Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥ ΛΑΜΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Τα κομμάτια μου

Εκείνα τα κομμάτια μου
 που σου είχα χαρίσει, αλήθεια;
 τα φύλαξες  ή  τα  ’χεις σκορπίσει;

δεν είναι που τα θέλω πίσω,
δικά σου είναι, εγώ στα ‘χα χαρίσει

μα αν  τα έχεις σκορπίσει,
εύχομαι να το  έκανες
εκεί που μ είχες φιλήσει,
εκεί που μου είπες  πρώτη φορά το σ’ αγαπώ,
έτσι θα στοιχειώνει ο πόνος μου

σε μέρη  που κάποτε μ’ είχες ποθήσει

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Το ημερολόγιο ενός πρόσφυγα

Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες μέρες είμαι
στοιβαγμένος σε μια ξύλινη βάρκα,
εδώ μέσα οι άνθρωποι δεν μιλούν, δεν κινούνται και
δεν έχει χώρο  για να ξαπλώσεις, απλά,
ακουμπά ο ένας στον άλλο κι οι ακρινοί στα σάπια  τοιχώματα,
κοιμόμαστε όρθιοι,  και μοιραζόμαστε  το ίδιο όνειρο, ένα καρβέλι ψωμί,
εδώ κάτω δεν υπάρχουν παράθυρα να μπει λίγος αέρας,
κάπου στον οροφή όμως τ’ αμπαριού,  είδα μια τρύπα,
αλήθεια σας λέω, είδα φως κι ένα κομμάτι ουρανού,
Σας σκέφτομαι πολύ, και μαραζώνω, γιατί,
δεν μπορώ να μάθω νέα σας και δεν ξέρω πως περνάτε,
τώρα που γράφω,  δεν ξέρω αν κοιμάστε ή αν είστε ξύπνιοι
αν όμως ψάχνετε στα σκουπίδια, θα είναι μέρα,
αν πάλι έχετε κρυφτεί στο υπόγειο , θα ‘ναι νύχτα,
όμως το ξέρω, δεν κάνει καμιά διαφορά,
οι άνθρωποι είναι ανήμερα, βάρβαρα σκυλιά,
και σκοτώνουν όλες τις ώρες,
αλήθεια πόσο θάθελα αυτή την ώρα,
στην άκρη ενός δρόμου να σταθώ, κι όποιος περάσει να του πω,
Φίλε κι αδελφέ, κοίτα με στα μάτια
δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, τίποτα για να μισήσεις
Όχι, δεν είμαι ο αλλοδαπός, δεν είμαι ο παράνομος κι ο ξένος,

Κοίτα με, άνθρωπος είμαι κι εγώ, άνθρωπος σαν κι εσένα.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Σ’ είδα να στέκεσαι  μακριά,
γυμνή σκιά και γελούσες
για το θράσος μου
ν’ αναζητώ το πάθος σου
ακόμα και στην άρνηση σου,
ήσουν εσύ και το μέλλον
ευλογημένη εσύ κι ο χρόνος,
ήσουν ο πόθος μου όσον κανένας πόθος,
τα πουλιά βρίσκονταν ακόμη στη φωλιά τους,
όταν ο ήλιος σηκώθηκε κι οι αχτίνες του χόρευαν γύρω σου,
έσβησες όπως ήρθες,
μα πρόλαβε μια ματιά σου

να μου χαρίσει την αθανασία.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Αν γράψω απόψε

