Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαμπής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαμπής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Τα κομμάτια μου

Εκείνα τα κομμάτια μου
 που σου είχα χαρίσει, αλήθεια;
 τα φύλαξες  ή  τα  ’χεις σκορπίσει;

δεν είναι που τα θέλω πίσω,
δικά σου είναι, εγώ στα ‘χα χαρίσει

μα αν  τα έχεις σκορπίσει,
εύχομαι να το  έκανες
εκεί που μ είχες φιλήσει,
εκεί που μου είπες  πρώτη φορά το σ’ αγαπώ,
έτσι θα στοιχειώνει ο πόνος μου

σε μέρη  που κάποτε μ’ είχες ποθήσει

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Μάταια έμεινα ξύπνιος  όλη  τη νύκτα,
τίποτα δεν συνέβηκε κι η ώρα κύλησε
χωρίς κανείς να μου κτυπήσει τη πόρτα,
μόνο ο αέρας λίγο πριν ξημερώσει βρόντηξε τα σάπια παράθυρα,
δεν μπόρεσα όμως να αναγνωρίσω κάτι, μόνο σκοτάδι και σιωπή,
δεν είχα τίποτε πλέον να υπερασπιστώ,
λούφαξα στη γωνιά μου και έκλεισα τα μάτια
δεν μπόρεσα όμως ούτε και να ονειρευτώ,
λίγο πριν φέξει το φως, ζωγράφισα με αίμα την απουσία,
έγειρα το κεφάλι και μαύρα  πουλιά
φώλιασαν στις άδειες κόγχες των ματιών μου.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Παραίνεση

Η ποίηση είναι μια ανοιχτή πληγή
Και τα ποιήματα  αίμα
Οι στίχοι είναι λεπίδες
Γι’ αυτό, πρόσεχε, μην χαθείς μέσα στη ποίηση, θα σε πεθάνει
Μην διαβάζεις μεμιάς ένα ποίημα, θα πνιγείς από το αίμα
Ένα στίχο μονάχα διάβαζε την μέρα
Μια χαρακιά θα σου χαρίσει που, ίσως,

λέω ίσως, επουλωθεί την επόμενη μέρα

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ατελείωτες νύχτες μοναξιάς

Άσαρκα χείλη, άχρωμα, και μάγουλα κερένια
Και κάτω απ’ τα διάφανα βλέφαρα, τα μάτια της,
Αυτά τα μάτια της τα ωχρά που με βλέμμα σβησμένο
Με κοιτάζουν θαρρώ, κι εγώ ριγώ, κι ας ξέρω πως δεν με βλέπουν,
Και τα χέρια της, σαν δυο κρίνα σπασμένα
Νεκρά και μαραμένα, κοίτα πως κρέμονται απ΄ το ξύλινο στρώμα,
Νομίζω πως θα απλωθούν κι αγκαλιά θα μ’ αρπάξουν
Κι αίμα, απ’ τα βουλιαγμένα στήθη της
Οι σάπιες ρώγες της, σταλιά – σταλιά θα με κεράσουν,
Αχ, αυτές οι ατέλειωτες νύχτες πως με τρομάζουν,
Μαύρο γαμπριάτικο πουκάμισο για μένα κεντούν, και
Την μοναξιά ντυμένη νυφούλα, στην αγκαλιά μου βάζουν.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ζωές

Γέλια, και γάργαρες φωνές που χάθηκαν,
Βήματα που τέλεψαν πριν  απόσταση καλύψουν,
Χέρια που άπλωσαν και έμειναν μετέωρα πριν ακόμα αγκαλιάσουν,
Σκέψεις που δεν ειπώθηκαν και έμειναν κρυμμένες,
Υποσχέσεις που δόθηκαν και έμειναν μόνο λόγια,
Όνειρα πουν δεν έλαχε να δουν το φως της μέρας
Νερό που δεν πρόλαβαν χείλη να το πιουν
Να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν
Κι έμεινε στάσιμο, χορτάριασε,
Για αυτές μιλώ, για τις ζωές που δεν πρόλαβαν

Αυγή να προσπεράσουν.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση

Δίκαιο είχαν τα καθεστώτα, οι  εξουσίες κι οι θρησκείες
που φοβηθήκανε την ποίηση,
γιατί η τρυφερότητα της είναι πιο δυνατή
απ’ τη δική τους σκληράδα και βαρβαρότητα,
άδικα όμως θελήσανε να σκοτώσουν το ποιητή,
γιατί έπρεπε να γνωρίζουν, πως οι ποιητές δεν είναι θνητοί,
και το αίμα τους καθώς  θα κυλά απ’ τα δολοφονημένα σώματα τους
θα κουβαλά μαζί του, εκείνες τις λέξεις που έμειναν στο λαιμό τους,
λέξεις που θα  πνίξουν τους φονιάδες, και θα τους ρίξουν
στη περιφρόνηση και τη καταφρόνια.


σε όλους τους δολοφονημένους ποιητές

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014


Τώρα είναι αργά

 

Σου είχα χαρίσει έναν ήλιο δικό σου

που καιγότανε μόνο για σένα,

μα δεν σου αρκούσε, κι απερίσκεπτα

τον κλείδωσες σ ένα υπόγειο

κρύο κι υγραμένο για να τον έχεις,

όπως έλεγες και γελούσες,

μετά, τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Τώρα που οι μέρες έγιναν βροχερές

κι έξω φυσάει λεπίδια ο αέρας

και την πόρτα δεν σου κτυπάει κανείς

θυμήθηκες τον ήλιο που ήτανε ολόδικος σου,

πήρες το σκουριασμένο πια κλειδί να τ’ ανοίξεις

μα βρήκες μόνο νεκρές αναμνήσεις

κι αποκαΐδια από μι’ αγάπη που κάποτε

έλαμπε σαν ήλος για να ζεσταθείς.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014


Έτσι, ίσως λέω έτσι,

 

Την αποσαρκωμένη σκιά σου σκάβω με τα νύχια μου

ψάχνοντας χαραμάδα μέσα σου να χωθώ

έτσι , ίσως λέω έτσι, μπορέσω να σ’ αγαπήσω ακόμα περισσότερο

και χωρίς να φοβάμαι, το θάνατο μου να υποδεχτώ, χαρίζοντας του

όλα τα όνειρα μου για σένα, ανέγγιχτα έτσι θα μείνουν,

δεν θα μαραθούν  στο πέρασμα των ημερών

έτσι , ίσως λέω έτσι, θα υπάρχω για πάντα, μέσα σου θα ζω,

θ’ αναπνέω απ΄την ανάσα σου,  θα δροσίζομαι στα χείλη σου

και με τη φωνή σου αιώνια θα φωνάζω, σ’ αγαπώ

 

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014


Φίλε

 

