστού. Ο ήχος πέρασε στο κεφάλι του και ζωντάνεψε τις αναμνήσεις του. Το μυαλό του ταξίδεψε τρία χρόνια πριν, τη μέρα που του κτύπησε τη πόρτα ένας παλιός γνώριμος του. Τον καλοδέχτηκε. Ήταν φιλόξενος άνθρωπος. Δεν ήταν πλούσιος, όμως από το σπίτι του Σελίμ, δεν έφευγε κανείς χωρίς να κεραστεί και να ξεκουραστεί. Του μίλησε για μια νέα ζωή. Του έδειξε φωτογραφίες με σπίτια φωτεινά. Γυναίκες με ολοκαίνουργια ρούχα να χαμογελάνε. Μαγαζιά τεράστια με λιχουδιές και κάθε λογής νοστιμιά. Του έδειξε τη φωτογραφία ενός αγοριού. Πρέπει να ήταν περίπου πέντε χρονών, στην ηλικία του γιου του, του Αλί. Φορούσε γκρίζο παντελόνι, πουκάμισο άσπρο κολλαριστό και στην ράχη μια ολοκαίνουργια σάκα. Περνούσε εκείνη τη στιγμή το κάγκελο για να μπει στο προαύλιο του σχολείου. Στο πρόσωπο του έλαμπε ένα χαμόγελο ευτυχίας καθώς η μαμά του έδινε ένα σάντουιτς και ένα χυμό. Τον ρώτησε, θυμάται, τότε ο γνωστός. « δεν θα ήθελες να δεις αυτό το χαμόγελο και στου παιδιού σου το πρόσωπο;». Το όνειρο ήδη είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται μέσα στο μυαλό του Σελίμ όταν η φωνή του επισκέπτη του, το διάκοψε στη μέση.

« σου δίνω την ευκαιρία να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα».

« Πέρασαν τρία χρόνια και όμως ακόμα την αναζητώ », η κραυγή του Σελίμ ακούστηκε σαν αντίλαλος μέσα στο γυμνό και μισοσκότεινο δωμάτιο.

 

Ξαφνικά χοντρές σταγόνες βροχής κτύπησαν τη τσίγκινη οροφή του στενάχωρου δωματίου του Σελίμ. Τρόμαξε. Έφερε τα χέρια σταυρωτά μπροστά στο στήθος του και αρχίνησε να τρίβει τα μπράτσα του. Κρύωνε. Τα χείλη του είχαν μπλαβίσει.

Σε λίγο, το νερό άρχισε να στάζει από τη στέγη. Κούρνιασε σε μια γωνιά. Σαν ένα χέρι δυνατό οι αναμνήσεις  τον κρατούσαν δέσμιο στα προηγούμενα τρία χρόνια. Ο τελώνης είχε λαδωθεί και άφησε την καγκελόπορτα της αποβάθρας ανοιχτή. Μεσάνυχτα. Αφέγγαρα. Ο δρόμος για το κυνήγι του ονείρου ξεκινούσε. Μαζί με καμιά δεκαριά άλλους συμπατριώτες του βρέθηκαν μέσα σε ένα σαπιοκάραβο. Τους οδήγησαν στο αμπάρι. Μύριζε πετρέλαιο και κλεισούρα. Τους έριξαν πίσω από στοιβαγμένα εμπορεύματα. « λαθρομετανάστες », για πρώτη φορά άκουε αυτή τη λέξη. Ο Σελίμ, είχε ζητήσει να έχει κι αυτός μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία στ’ όνειρο. Μια ευκαιρία να δει το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του γιου του. Το πλοίο είχε σαλπάρει. Σε λίγες μέρες η μπόχα τ’ αμπαριού έγινε ακόμα πιο βαριά. Γέμισε ανθρώπινο ιδρώτα, ούρα και περιττώματα. Μια μέρα μόνο απέμεινε και θα έπιαναν στεριά. Κάποιοι είχαν σταματήσει να ελπίζουν, κάποιοι δεν θα έφταναν ποτέ. Έφθασαν νύχτα. Κυνηγήθηκαν. Διώχτηκαν. Μπήκαν αρκετές άλλες φόρες σε κλειστά αμπάρια κυνηγώντας το όνειρο και την ελπίδα. Δρόμοι  κλειστοί κι αδιέξοδοι.