Η  νύχτα με προσπερνά γρήγορα κι αδιάφορα,
σταμάτησα να μετρώ πια τις ώρες που όλο και λιγοστεύουν
Μαζί τους χάνονται κι οι λέξεις, και μένουν άδειες οι κόλλες
κι ας νοιώθω τις ιδέες να μου γαργαλάνε το μυαλό.
Μεσάνυχτα, κι οι φωνές μέσα μου δεν λένε να σωπάσουν,
μα εγώ αντιστέκομαι, δεν υπηρετώ τα λόγια,
κι αν υποκύψω και γράψω κάποιες λέξεις
απόψε θα είναι θλιμμένες, θα είναι μελαγχολικές ,
αβάστακτα νοσταλγικές και θα μιλάν για πόνο
Δεν θα είναι ποίημα, ούτε καν στίχος,
θα σβήνουν και θα χάνονται,
δεν θα μένουν στο χαρτί, γιατί θα είναι,
γραμμένες με δάκρυ καυτό,  και  αίμα
Απόψε η απουσία σου είναι ρούχο μαύρο

που της ψυχής μου έχει γίνει στρώμα.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Το ‘Σημάδι του Ταύρου’ είναι ένα παράτολμο και ασυνήθιστα πρωτότυπο λογοτεχνικό εγχείρημα. ‘Όχι μόνο επειδή στο βιβλίο τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, παρόντος και παρελθόντος, εχθρών και φίλων, οικείων και ξένων είναι ρευστά, αλλά και επειδή στη διάρθρωση της αφήγησης του διαφορετικές θρησκείες, παρελθόν και παρόν, ο εαυτός και ο άλλος συνυφαίνονται, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοκαθρεφτίζονται με απαράμιλλα γοητευτικό τρόπο.
H αγωνιώδης και βασανιστική αναζήτηση του σημαδιού του ταύρου με γρίφους και κρυπτικούς κώδικες αποτελεί αφορμή μυθοπλαστικής άσκησης από το Γιάννο Λαμπή αλλά και προνομιακό πεδίο προβολής των πολλών, σύνθετων και αντιφατικών όψεων του ιστορικού και ανθρωπίνου δράματος των ηρώων. Στη λεπτή προβληματική των σχέσεων πίστης- θρησκείας- εκκλησίας ο συγγραφέας προβάλλει ερωτήματα, σκιαγραφεί αντιφάσεις, χωρίς να δίνει οριστικές απαντήσεις. Χωρίς, κυρίως, να αγιοποιεί ή να δαιμονοποιεί. Αυτό δεν είναι άλλωστε η ουσία της λογοτεχνίας;
Ο Λαμπής από τις πρώτες σελίδες τείνει το χέρι του στον αναγνώστη. Αποκτά την εμπιστοσύνη του αλλά και την προθυμία του να αφεθεί στο ρυθμό και την ένταση της γραφής. Με φαντασία και μυθοπλαστική ευχέρεια ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την αφήγηση του παίζοντας διαρκώς με αντιθέσεις ανάμεσα στο απρόοπτο και το προβλέψιμο ανάμεσα στο απόλυτο του πάθους και του πόθου και την πεζότητα της καθημερινότητας των ηρώων του.
Στον ασθματικό ρυθμό της αφήγησης οι ήρωες μοιάζουν περισσότερο με ιδεότυπους παρά με χαρακτήρες. Φορείς αντίθετων, υποτίθεται, θρησκειών, συνάπτουν μεταξύ τους αδυσώπητες σχέσεις συνενοχής, ενώ αλληλοσπαράζονται παράλληλα για την αναγνώριση της αθωότητας τους και το κυνήγι της εξουσίας. Είναι πολλοί οι ήρωες που χαρακτηρίζονται από αυτή τη δεσπόζουσα αντίφαση. Κηρύσσουν το λόγο του δικού τους θεού, αισθάνονται διασφαλισμένοι απέναντι στην αμαρτία, υποθάλπουν με μαεστρία ένα σωρό συνωμοσίες και νίπτουν εν τέλει τα χείρας τους. Με άλλα λόγια είναι ήρωες που μέσα στη σκοτεινή γοητεία τους χαρακτηρίζουν την εποχή μας, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της.