Σου στέλνω ένα γεια, είμαι καλά αγαπημένε φίλε,

αλλά πως να ταξιδέψουν οι λέξεις μου, τώρα που άνεμος δεν φυσά;

όμως το ξέρω, μόνο εσύ μπορείς, σίγουρα θα τις ακούσεις,

όπως παλιά, έτσι και τώρα, ακούς το περπάτημα της βροχής

και  μαντεύεις τις καταιγίδες  που μ’ έχουν ζώσει
 

Ποτέ δεν είχα κάτι τόσο δικό μου,

αλήθεια με αλήθεια., αγάπη με αγάπη

ακόμα και τις ξεχασμένες πληγές μου,

που όμως δεν σταμάτησαν ποτέ να αιμορραγούν

και το μυστικό που διαλύει τα σπασμένα μου στήθια

εσύ μπορούσες με τη καρδιά σου να τις νοιώσεις
 

Όταν με χαιρέκακο γέλιο, που έκρυβαν μέσα στις κόγχες των ματιών,

μου έκρυβαν τον ήλιο και έτρωγαν τη σάπια μου σάρκα,

κι όταν ακόμα τις πληγές μου άλειφαν με ξύδι,

από μια ματωμένη ρωγμή στη μέση του ματιού σου

έσταζες αγιασμό, σαν δάκρυ μάνας που δεν στέγνωσε ποτέ

και μου ‘λεγες, μη φοβάσαι, μπόρα είναι θα περάσει,

έχω ουρανό και για τους δυο, μήτρα είμαι για σένα που ξημερώνει  φως,

εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι φίλε κι αδελφέ.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013


Κυνηγός τ’ ονείρου

 

Ο Σελίμ, ξεπρόβαλε δειλά το κεφάλι του από το άνοιγμα της πόρτας. Σαν γροθιά στο πρόσωπο τον κτύπησε το κρύο. Κοίταξε το γειτονικό σπίτι και μετά το αντικρινό. Και τα δύο ήσαν φωτισμένα. Μικρά, πολύχρωμα λαμπιόνια αναβόσβηναν στα τζαμοπαράθυρα. Οι τσιμινιέρες κάπνιζαν. Λίγο πριν κλείσει τη πόρτα έριξε μια ματιά ως το βάθος που έσβηνε ο δρόμος.  Όλα τα φανάρια ήταν αναμμένα. Από τους φανοστάτες κρέμονταν Άγγελοι λευκοί και χρυσαφένιες καμπάνες. Όλα λουσμένα μέσα σε άπλετο ζεστό φωτισμό.  Χαμογέλασε πικρά. « σίγουρα δεν υπάρχει πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση της περιοχής, έπρεπε να το είχα πληρώσει », συλλογίστηκε.« δεν πειράζει όμως, εγώ μπορεί να μην έχω ηλεκτρισμό, αλλά ο μικρός μου ο Αλί, σήμερα πήγε στο σχολείο με φαγητό στη σάκα του, για το διάλειμμα. Αυτό μου είπε η μάνα του, πριν λίγο όταν της τηλεφώνησα. Αχ, καλή μου Ράνια, πόσο μου έχετε λείψει!».

 

Τ’ αγιάζι γλιστρούσε σαν φίδι από τις χαραμάδες και πάγωνε τη  σκοτεινή κάμαρα. Έτριψε μεταξύ τους τις αργασμένες χούφτες του για να ζεσταθεί. Τράβηξε μια χιλιότρυπη κουβέρτα και σκεπάστηκε. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται. Όμως μάταια. Κάθε σφύριγμα του λυσσασμένου αέρα, έφερνε στο μυαλό του και μια ανάμνηση. Σήμερα στην οικοδομή ένας συνάδελφος του τον ρώτησε, « από πού είσαι, ποιά είναι η πατρίδα σου, σε περιμένει κανείς εκεί; ».  Το κρύο του τρυπούσε τα κόκαλα. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά, μήπως και ζεσταθεί. Μια καμαρούλα, δύο μέτρα επί δύο. Πέντε βήματα όλα κι όλα, και ξανά πίσω. « μπορεί η ελπίδα και τα όνειρα μου να με έφεραν εδώ. Αλλά,ναι, έχω κι εγώ πατρίδα. Την αγαπώ τη πατρίδα μου. Εκεί έχω και οικογένεια. Ναι, αλήθεια σου λέω, έχω και οικογένεια. Μια γυναίκα που την αγαπώ και με αγαπά. Και, έχω κι ένα γιο, θα πρέπει να έχει ψηλώσει τώρα, σωστός άνδρας, θα έγινε ». Αυτά ήθελε να του πει, αλλά ένας κόμπος του έφραξε το λαιμό. Δεν έβγαινε η φωνή του. Κύλησε σαν ένα χοντρό μαύρο δάκρυ, που το σκούπισε  αμέσως, μην το δει κανείς.

 

Από μακριά ακούστηκε μια καμπάνα. Σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και αφουγκράστηκε. Κτυπούσε χαρμόσυνα, αναγγέλλοντας τη γέννηση του Χριστού. Ο ήχος πέρασε στο κεφάλι του και ζωντάνεψε τις αναμνήσεις του. Το μυαλό του ταξίδεψε τρία χρόνια πριν, τη μέρα που του κτύπησε τη πόρτα ένας παλιός γνώριμος του. Τον καλοδέχτηκε. Ήταν φιλόξενος άνθρωπος. Δεν ήταν πλούσιος, όμως από το σπίτι του Σελίμ, δεν έφευγε κανείς χωρίς να κεραστεί και να ξεκουραστεί. Του μίλησε για μια νέα ζωή. Του έδειξε φωτογραφίες με σπίτια φωτεινά. Γυναίκες με ολοκαίνουργια ρούχα να χαμογελάνε. Μαγαζιά τεράστια με λιχουδιές και κάθε λογής νοστιμιά. Του έδειξε τη φωτογραφία ενός αγοριού. Πρέπει να ήταν περίπου πέντε χρονών, στην ηλικία του γιου του, του Αλί. Φορούσε γκρίζο παντελόνι, πουκάμισο άσπρο κολλαριστό και στην ράχη μια ολοκαίνουργια σάκα. Περνούσε εκείνη τη στιγμή το κάγκελο για να μπει στο προαύλιο του σχολείου. Στο πρόσωπο του έλαμπε ένα χαμόγελο ευτυχίας καθώς η μαμά του έδινε ένα σάντουιτς και ένα χυμό. Τον ρώτησε, θυμάται, τότε ο γνωστός. « δεν θα ήθελες να δεις αυτό το χαμόγελο και στου παιδιού σου το πρόσωπο;». Το όνειρο ήδη είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται μέσα στο μυαλό του Σελίμ όταν η φωνή του επισκέπτη του, το διάκοψε στη μέση.

« σου δίνω την ευκαιρία να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα».