 

Η βροχή δυνάμωσε. Το δωμάτιο γέμισε υγρασία. Το κορμί του μελάνιασε από το κρύο κι άρχισε να μουδιάζει. Σκέφτηκε να βγει έξω στη βροχή και να κτυπήσει τη πόρτα του γειτονικού σπιτιού. « Είναι Χριστούγεννα » συλλογίστηκε, « μέρα αγάπης », αυτό του είχε πει τ’ αφεντικό. « Θα με δεχτούν να καθίσω λίγο στη φωτιά, ίσως  να με κεράσουν και ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι ». Δεν μπορούσε να ελέγξει το μυαλό του και βούτηξε πάλι στις αναμνήσεις του. Πριν λίγες μέρες διασταυρώθηκε ο δρόμος του με τη κυρία του γειτονικού σπιτιού.

« καλησπέρα », της είπε, « τι κάνετε μαντάμ; », και μάλιστα στη γλώσσα της. Είχε προσπαθήσει να μάθει τα βασικά, για να μπορεί να συνεχίσει να κυνηγά το όνειρο του. Αυτή γύρισε το κεφάλι αλλού. Της ήταν δύσκολο να του ρίξει μια ματιά φιλική και ένα χαμόγελο. Πόσο μάλλον να  χωνέψει πως είχε για γείτονα ένα μετανάστη. Ένα βραχνό, χοχλακιαστό γέλιο ξεπήδησε από τα παγωμένα στήθια του Σελίμ. Θυμήθηκε τα μούτρα της όταν ένα Κυριακάτικο πρωινό, την ώρα της μπουγάδας, τον επισκέφθηκε τ’ αφεντικό. Του έφερε την απόδειξη ότι είχε στείλει τον μισθό του στη γυναίκα και στο παιδί του. Του έφερε μάλιστα και δώρο για κάποιες υπερωρίες που είχε δουλέψει, αλλά, και για να τον ανταμείψει για την εργατικότητα και το  φιλότιμο του, ένα μικρό τρανζιστοράκι. Μόλις έφυγε τ’ αφεντικό, το άναψε και βρήκε τη συχνότητα που μετάδιδε τραγούδια της πατρίδας του. Εκείνη τη στιγμή ακουγόταν ένα αγαπημένο του τραγούδι. Το άνοιξε στη διαπασών. Του θύμισε τη πατρίδα, τη μάνα, το γιο του και τη γυναίκα του. Άρχισε να τραγουδά δυνατά. Έστειλε τότε η κυρία την αλλοδαπή υπηρέτρια της να του πει να το κλείσει αλλιώς θα καλούσε την αστυνομία.  Αναγκάστηκε να το κλείσει. Πως θα μπορούσε να καταλάβει αυτή πόση ανάγκη είχε αυτό το ξέσπασμα και αυτή τη μουσική. Τον έπαιρνε για λίγο κοντά στους δικούς του ανθρώπους. Και γιατί να νοιάζει τη μαντάμ, τι ανάγκη είχε ένας μετανάστης;

 

Το κορμί του πονούσε. Γέμισε βελόνες. Το μέτωπο του καιγόταν από το πυρετό. Το μυαλό του θόλωσε. Άρχισε να παραλογίζεται. Η παράγκα φωτίστηκε και ζεστάθηκε. Κοίταξε τριγύρω. Στη γωνιά ήταν αναμμένο το τζάκι. O Αλί, ξαπλωμένος στο χαλί ήταν βουτηγμένος μέσα στη θαλπωρή της φωτιάς και στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη, στρογγυλή υδρόγειο σφαίρα. « να, εδώ ακριβώς είναι η πατρίδα μας » φώναζε, και την ίδια στιγμή έδειχνε το σημείο με το δάκτυλο του. Η αγαπημένη του Ράνια, στεκόταν στη κουζίνα και ανακάτευε το ζεστό τους φαγητό, ενώ ένα γλυκό και γεμάτο αγάπη χαμόγελο έκανε το πρόσωπο της να λάμπει. Έξω ο ουρανός έριχνε χαλάζι. Ο θόρυβος στους τσίγκους έφθασε σαν κτυπήματα στην πόρτα, στ’ αυτιά του Σελίμ.« Όποιος και να είναι τέτοια ώρα, να κοπιάσει, έχει θέση στη φωτιά και στο τραπέζι του Σελίμ» φώναξε και πετάχτηκε πάνω. Άνοιξε  τη πόρτα κι όρμησε έξω στο ανεμοχάλαζο, « κοπιάστε, σήμερα είναι μέρα Αγάπης ».