Άριστος Τσιάρτας ( Προιστάμενος της αρχής κατά των διακρίσεων)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Τα παραμύθια μου

Κι ύστερα ήρθε ο καιρός που δεν χωρούσαν
άλλα παραμύθια  μέσα στη καρδιά μου,
μπουκέτα τα ‘κανα,  τά δενα με χρυσοκλωστή από υποσχέσεις
και τα χάριζα στους περαστικούς,
-           πάρε κόσμε, πάρε, τζάμπα, τα χαρίζω,
οι πιο πολλοί με αποπήραν και με φωνάζανε τρελό.
Ύστερα, πήρα όλα όσα μου απόμειναν και τα ΄κανα τραγούδια
λέξη προς λέξη τα τραγουδούσα
και τα σκορπούσα στον ουρανό,
ανέβαιναν ψηλά κι ύστερα πάλι κουρασμένα
κούρνιαζαν αποδιωγμένα μέσα στην καρδιά μου,
κοιμόντουσαν για λίγο, έτσι ξαπόσταινα κι εγώ.
Ύστερα πάλι, τα ‘παιρνα έτσι ζεστά και τα διαλαλούσα,
-          Πάρε κόσμε, πάρε, τζάμπα, τα χαρίζω
Και σιγομουρμούριζα,
-          Πάρτε τα παραμύθια μου, μήπως και βρω ξανά
τα χαμένα όνειρα μου….


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Νύχτα Χριστουγέννων

Ένα παιδί με επισκέφτηκε απόψε
είχε πρόσωπο αλλόκοτο και συνέχεια άλλαζε,
δεν ξέρω στ’ αλήθεια,
αλλά είμαι σίγουρος πως ήταν το παιδί που ήμουν κάποτε.
Με πήρε από το χέρι και περπατήσαμε, αμίλητοι,
τα βήματά μας ηχούσαν παράξενα, σαν ποτάμι π’ αργοκυλά
δεν κοιταχτήκαμε αλλά ατενίζαμε ψηλά τον ουρανό,
άρχισε να μετρά τ’ αστέρια δυνατά
κάθε αστέρι γινόταν βροχή
κάθε σταγόνα κι ένα δάκρυ πικρό,
δάκρυ των ορφανών,
δάκρυ των γυμνών,
δάκρυ των πεινασμένων,
δάκρυ των κυνηγημένων
δάκρυ των πονεμένων
κι ύστερα τα δάκρια έσμιξαν, γένηκαν ποτάμι
που μέσα του κυλούσε αίμα,
ήταν το αίμα των φυλακισμένων  και των σκλάβων,
και ηχοβολούσε σαν το γέλιο των παιδιών,
κι ύστερα  κρεμάστηκε σαν  ένας ροδοκόκκινος μαστός
που πάνω του κρεμαστήκαν νεογέννητα παιδιά
λευκά, κίτρινα, μαύρα, κι αμέσως γίνηκε
ένα αστέρι λαμπερό  που γεννοβολούσε φως
ζεστό, δυνατό και λαμπερό που φώτισε στο πρόσωπο του παιδιού

το μέλλον,  την ελπίδα και την υπόσχεση για την καινούρια ζωή.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ γιατί με κράτησες μια νύχτα στα χέρια σου
με φίλησες στο στόμα και γι αυτό υπάρχω ακόμα
Σ αγαπώ γι’ αυτά τα μάτια σου
που με κοίταξαν και πήραν της αγάπης χρώμα
Σ αγαπώ για το ρίγος που μου χάρισες
καθώς φίλησα το μικρό δάκτυλο του ποδιού σου


Άσε με να σ’ αγαπώ  με κάθε τρόπο
Άσε με ν' αγαπώ το σώμα σου και να το φροντίζω
Άσε με ν' αγαπώ τη χαραμάδα της δικιάς σου σάρκας
Άσε με να ξαποσταίνω στην άβυσσο  ανάμεσα των βυζιών σου
Άσε με να  σ’ αγαπώ τώρα και πιο πολύ ακόμα όταν πεθάνω.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Ο χρόνος δεν με λογάριασε,
με μάσησε και μ’ έφτυσε
κι έφθασα στο τέρμα δίχως να το καταλάβω
μέσα σε μια μόνο νύχτα