« Πέρασαν τρία χρόνια και όμως ακόμα την αναζητώ », η κραυγή του Σελίμ ακούστηκε σαν αντίλαλος μέσα στο γυμνό και μισοσκότεινο δωμάτιο.

 

Ξαφνικά χοντρές σταγόνες βροχής κτύπησαν τη τσίγκινη οροφή του στενάχωρου δωματίου του Σελίμ. Τρόμαξε. Έφερε τα χέρια σταυρωτά μπροστά στο στήθος του και αρχίνησε να τρίβει τα μπράτσα του. Κρύωνε. Τα χείλη του είχαν μπλαβίσει.

Σε λίγο, το νερό άρχισε να στάζει από τη στέγη. Κούρνιασε σε μια γωνιά. Σαν ένα χέρι δυνατό οι αναμνήσεις  τον κρατούσαν δέσμιο στα προηγούμενα τρία χρόνια. Ο τελώνης είχε λαδωθεί και άφησε την καγκελόπορτα της αποβάθρας ανοιχτή. Μεσάνυχτα. Αφέγγαρα. Ο δρόμος για το κυνήγι του ονείρου ξεκινούσε. Μαζί με καμιά δεκαριά άλλους συμπατριώτες του βρέθηκαν μέσα σε ένα σαπιοκάραβο. Τους οδήγησαν στο αμπάρι. Μύριζε πετρέλαιο και κλεισούρα. Τους έριξαν πίσω από στοιβαγμένα εμπορεύματα. « λαθρομετανάστες », για πρώτη φορά άκουε αυτή τη λέξη. Ο Σελίμ, είχε ζητήσει να έχει κι αυτός μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία στ’ όνειρο. Μια ευκαιρία να δει το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του γιου του. Το πλοίο είχε σαλπάρει. Σε λίγες μέρες η μπόχα τ’ αμπαριού έγινε ακόμα πιο βαριά. Γέμισε ανθρώπινο ιδρώτα, ούρα και περιττώματα. Μια μέρα μόνο απέμεινε και θα έπιαναν στεριά. Κάποιοι είχαν σταματήσει να ελπίζουν, κάποιοι δεν θα έφταναν ποτέ. Έφθασαν νύχτα. Κυνηγήθηκαν. Διώχτηκαν. Μπήκαν αρκετές άλλες φόρες σε κλειστά αμπάρια κυνηγώντας το όνειρο και την ελπίδα. Δρόμοι  κλειστοί κι αδιέξοδοι.

 

Η βροχή δυνάμωσε. Το δωμάτιο γέμισε υγρασία. Το κορμί του μελάνιασε από το κρύο κι άρχισε να μουδιάζει. Σκέφτηκε να βγει έξω στη βροχή και να κτυπήσει τη πόρτα του γειτονικού σπιτιού. « Είναι Χριστούγεννα » συλλογίστηκε, « μέρα αγάπης », αυτό του είχε πει τ’ αφεντικό. « Θα με δεχτούν να καθίσω λίγο στη φωτιά, ίσως  να με κεράσουν και ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι ». Δεν μπορούσε να ελέγξει το μυαλό του και βούτηξε πάλι στις αναμνήσεις του. Πριν λίγες μέρες διασταυρώθηκε ο δρόμος του με τη κυρία του γειτονικού σπιτιού.

« καλησπέρα », της είπε, « τι κάνετε μαντάμ; », και μάλιστα στη γλώσσα της. Είχε προσπαθήσει να μάθει τα βασικά, για να μπορεί να συνεχίσει να κυνηγά το όνειρο του. Αυτή γύρισε το κεφάλι αλλού. Της ήταν δύσκολο να του ρίξει μια ματιά φιλική και ένα χαμόγελο. Πόσο μάλλον να  χωνέψει πως είχε για γείτονα ένα μετανάστη. Ένα βραχνό, χοχλακιαστό γέλιο ξεπήδησε από τα παγωμένα στήθια του Σελίμ. Θυμήθηκε τα μούτρα της όταν ένα Κυριακάτικο πρωινό, την ώρα της μπουγάδας, τον επισκέφθηκε τ’ αφεντικό. Του έφερε την απόδειξη ότι είχε στείλει τον μισθό του στη γυναίκα και στο παιδί του. Του έφερε μάλιστα και δώρο για κάποιες υπερωρίες που είχε δουλέψει, αλλά, και για να τον ανταμείψει για την εργατικότητα και το  φιλότιμο του, ένα μικρό τρανζιστοράκι. Μόλις έφυγε τ’ αφεντικό, το άναψε και βρήκε τη συχνότητα που μετάδιδε τραγούδια της πατρίδας του. Εκείνη τη στιγμή ακουγόταν ένα αγαπημένο του τραγούδι. Το άνοιξε στη διαπασών. Του θύμισε τη πατρίδα, τη μάνα, το γιο του και τη γυναίκα του. Άρχισε να τραγουδά δυνατά. Έστειλε τότε η κυρία την αλλοδαπή υπηρέτρια της να του πει να το κλείσει αλλιώς θα καλούσε την αστυνομία.  Αναγκάστηκε να το κλείσει. Πως θα μπορούσε να καταλάβει αυτή πόση ανάγκη είχε αυτό το ξέσπασμα και αυτή τη μουσική. Τον έπαιρνε για λίγο κοντά στους δικούς του ανθρώπους. Και γιατί να νοιάζει τη μαντάμ, τι ανάγκη είχε ένας μετανάστης;

 

Το κορμί του πονούσε. Γέμισε βελόνες. Το μέτωπο του καιγόταν από το πυρετό. Το μυαλό του θόλωσε. Άρχισε να παραλογίζεται. Η παράγκα φωτίστηκε και ζεστάθηκε. Κοίταξε τριγύρω. Στη γωνιά ήταν αναμμένο το τζάκι. O Αλί, ξαπλωμένος στο χαλί ήταν βουτηγμένος μέσα στη θαλπωρή της φωτιάς και στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη, στρογγυλή υδρόγειο σφαίρα. « να, εδώ ακριβώς είναι η πατρίδα μας » φώναζε, και την ίδια στιγμή έδειχνε το σημείο με το δάκτυλο του. Η αγαπημένη του Ράνια, στεκόταν στη κουζίνα και ανακάτευε το ζεστό τους φαγητό, ενώ ένα γλυκό και γεμάτο αγάπη χαμόγελο έκανε το πρόσωπο της να λάμπει. Έξω ο ουρανός έριχνε χαλάζι. Ο θόρυβος στους τσίγκους έφθασε σαν κτυπήματα στην πόρτα, στ’ αυτιά του Σελίμ.« Όποιος και να είναι τέτοια ώρα, να κοπιάσει, έχει θέση στη φωτιά και στο τραπέζι του Σελίμ» φώναξε και πετάχτηκε πάνω. Άνοιξε  τη πόρτα κι όρμησε έξω στο ανεμοχάλαζο, « κοπιάστε, σήμερα είναι μέρα Αγάπης ».