οι αναμνήσεις πιο πολλές από τα όνειρα μου
που δεν πρόλαβα και τ’ άφησα πίσω
φυλαγμένα μέσα σε ένα συρτάρι

όσα κι αν γίνουν, όσα ακόμα δεν έγιναν
να θυμάσαι , δεν θα σταματήσω ποτέ να σ’ αγαπώ

σ’ αισθάνομαι να στέκεις εκεί, αόρατη,
να με παρακολουθείς σαν φτιάχνω
τις βαλίτσες για τον επόμενο  σταθμό,
δεν σ’ αποχαιρετώ γιατί βιάζομαι, όμως θα σε περιμένω

να έρχεσαι, τα απογεύματα και τις Κυριακές.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ζωές

Γέλια, και γάργαρες φωνές που χάθηκαν,
Βήματα που τέλεψαν πριν  απόσταση καλύψουν,
Χέρια που άπλωσαν και έμειναν μετέωρα πριν ακόμα αγκαλιάσουν,
Σκέψεις που δεν ειπώθηκαν και έμειναν κρυμμένες,
Υποσχέσεις που δόθηκαν και έμειναν μόνο λόγια,
Όνειρα πουν δεν έλαχε να δουν το φως της μέρας
Νερό που δεν πρόλαβαν χείλη να το πιουν
Να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν
Κι έμεινε στάσιμο, χορτάριασε,
Για αυτές μιλώ, για τις ζωές που δεν πρόλαβαν

Αυγή να προσπεράσουν.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Απολεσθέντες ψυχές

 Χλωμό και μελαγχολικό απόψε το φεγγάρι,
σαν μάτι θολό απ’ την αλμύρα  πικρών δακρύων,
π’ αργοκυλάνε  και σβήνουν ημερομηνίες και όνομα,
και τα σταλάζουν περίτεχνα, σε πλάκα από μάρμαρο λευκό

Ακούω τα δέντρα που συζητάνε και κλαίνε απ’ έξω στην αυλή μου,
μοιρολογούν για τα φύλλα  που χάθηκαν,
και τα ρόδια που μαράθηκαν και πίκρανε ο καρπός τους

Πόσο θα ‘ θελα να τους πω,  όμως μια φτυαριά χώμα πνίγει τη φωνή μου,
όλα έγιναν καθώς ήταν πρέπον να γίνουν,
μια μολυβιά ακόμη στο κατάστιχο, απολεσθέντων ψυχών 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Οι φίλοι μου

Στο παραθύρι μου απόψε, το φεγγάρι έχει σταθεί
Και στάζει μια πρωτόγνωρη γλυκιά μελαγχολία
Δέστε τι όμορφα που δακρύζει το ραγισμένο μου γυαλί!
Κάθε σταγόνα που κυλά, μια ανάμνηση είναι
Στιγμή που για πάντα εχάθει στου χρόνου το λάκκο το βαθύ
Απλώνω τα χέρια στο φως του το χλωμό
Μα είναι κρύο κι η ψυχή μου ανατριχιάζει
Κι ο άνεμος που αγκαλιάζει τ’ αντίκρυ κυπαρίσσι,
Όλο λεξούλες μ’ αραδιάζει, δεν τις νοώ, δεν τις καταλαβαίνω,
Το ξέρω είναι μάταιο να καρτερώ το χρόνο πίσω να γυρίσει
Θα βγω στο δρόμο μου, στη στράτα τη δική μου
Και θα τρυγώ λεμονανθούς, και τους παλιούς,
Καλούς μου φίλους θ’ ανταμώσω,
Θα τους κερνώ γλυκό κρασί και θα ‘ναι