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

15 Ιουλίου



Πως άλλαξε έτσι ξαφνικά ο καιρός

Ο καύσωνας του Ιουλίου, ίσως να φταίει,

Η υγρασία του μεσοκαλόκαιρου, ποιός να ξέρει

 

Καίνε απ’ τον  ιδρώτα τα μάτια μου

Και από το λαιμό μου κρέμονται σαν χάντρες

Τεράστια, βρώμικα και δυσκίνητα ζώα

Έγειρα να κοιμηθώ,  κι ας είχα χάσει

Τα πάντα, σαν σε μια παρτίδα, μονόπολης

Ελπίζοντας την άλλη μέρα πως θα κέρδιζα

 

Και όμως ο αέρας βαρύς, ούρλιαζε,

‘ πάμε παρακάτω’, και με ματωμένο μαντίλι

Σφούγγιζε τα λιπώδες χείλη του.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Γεύση της θλίψης


απόψε,

Το μαύρο της ψυχής μου

λεκιάζει το γαλάζιο τ' ουρανού

και την γαλήνη του

ρυτιδιάζουν, γεμίζοντας

τον γκρίζες πτυχές,

ανείπωτοι πόθοι,

πυρωτικοί στεναγμοί

 

απόψε

βουτηγμένος στη σιωπή

βγαίνω για μοναχικούς περίπατους

σαν άνεμος γυροφέρνω τη πόρτα σου

ξενύχτης αλήτης, ευλαβικός προσκυνητής

 

απόψε

στρώνω την μοναξιά,

για σεντόνι μου

και μιμούμαι το θάνατο

και για μοιρολόι

ακούω το κλάμα τ' ουρανού

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Θεατρικό έργο για τους εργατικούς αγώνες της Πρωτομαγιάς

Το ψουμίν του αρκάτη
του
Γιάννου Λαμπή
Ά σκηνή
( η σκηνή διαδραματίζεται μέσα σε μια γαλαρία μεταλλωρυχείου στον Αμίαντο)

Μιχάλης- επόκαμα... εν αντέχω άλλο τούτο το λαμπρόν... πόνησα τζιαί τα στήθη μου…θαρκούμαι έλειψε ο αέρας…φαίνεστε μου εν να φυρτώ...
Σαλίχ- σφίξε τα δόντια σύντροφε...έτο σε λλίην ώρα εν να βκούμεν που μες τούτον το λάκκο...κόμα ένα βαγόνι τζιαί εν να ποσώσουμε το μεροκάματο.
Μιχάλης – προσπαθώ Σαλήχ...έσιει ώρα που προσπαθώ...μα έτο, επίσσωσεν το στόμα μου που την καρβουνιά...τζιαι που την πολλήν πυρά επόνησα την τζιεφαλήν μου, εν νοιώθω τα κόκαλα μου...φαίνεστε μου ελουβίσαν....
Σαλίχ – γείρε λλίον νερόν να δροσιστείς τζιαί κάτσε νάκκον να πνάσεις...άεις με μανιχόν μου τζιαί δκυο ππαλλιές εν να το γιεμώσω...
Μιχάλης – εστέγνωσε τζιαι το παούρι...εστράτζιεσαι...εν έσιει σταξιά μέσα...
Σαλίχ – έλα πκιάσε  το δικό μου...έσσιει ακόμα λλίον μέσα...
Μιχάλης – μα εσού άμαν διψάσεις, ήνταν που να πκιείς Σαλίχ;
Σαλίχ – αντέχω εγώ... έτο, ακόμα δκυο φκιαρκές τζιαι εγιώμωσε το βαγόνι...

( Πίνει νερό ο Μιχάλης )

Μιχάλης – νάσαι καλά ρε σύντροφε...ευκαριστώ σε...
Σαλίχ  α Μιχάλη μου...γιατί με ευκαριστάς; Έτο εν ούλλοι μες το ίδιο καζάνι που είμαστον. Πρέπει να το καταλάβουμε. Τζιαί εμείς που είμαστε μες τούτες τις μαύρες τρύπες, όπως τους σκούλουκους, πρέπει να είμαστε μονιασμένοι. Σαν τ ‘αδέρφκια. Δαμέσα δα εν μας ιγλέπει κανένας άλλος, εκτός που τον σύντροφο μας.
Μιχάλης- έσιεις δίκαιο Σαλήχ. Άμαν είμαστε μονιασμένοι εν να μπορέσουμε να ζητήσουμε τζιαί το δίκαιο μας που την εταιρεία. Το μερτικό που δικαιούμαστε...
Σαλήχ – αννοίεις μεάλην κουβέντα Μιχάλη...τζιαί επικίντυνη.
Μιχάλης – εν έσιει κανέναν άλλο δαμέσα...οι δκυο μας είμαστον , άτε τζιαι ο χάρος
( γελούν )
Σαλήχ – μεν λαλείς πελλάρες..έδωκε σου η πυρά αλόπως τζιαι παραμιλάς...άτε τούτη η φκυαρκά τζαι ετελειώσαμε...άμαν βκούμεν που πάνω λαλούμεν τα....

( ακούγεται έκρηξη και χώματα πέφτουν πάνω τους )

Σαλήχ – πέρκιμον έν ετζυλίσαν τα χώματα τζιαι να κλείσει η γαλαρία...άτε πάμε Μιχάλη... τράβα μπροστά τζιαί γιω που τα πισώ σου...να σε βλέπω άμαν τζιαί ζαλιστείς...
Μιχάλης – τούτες οι φάλιες εν πολλά επικίνδυνες...καμιά φορά αν να μας θάψουν ζωντανούς..






΄Β σκηνή

( νύχτα. Μέσα σε μια καλύβα. Ο Μιχάλης, ο Σελίχ)

Σαλίχ – αύριο εν Κυριακή...λοαρκάζω να κατεβώ στο χωρκό να δω τζιαί λλίον τα παιδκιά μου...επεθύμησα τα...να φέρω τζιαί λλίον ψουμίν..λαλώ να λαμνίσω που το πρωίν τζιαί να γυρίσω τη νύχτα. Εσού πότε εν να πάεις; Έσσιει μέρες να πάεις!!
Μιχάλης – Ναι ..ξέρω το Σαλίχ αλλά εν μπορώ. Τελευταία είμαι λλίον αδύνατος, κομμένος...άεισε να δυναμώσω λλίον.... μα πε μου ! έν είδες το φιρμάνι; Μέσα στους νέους καταλόγους της εταιρίας εβάλαν τζιαί το ψουμίν. Εν δικαιούμαστε να φέρουμε που έξω. Πρέπει λαλούν να το γοράζουμε τζιαί τούτον που τον φούρνο της εταιρίας.
Σαλίχ – είδα το...αλλά εν πολλά ακριβό...θέλουν διπλάσια που τους φούρνους του χωρκού. Σχεδόν ένα μεροκάματο.
Μιχάλης – είδες τους κλέφτες...εν κανεί που πλουτίζουν με τον ιδρώτα μας, θέλουν να πιουν τζιαί το γαίμα μας. ( σκύβει και του λέει εμπιστευτικά ). Εν γι’ αυτό που σου λαλώ ότι μονιασμένοι πρέπει να διεκδικήσουμε το δίκαιο μας.
Σαλίχ – άεις με εμένα Μιχάλη...έν θέλω φασαρίες. Εν τέσσερα στόματα που έχω να ταίσω..
Μιχάλης – ξέρεις το Σαλίχ...τζιαί εγιώ έχω, όι τέσσερα αλλά πέντε στόματα. Εν γι’ αυτό που νευριάζω. Που με πνίει το δίκαιο. Δουλεύκουμε συνέχεια, που το πρωί ως τη νύχτα. Καταπίνουμε τόση σκόνη και ψηνούμαστε που την κάψα μές την τζοιλιά της γης για ένα βούκκο ψωμί. Τουλάχιστον τζείνα που δικαιούμαστε πρέπει να τα ζητούμε αφού που μόνοι τους εν πρόκειται ποττέ  τους να μας τα δώκουν.
Σαλίχ – ρε Μιχάλη μα εσού τρέμεις. Τα μάδκια σου εν κατακκότζινα τζιαί τρέχουν. Άεις με να δω..( Ακουμπά στο μέτωπο του). Ρε μα ψήνεσαι στον πυρετό. Τζαί τζείνος ο βήχας σου επόλλυνεν. Εψές εν ετζοιμήθηκες καθόλου. Άκουα σε που ετζιεγκελοούσουν και εκλώθεσουν σαν το κούφο μες το κρεβάτι. Σάστου να πεταχτούμε ως τζιει  στο γιατρό να σε τσιακκάρει...
Μιχάλης – μεν ανησυχείς Σαλίχ...ένεν τίποτε. Εν να μου περάσει...μαθημένα τα βουνά που τα σιόνια. Ο γιατρός ήντα που να μου κάμει; Να γύρω πάνω στο κρεβάτι πέρκιμον ποτζοιμηθώ, τζιαί εν να μου περάσει.

( Ενώ ο Μιχάλης με τη βοήθεια του Σαλίχ πάνε προς το κρεβάτι, ακούγονται κτυπήματα στη πόρτα. Ανοίγει ο Σαλίχ και μπαίνει μέσα ο Κωνσταντής  )

Σαλίχ - Καλώς τον Κωνσταντή...μα πως ως δα τέδκοιαν  ώρα;
Κωνσταντής - ¨Ετο είδα το φανό αυτούμενο τζιαί είπα να σας δώ λλίον.
Να κόψουμε τζιαί καμμιάν κουβέντα αθρωπινή. Έτο,
γέννημα του ήλιου κατεβάζουν μας μες τον λάκκον τζιαί με το βούτημα του βκάλλουμαν μας...που την κούραση όσον τζιαί προλαβαίνουμε να πνάσουμε νάκκουριν. Επεθύμισα τζιαί γιω να συντύχω τζιαί με κανέναν πλάσμα...

Μιχάλης – Κάτσε...μεν στέκεσαι...τζιαι εμέναν εντζιαί γελάς μου...κάτι έσιεις μες το μυαλόν σου για νάρτεις ως δα.
Κωνσταντής – μα εν ακούεσαι καλά σύντροφε...εσού τρέμεις όπως το πουλλούιν το βρεμένο..ήντα έπαθες;
( Τον πλησιάζει και ελέγχει το μέτωπο του για πυρετό )
μα εσού χογλάς...ψήνεις αυκό πας το μέτωπο σου. Που πότε έσιεις πυρετό;
Σαλίχ – έν ο Αλλάχ τζιεί Παναϊα που σε επέψασιν. Έσιει δκυο – τρεις μέρες που εν έτσι καλαθουρκασμένος...αλλά εν γαϊτίζει να πάει στο γιατρό. Πόψε όμως εν σιειρόττερα νομίζω. Πέ του τζιαί σου καμμιάν κουβέντα, πέρκιμον τζιαί ακούσει σε να πάει στο γιατρό.
Κωνσταντής – φέρε μια μαντηλιά να την βουττήσουμε μες το ξύδιν τζιαί να την βάλουμε κομπρέσα πάς το μέτωπο του πέρκειμον τζιαί ρίψει τον πυρετό...
( βάλλουν την κομπρέσα )
Μιχάλης – νάστε καλά...μεν ανησυχάτε...εν να μου περάσει... εν που την κούραση θαρκούμε.. Μα για πέ μας...ήντα νέα που την συντεχνία...μεν φοάσε , ο Σελίχ εν δικός μας άθρωπος...εν έμπιστος.
Κωνσταντής – αύριο εν να μιλήσει η επιτροπεία με τη διεύθυνση. Εν να ζητήσουν να εφαρμοστεί το σύστημα 8, 8, 8,
Σαλίχ – ήντα που ένειν τούτο; Εσού ξέρεις Μιχάλη;
Μιχάλης – όι Σαλίχ..ούτε εγιώ καταλάβω..
Κωνσταντής – ( γελά) ... για τούτον το σύστημα.... εσιωνόθει γαίμαν, μεν αρωτάς! Εγιωμόσαν στράτες τζιαί εγίνην ποταμός κατεβασμένος...εχαθήκαν συντρόφοι για να μπορέσουμεν εμείς να το έχουμεν...τζιαί νομίζω ήρτεν η ώρα...
ΣαλίχΜιχάλης  - ακόμα όμως εν τζιαί είπες μας....
Κωνσταντής – οκτώ ώρες, δουλειά, οκτώ ξεκούραση, τζιαί οκτώ ώρες ελεύθερου χρόνου για μόρφωση και ψυχαγωγία...τούτον εν το σύστημα που ζητούμεν.
Μιχάλης – τζιαί πιστεύκετε ότι εν να καϊλίσει η εταιρεία;
Κωνσταντής – όι...σίουρα εν να φωνάζουν...μα τούτην τη φορά εν αποφασισμένοι ούλλοι...εν να κατεβούμεν απεργία. Γι’ αυτόν ήρτα να σας το πω... να ξέρω αν είσαστε μαζί μας.
Μιχάλης – τζιαί θέλει τζιαί ρώτημα ( κάμνει πως εν να σηκωθεί και ξαναπέφτει. Τον βάζουν πίσω στο κρεβάτι και του βάλουν ξανά κομπρέσα)
Κωνσταντής – Εσού Σαλίχ...ήντα που λαλείς...
Σαλίχ – εν ηξέρω...θέλει σκέψη...έχω κοπελλούδκια να ταϊσω...είδετε προχτές ήντα που εγένει...όσοι επήαν στην συγκέντρωση της συντεχνίας εδκιώξαν τους που την δουλειάν... φοούμαι..
Κωνσταντής -  έσιεις δίκαιο που φοβάσαι σύντροφε Σαλίχ...το κεφάλαιο εν τζιαί έσιει αθρωπιά..εν σκέφτεται... με κοπελλούδκια με κάνεναν άλλο...παρά μόνον τον ππαρά...άμαν μπεις στο δρόμο του εν σε πατήσει...αλλά τούτην τη φορά εν να είμαστε ούλλοι μαζί....μονιασμένοι...μια γροθκιά τζιαί εν θε να μπορεί να μας δκιώξει ούλλους.
Μιχάλης -  εν σε πιέζει κανένας, Σαλίχ...ξέρω ότι είσαι καλός άθρωπος τζιαί παλεύκεις όπως ούλλους εμάς...σκέφτου το μόνος σου...πήαινε αύριο στα κοπελλούθκια σου τζιαί που νάρτεις ποφασίζεις αν θα κατεβείς μαζί μας απεργία...