Οι νύχτες μου ζεστές, στα χέρια τους φιλί γλυκό θα δώσω.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Το βράδυ.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
να βγω μεταμεσονύχτια στους έρημους κήπους
και να τρυγώ ανθούς που στάζουνε τις κρύες σταγόνες θλίψης,
εκεί όπου μυρίζει σάπιο, και θάνατος υγρός απ’ τα πεσμένα φύλλα,
κι ο άνεμος, νεκρών κουβέντες κουβαλάει,
μάταια με τον χρόνο κανείς  αναμετριέται, λένε,
γιατί η ζωή σταγόνα είναι και κυλάει,
γίνεται κρυστάλλινη λεπίδα και σε προσπερνάει.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
σαν φίλος ν’ ανταμώσω με το φεγγάρι, να του μιλώ,
να το θωρώ, στο κυπαρίσσι σαν καθίσει,
πόσο όμορφο είναι, μελαγχολικό, ωχρό
μαυροντυμένο με ένα κλωνί βασιλικό
στο πέτο, μαραμένο.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ
δεν έχω τίποτε άλλο πια να περιμένω

έγινε η καρδιά μου φίλος με το πόνο.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Και συ!

Εσύ μου μιλούσες, κι εγώ
ταξίδευα μέσα στα σπλάχνα σου,
άκουγα το αίμα σου καθώς κυλούσε
ποτισμένο με τις ακραίες και αδίστακτες ορμές σου,
και σ’ έπινα σταλιά – σταλιά , και  συ
με αιχμαλώτιζες με δεσμά που δεν θα λύνονταν ποτέ,
το ήξερες,  και  συ γελούσες,
μα εγώ δεν σ’ άκουγα, δεν μ’ ένοιαζε
ότι δικό σου για πάντα εσύ θα με κρατούσες,
σε φυλακή που θα είχε το σχήμα του κορμιού σου
και ποτέ μου δεν θα χόρταινα, και σαν επαίτης,
υποταγμένος στην  ηδονή που υπόσχεται

η γλύκα του φιλιού σου, θα σ’ αποζητούσα.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ο σάρκινος βολβός!