Γ’ Σκηνή

(Απόγευμα. Στην αυλή του Μιχάλη. Στέκονται απ’ έξω ο Κωνσταντής και η Αντριάνα)
Κωνσταντής – που πάεις έτσι φουρκαστός Σαλίχ....φαίνεσαι θυμωμένος.
.. εν τζιαί ήρτα δαμέ για να σου πω για την απεργία...
Σαλίχ – Ένεν για τούτον που είμαι θυμωμένος.
Κωνσταντής – ε καλό για έντα πράμα; Τζιαί εν σε φορούν οι τόποι!
Σαλίχ – όσον τζιαί ήρτα που το χωρκόν...επήα τζιαί είδα τα παιδκιά τζιαί τη γυναίκα μου...Δουλεύκουμε σαν τους σσιύλλους τζιαί όσον τζιαί ψωμοπαιρνούν (αναστενάζει)...τζιαμέ στα γραφεία εσταματήσαν με τζιαί εκάμαν μου έλεγχο. Είχα μαζί μου δκυο ψουμνιά τζιαί επκιάσαν μου τα οι αθρώποι της εταιρείας. Εν για τούτον που είμαι θυμωμένος...
Κωνσταντής – τωρά εκατάλαβες Σαλίχ γιατί πρέπει να είμαστε ούλλοι μαζί. Μονόβουλοι.
( ακούγονται φωνές. Σαν διαδήλωση. )
Σαλίχ-  μα ήντα που εγένην τζιαί φωνάζουν...άκου φασαρία τζιαί κακό.
Κωνσταντής – εν οι αρκάτες...σήμερα η εταιρία ούτε να συζητήσει έν ήθελε με τη συντεχνία τζιαί απείλησε να σταματήσει που τη δουλειά τζιαί την επιτροπεία μας.... εν τους κανεί τούτο ...αφήκαν τζιαί τον κόσμο νηστικό. Έδωσαν διαταγή ώσπου έχουμεν απεργία έθεν να πουλούν ψουμίν στους αρκάτες. Μόνον σε τζείνους που εν να σπάσουν την απεργία.
Σαλίχ – καλά εφοούμουν εγώ...
Κωνσταντής - να μεν φοάσαι τίποτε σύντροφε Σαλίχ...εν να λυγίσουν..που εν να πάσιν οι κερατάδες. Χωρίς εμάς εν τζιαί μπορούν τούτοι να βκάλουν το μετάλλευμα.
Σαλίχ – εφάνειν μου τζιαί είδα την γυναίκα του Μιχάλη, την Φιούρα,  να μπαίνει που την καντζελλιά την ώρα που είμουν τζιαμέ στα γραφεία. Ήρτε αλόπως να δει τον Μιχάλη. Έσιει μέρες να κατεβεί στο χωρκό του. Ετσάκισεν τον η αρρώστια τζιαί εν ξορτώνει να πάει με τα πόδκια.
Κωνσταντής -  ου Παναγιά μου...τζιαί που ένει τωρά...πρέπει να την βρούμεν εμείς πρώτοι. Άμαν τζιαί ακούσει τα μαντάτα έτσι απότομα τζιαί ταραχτεί...
Σαλίχ -  Μα εσού εχλώμιανες Κωνσταντή...ήντα τρέσιει τζιαί εν το ξέρω εγιώ; Ποιά μαντάτα; Λάλε τζιαί κάμνεις με να ανησυχώ. Έπαθεν τίποτες ο Μιχάλης όσην ώρα έλειπα;
Κωνσταντής – Πρέπει να φανείς δυνατός Σαλίχ...ο Μιχάλης σήμερα το πρωί εν εφάνην στη καντίνα τζιαί εν τον είδε κανένας ώσπου τζιαί μεσομέρκασε. Ανησυχήσαμε. Ήρτα τζιαί εφάτσιησα του τη πόρτα. Εν μου απάντα. Έδωκα της μια τζιαί μπήκα με το ζόρι. Ήβρα τον χαμέ. Πεθαμένο.

( Ο Σαλίχ ταράσσεται τζιαί δείχνει απόγνωση και πικρία)

Κωνσταντής – είπασιν ότι έπασχε που σιλίκωση. Εκαταστραφήκαν οι πνεύμονες του τζιαί μάλλον εσήκωσε ψηλόν πυρετό τζιαί επέθανε. Τωρά σε λλίο εν νάρτουν να τον σηκώσουν... Φάνου δυνατός Σαλίχ..τζιαί έτην Φιούρα που έρκεται...
Σαλίχ – Κωνσταντής  – καλώς τη Φιούρα...
Φιούρα – Γειά σας. Καλώς σας ήβρα. Αφού εν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, ήρτεν το βουνό στο Μωάμεθ. Φαίνεται όμως έσιεται φασαρίες σήμερα. Ποτζιεί που έρκουμουν είδα κάμποσους αρκάτες να φωνάζουν και να βαστούν πίκετ. Εφάνην μου ότιι εφωνάζαν για το ψουμίν του αρκάτη...εν τους πουλούν τζιαί αφήκαν τους νηστικούς...τζιαί για κάποιον που επέθανεν εφανίστειν μου. ε..εν εκατάλαβα καλά...
Κωνσταντής – να σου φέρω μια καρέκλα... κάτσε να πιείς ένα νερό να ξεδιψάσεις τζιαί λαλούμεν τα..

Φιούρα – μεν κάμνετε φασαρία. Έτο εν να δω λλίον τον Μιχάλη μου τζιαί να φύω. Καρτερούν με έσσω τα κοπελλούδκια. Εν μιτσιά ακόμα τζιαί εν τζιαί σάζουντε μόνα τους. Έχω την έννοια τους ( πριν τελειώσει τραβά κατά το σπίτι ).
Σαλίχ – ( την βάζει μέσα στην αγκαλιά του ). Καλή μου γειτόνισσα. Μεν μπεις μέσα στο σπίτι. Περίμενε να μπούμε μαζί...
Φιούρα – καλέ μου Σαλίχ. Φίλε τζιαί σύντροφε του αντρός μου...ήντα που έσιεις τζιαί κλαίεις. Σύντυσιε μου να σε χαρώ. Ο Μιχάλης μου...που εν ο Μιχάλης μου; Ά Παναγία μου!!! αλόπως έπαθεν τίποτε κακόν ο άντρας μου. Εν άρρωστος αλλόπως;
( Γεμίζουν τα μάτια τους και κλαίουν με αναφιλητά )
Φιούρα  (Πετά χαμέ το καλάθι της . Και κρατώντας από τα μπράτσα την Αντριάνα τη ταρακουνά ). Μίλα εσύ Κωνσταντή...( Ο Κωντσαντής δεν μιλά. Κλαίει.)
Μεν μου πείτε. Εν το πιστεύκω. Αλόπως ο πεθαμένος που λαλούσαν εν ο Μιχάλης μου. Α..τον Μιχάλη μου ..τον γρουσό μου τον άντρα. ( Ορμά μέσα στο σπίτι )












Δ’ Σκηνή

( το εσωτερικό του σπιτιού και στην μέση πάνω στο κρεβάτι ο Μιχάλης. Γύρω του ο Κωνσταντής,  και ο Σαλίχ. Στη άκρη του κρεβατιού γονατιστή η Φιορού)

-          Μιχάλη μου, άντρα μου γρουσέ τζιαί ταίρι της καρκιάς μου. πατέρα των ορφανών μου των παιδκιών, καμάρι τζιαί παρηορκά μου. άνοιξε τα μάδκια σου να δω την αμμαδκιά σου, τάραξε τα σιείλη σου, να ακούσω τη γρουσολαλιά σου. Τάραξε νάκκον να χαρείς τη λεβεντοκορμοστασιά σου. τι σούκαμα τζιαί δεν μου μιλάς; Τι έφταιξα τζιαί δεν μου χαρίζεις μια στιμή , την ακριβή θωρκά σου; εγιώ είμαι η Φιούρα σου...η αγαπητικιά σου..η μάνα των παιδκιών σου...ήρτα κοντά σου να σε δω..έλειψεν μου η ζεστασιά σου. άνοιξε τις αγκάλες σου τζιαί όπως πρώτα χώσε με στο στήθος σου , να ακούσω τη καρκιάν σου. Μίλα μου , ίντα σου έκαμα η φτωσιή τζιαί εν μου μιλάς; Μιχάλη μου, πε μου τον πόνο σου τζιαί τα παράπονα σου. οι σύντροφοι σου εν δαμέ, τζιαί καρτερούν μαζί με μεν , την όμορφη την συντυσιά σου. πε μου καλέ μου να χαρείς...ποιός σε πείραξε...ποιός σου έκαμεν κακό..για να του βάλω μια φωνή τζιαί μια κατάρα μάνας...το άδικο που έκαμεν εις το Θεό διπλά τζιαί τρίδιπλα θα πρέπει να πληρώσει.

Σαλίχ – σήκου Φιορού. Σταμάτα τζιαί εν μπορεί ο Μιχάλης ξανά να μας ακούσει. Έφαν τον η αρρώστεια του τζιαί το μάραζιν. Αγάπασε πολλά. Τζιαί σεν τζιαί τα παιδκιά σας. Μα τζιαί ούλους τους συντρόφους του είσιεν τους βαθιά μες τη καρκιάν του. Μα το θερκόν της αχαριστίας τζιαί της εκμετάλλευσης ήτουν πιο δυνατό που τη καρκιάν του.
Κωνσταντής – κλάψε Φιούρα, κλάψε συντρόφισσα τζιαί αξίζει του αντρός σου. Ο θάνατος του Μιχάλη εν όπως τη φάλια που έσκασε κάτω που τα πόδκια της εταιρίας τζιαί της εκμετάλλευσης. Εν θε να πάει χαμένος. Μόνο που ακούστηκε ο θάνατος του ούλλοι οι αρκάτες ενωθήκαν τζιαι κατεβήκαν τζικάτω στα γραφεία. Εν βαστάχνουν πκιο το άδικο. Η ψυσιή του εν δαμέ... με το γαίμα του επότισε του αγώνα μας. Εν ναν ευλογημένο τ’ όνομα του.
Φιούρα – ποττέ του εν αδίκησε κανένα...ήταν τίμιος τζιαί αγάπαν τους συντρόφους του...εν εξεχώριζε κανένα. Τζείνο που εν του άρεσκε ήταν η κλεψιά...η αδικία που την εταιρία. Εν θα ξεχάσω τα λόγια του... « πως μπορούν τζιαί τζοιμούνται τη νύχτα...αφού κλέφκουν στο ζύι τα ίδια τα παιδκιά τους; ».  ( στέκεται για λίγο σιωπηλή. Παίρνει βαθιά ανάσα)
Κλουθάτε μου συντρόφοι...ο Μιχάλης μου εν επέθανε...θωρώ τον μπροστά μου...λεβεντάθρωπο, με τα σιέρκα ψηλά...σφιγμένα σε γροθκιά...κάτι φωνάζει...ακούω τον καθαρά...δώστε μας πίσω τα ψωμιά μας.