Και να! στέκομαι πάλι τ’ απομεσήμερο πίσω απ’ το παράθυρο με τις μωβ κουρτίνες και κοιτάζω τους περαστικούς. Αναμένω να δω ακριβώς την ίδια ώρα, την ίδια  μαύρη άμαξα και τον οδηγό της με το ψηλό καπέλο. Το ξέρω πως οι μαύρες κουρτίνες θα είναι τραβηγμένες αλλά, παράξενο, μπορώ να δω από μέσα. Ένα μαονένιο φέρετρο σκεπασμένο με άγρια τριαντάφυλλα, μαύρα κι αυτά, και κάθε φορά ένας νέος μαραμένος σάρκινος βολβός. Είμαι σίγουρος πως και πάλι αυτή η ίδια μυρωδιά θα πλανάται στον αέρα, λιβάνι και λιωμένο λεμονανθό. Μπροστά από  τ’ άλογα, μαύρα κι αυτά, θα περπατάν με τάξη, αργά και βαριά, κοπέλες ντυμένες με μαύρο φόρεμα και στον ώμο ριγμένη μια δαντέλα μωβ. Θα φοράνε μαύρα γυαλιά και στο χέρι από ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, και τα μαλλιά τους λυμένα,  θα μυρίζουν σάπιο χώμα. Ο αέρας θα κουβαλά σκόνη από χώμα και θα μου γεμίζει τα στήθη. Όμως εγώ θα πρέπει να το υπομένω, δεν γίνεται να μην καρτερώ. Σε λίγο θα φανούν οι λευκοί σκαντζόχοιροι να ακολουθούν τη πομπή. Φορτωμένοι πατημένες σάρκες να προκαλούν τα ερπετά, και να τα γαντζώνουν θανάσιμα στα μεγάλα τους αγκάθια. Και πιο πίσω μαύρα, κουτσά σκυλιά, πληγιασμένα, κι από τις σάπιες σάρκες τους θα πέφτουν λευκά πεινασμένα σκουλήκια. Έχουν κι αυτά ρόλο να παίξουν, ίσως και τον πιο σημαντικό. Θα μπουν μαζί με τη τελευταία χωμάτινη φτυαριά που θα σκεπάσει το λευκό φως, θα φάνε τη περίσσια σάρκα από κάθε βολβό, για να βγει το άσβεστο λευκό, κοκαλένιο φως της νύχτας. Το φως της ημέρας μου θολώνει τα μάτια, δεν το αντέχω, όμως το υπομένω, δεν μπορώ να μην καρτερώ. Με τυλίγει και σαν χέρι μ’ ανεβάζει ψηλά. Το κορμί μου γίνεται διάφανο, ανάλαφρο, και ένα λευκό φως ξεπηδά από τα σπλάχνα μου. Καίει. Όμορφες χλωμογάλαζες και λευκές αποχρώσεις με σκεπάζουν σαν πλάκα θανάτου, και είναι όλα τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Ακούω τα βήματα τους,  και η αυστηρή, με τάξη πομπή πλησιάζει, στην ίδια ώρα ακριβώς. Βάζω το πρόσωπο στο τζάμι, παράξενο, το κορμί μου διαχέεται και το διαπερνά, σαν μια γλώσσα από φως γαλάζιο ταξιδεύει στον αέρα και σκεπάζει το μαονένιο φέρετρο. Πρώτη φορά το κοιτώ από τόσο κοντά και μια πικρή γεύση από πατημένη δάφνη μου στεγνώνει το στόμα γιατί, σήμερα είναι πιο άδειο από ποτέ. Κοιτώ μην με βλέπει κανείς, και δειλά παριστάνω  τον βολβό, και είναι τόσο ωραία να νοιώθεις πως είναι η σειρά σου να παριστάνεις τον βολβό. Οι απ’ έξω, τον ίδιο πάντα σκοπό και θλιμμένοι να ακολουθάνε σταθερά και με τάξη τη πομπή, να είναι λυπημένοι, δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο βολβός, φτάνει ν’ ακολουθάνε και να είναι όλα στην εντέλεια και στη σειρά. Μόνο που τώρα ξεπηδούν στα πλάγια, πίσω κι από μπροστά,  ξετρελαμένοι καλόγεροι που χορεύουν σε ήχους μαγεμένου σουραυλιού, ανάβουν φωτιές και καίνε βιβλία και στίχους. Και η πομπή συνεχίζει, η τάξη δεν πρέπει για κανένα λόγο να διασαλευτεί. Κόκκοι από χώμα, τσιμπούρια και σταγόνες αίμα, σχηματίζουν στον αέρα άυλες γυναικείες μορφές. Σκυφτές, μαντηλοφόρες και μοιράζουν μαύρες ελιές, κομμάτια σταρένιου ψωμιού και μια γουλιά από κρασί. Ανοίγω το στόμα για να  φωνάξω, μην λυπάστε, κεράστε άφθονο κρασί, σπάστε τη σειρά σας, πατήστε τα στεφάνια και για σήμερα μόνο, αντί σε μαονένιο φέρετρο, απλώστε λευκό πανί και αφήστε το βολβό στο λευκό φώς να βγει. Μα τη φωνή μου δεν την ακούει κανείς,  μια φτυαριά από χώμα, γεμάτη λευκά σκουλήκια, μου φράζει το στόμα. Στενεύουν τα στήθη μου, ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος από ποτέ, και το λευκό φως μικραίνει συνεχώς, γίνεται μια χτικιάρικη φλόγα σε καντήλι που καίει λάδι, προφυλαγμένο πίσω από ένα κομμάτι τζάμι θαμπό, πάνω σε ξύλινο μαύρο σταυρό. Σαν γλώσσα από λευκή φωτιά, στέκομαι για λίγο στον αέρα, και βλέπω την πομπή να ακολουθεί, με αυστηρότητα και τάξη. Αύριο πάλι, σειρά έχει ο επόμενος βολβός.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση

Δίκαιο είχαν τα καθεστώτα, οι  εξουσίες κι οι θρησκείες
που φοβηθήκανε την ποίηση,
γιατί η τρυφερότητα της είναι πιο δυνατή
απ’ τη δική τους σκληράδα και βαρβαρότητα,
άδικα όμως θελήσανε να σκοτώσουν το ποιητή,
γιατί έπρεπε να γνωρίζουν, πως οι ποιητές δεν είναι θνητοί,
και το αίμα τους καθώς  θα κυλά απ’ τα δολοφονημένα σώματα τους
θα κουβαλά μαζί του, εκείνες τις λέξεις που έμειναν στο λαιμό τους,
λέξεις που θα  πνίξουν τους φονιάδες, και θα τους ρίξουν
στη περιφρόνηση και τη καταφρόνια.


σε όλους τους δολοφονημένους ποιητές

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Όλα στην αναμονή, σε εκκρεμότητα
κανείς δεν είν’ εδώ,
μόνο η μυρωδιά που πλανάται στη κάμαρα
κι εκείνος ο ανεπαίσθητος, αχνός ήχος απ’ το αίμα
μαρτυράνε πως κάποιος ίσως, να ζει εδώ,
ονειρεύεται  πως  έχει φύγει, πως δεν υπήρξε ποτέ,
μια γλυκιά απουσία είναι και ένα γλίστρημα μέσα στη σιωπή
πως κοιμάται με αγκαλιά τα  λόγια της νύχτας,
αυτά που προφέρονται προσεχτικά
μην τρομάξουν και ξυπνήσουν οι λέξεις,
και θορυβήσουν απρεπώς ,
η μοναξιά δεν είναι μόνη

πλήθος έχει αδελφών. 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Κι όμως εσύ αγαπημένη μου
κάθε μέρα λούζεσαι, κτενίζεσαι
και μου δίνεσαι  σαν όστια
βουτηγμένη σ’ απόσταγμα παπαρούνας
Βασανιστικά σε γεύομαι
 ηδονικά, νωχελικά, αργά
σαν  θάνατος  γεμίζεις τα σπλάχνα μου,
κι ένα δίχτυ βαρύ με αγκαλιάζει
μια πρωτόγνωρη γλυκιά ακινησία
λύνονται τα κόκαλα μου
κλείνουν τα μάτια μου από μια νύστα ασύνορη

κι εγώ εξακολουθώ να σ’ αποζητώ ακόμα περισσότερο

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα
Τώρα έμαθα, έστω κι αργά ν΄ αγαπώ τη βροχή,
Τη παρακολουθώ π’ αφήνεται στα χέρια τ’ ανέμου
Να παραδέρνει αμέριμνη, και ξενυχτάω όλη τη νύχτα μαζί της,
Την ακούω καθώς λούζει τον βασιλικό και με λεμονανθούς
Την αυλή σου να γεμίζει, και είναι τόσο όμορφο το πρωινό
Καθώς μια αχτίδα, σαν δραπέτης απ’ τα σύννεφα, ροδίζει

Έτσι ομορφαίνει και το βλέμμα μου, σαν σε κοιτώ, Γυναίκα

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα

Στις χρυσές ώρες των δειλινών
Χάνονται τα σύνορα, σμίγει σώμα με σώμα
Ανάσα με ανάσα, κι αίμα με αίμα,
Φλέγεται ο ουρανός
Κι ανοίγει σαν ένα λουλούδι κόκκινο,
Που στάζουν δάκρια από τ’ άρωμα του
Και μου θυμίζει εσένα,
Γλυκιά, μα και άγρια,
Γλυκοφιλούσα, Θεά ανώνυμη,
Πόσο σ’ αγαπώ, Γυναίκα!