Τέλος

( μπροστά από το φούρνο. Η αυλαία ανοίγει την ώρα που όλοι μαζί πλησιάζουν το φούρνο. Ένας άνθρωπος της εταιρίας στέκει μπροστά στην είσοδο φρουρός)
Κωνσταντής – εκ μέρους της συντεχνίας και όλων των εργατών ζητώ να ανοίξει ο φούρνος και να μας πουλήσετε ψωμί.
Υπάλληλος – (χαμογελά ειρωνικά) Τζιαί ποια εν τούτη η συντεχνία που εν να βάλει όρους στην διεύθυνση της εταιρίας. Εν το κακό του τζιεφαλιού σας που γυρεύκετε.
Στραφείτε πίσω στη δουλειά σας…αφήστε τα αιτήματα  στην πάντα…πιάστε δουλειά… τζιαί εννα σας πουλήσουμε τζιαί ψουμίν.
Κωνσταντής – αν δεν κάτσετε να συζητήσουμε πως θα λυθούν τα προβλήματα. Η απεργία θα σταματήσει όταν η διεύθυνση κάτσει μαζί μας να συζητήσουμε τα αιτήματα μας. Αλλά τωρά απαιτούμε να μας πουλήσετε ψουμίν. Έχουμε μωρά μες στον καταυλίσμό, γυναίκες τζιαί αρρώστους.
Υπάλληλος – τούτον έπρεπε να το σκεφτείτε πρώτα εσείς. Ένεν δικό μας πρόβλημα.
Σαλίχ – τούτον εν παράνομο. Εν απάθρωπο. Σύντροφοι να κάτσουμε ούλλοι δαμέ…να μεν τάραξουμε ούτε στιγμή…να δούμεν ποιος εννά λυγίσει…εμείς που τη πείνα... οξά η εταιρία που χάνει που τα κέρτη της.
Υπάλληλος – ότι θέλετε κάμετε. Σε λλίον όμως έρκεται η αστυνομία…
Φιορού – σύντροφοι …το δίκαιο εν με το μέρος μας. Μεν φοάστε τις απειλές της εταιρίας. Το μόνο που την νοιάζει εν το κέρδος και τα ριάλια. Ποττέ της εν εσκέφτηκε για το καλό μας…για το ψουμίν τ’ αρκάτη. Ώσπου μπορείτε τζιαί δουλεύκτετε εν να σας εκμεταλλεύεται. Σταθείτε ούλλοι μονιασμένοι. Μονόβουλοι. Σήμερα όπως ούλλοι ξέρετε επέθανεν ο Μιχάλης μου. Πρέπει να καταλάβουν ότι ο θάνατος του εν ήταν τυχαίος. Εν που τις κακουχίες….την σκληρή δουλειά …τζιαί την έλλειψη ασφάλειας τζιαί σκεδίου υγείας.
Υπάλληλος – επολλολόησες τζυρά. Τράβα πίσω τζιαί βούλλωστο.
Φιορού- σύντροφοι…πάμε μέσα…ούλλοι μαζί…πκιάστε ψουμιά…τζιαί κάμετε μνημόσυνο του αντρός μου αλλά τζιαί του κάθε αρκάτη που έχασε τη ζωή του μες τούτο το μεταλλείο που την απληστεία της εταιρίας.
( ορμούν όλοι μέσα στο φούρνο και διαμοιράζονται τα ψωμιά)
Κωνσταντής – Ο κάθε άθρωπος που χάθηκε μέσα στα μεταλλεία...εγίνην φάλια τζιαί φωδκιά....τρέμει η γη που κάτω που τα πόδκια των απλήστων... τζιαί το γαίμαν τους ποτάμιν βουερό...παρασέρνει στο πέρασμα του τ’ άδικο. Κύμα δυνατό γένεται των αδικοχαμένων η φωνή τους... τζαί φέρνει νέο φως.. τζιαί γλυτζιή προζύμην έσιει πκιόν ..τ΄αρκάτη το ψουμίν του.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα....

Λίγο πρις τις γιορτές...

Όταν η μέρα ξέσχισε τα κουρέλια της νύχτας,
ξεπρόβαλε μια γλαυκή μέρα και
ένας ουρανός να πνίγεται μέσα στο γαλάζιο του.
Ανάγειρα το κεφάλι και κοίταξα τον ουράνιο καμβά.
Ένοιωσα να με προκαλεί να αποτυπώσω τα οράματα της καρδιάς μου...
να ζωγραφίσω τον κόσμο όπως τον ονειρευόμουν και θα ήθελα να έχω.
Επικρατούσε και μια σιωπή που με έκανε να θέλω να τραγουδήσω...
να αναβλύσουν όλα τα τραγούδια, οι ξεχασμένες μου επιθυμίες
που είχα κρυμμένα μέσα στη καρδιά μου.
Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και τον ερχομό του νέου χρόνου,σκέφτηκα
Καιρός να γυρίσω μια νέα σελίδα στη ζωή μου.Το ήξερα όμως μέσα μου
ότι ένας καινούργιος δρόμος είναι επέκταση του παλιού.
Δύσκολος, όμως συνάμα και τόσο όμορφος με τις διαδρομές που μου χάρισε.

Χαμογέλασα...δεν θα γυρίσω σελίδα, δεν θα αλλάξω το δικό μου δρόμο...
θα συνεχίσω, σκέφτηκα τον παλιό.
Καιρός όμως να σταθώ τολμηρός μπροστά στον ήλιο της αλήθειας.
Ν' αφήσω τη φλόγα να κυλίσει σαν ποτάμι μέσα μου...
ν' ατσαλώσει το κουράγιο και τη πίστη μου.
Και οπλισμένος με την απλόχωρη ωραιότητα των ιδανικών μου,
συνοδοιπόρος με τους αγαπημένους και φίλους,
να ξαναπάρω τον γνώριμο δρόμο του αγώνα,
της αγάπης, της εκτίμησης και του σεβασμού.
Και μαζί με όλους αυτούς, να σηκώσουμε τον ήλιο της ελπίδας
και των σεμνών οραμάτων...

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

"Τα 7 σφάλματα του κόσμου", ( Μαχάτμα Γκάντι)

Πλούτο δίχως μόχθο.

Ηδονή δίχως συνείδηση.

Γνώση δίχως χαρακτήρα.

Εμπόριο δίχως ηθική.

Επιστήμη δίχως ανθρωπιά.

Λατρεία δίχως θυσία.

Πολιτική δίχως αρχές.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Καταραμένο πάθος...( απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιάννου Λαμπή)

Σηκώθηκε και κοίταξε στο καθρέπτη. Το πρόσωπο του αξύριστο, κουρασμένο, και τα μαλλιά του μπλεγμένα. Τράβηξε τις κουρτίνες και το φως τον κτύπησε στα θολά από το ξενύχτι μάτια του. Έφερε βόλτα το βλέμμα στη κάμαρα. Η μοναξιά ξεχειλούσε και τον πάγωνε. Χαμογέλασε πικρά. Για άλλη μια φορά ξύπνησε μόνος στο διπλό του κρεβάτι. Μια δική του επιλογή αφού το πάθος του για τη ρουλέτα ξεχυνόταν αχαλίνωτο από μέσα του. Σαν μια ανάσα που έκαιγε, διέλυε και σύντριβε το λογισμό του. Έκλεισε με τις παλάμες τ’ αυτιά του καθώς όλα τα αντικείμενα του φώναζαν, « Που βρίσκεται η αγάπη »;

Ένα δάκρυ του κύλησε...κι’ όμως την είχε συναντήσει. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε ένοιωσε σαν να την γνώριζε από παλιά. Η φαντασία και το όνειρο συναντήθηκαν με τη πραγματικότητα. Λένε ότι το βλέμμα είναι ο καθρέπτης της ψυχής, και δεν μπορούσε να ξεχάσει τον τρόπο που τον κοιτούσε, τότε, η Μαρίνα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα συναισθήματα που ένοιωσε να τον πλημμυρίζουν τη στιγμή που οι ψυχές τους ενώθηκαν. Ένοιωσε μια θλίψη να τον τυλίγει. Τώρα καταλάβαινε ότι έχασε πολλά πράγματα στην ζωή. Με μια ζαριά ξεπούλησε το δικαίωμα του στην αγάπη και στον έρωτα.