Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Πόθος

Νύχτωσε, κι ο πόθος ουρλιάζει,
αγρίμι μοιάζει που ξαγρυπνά,
με  χείλη φλογισμένα ταξιδεύει στο κορμί σου,
ψάχνοντας τον πολύτιμο, κρυμμένο σου ανθό,
γίνεται τότε φιλί υγρό  και τον γλυκοποτίζει,
τα σέπαλα του ανοίγουνε, δροσιά στα πέταλα του
και βίαια γέρνει  ο στήμονας στον ύπερο

κερνώντας τη δίψα του  με άγριο οργασμό

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014


Αναμνήσεις

 

Σαν ίσκιος τριγυρίζω σ’ ένα εγκατελειμένο χώρο στάθμευσης,

μπερδεμένος στην αποστήθιση παλιών αναμνήσεων,

τώρα πια έχουν ξεθωριάσει σαν σκισμένες αφίσες,

κι όσο πιο παλιές, τόσο πιο βαθιά τ’ αποτυπώματα στο τοίχο,

ανατριχιάζω όταν ακούω να τρίζει βγαίνοντας η βελόνα που τις κρατά,

σαν να μου φωνάζει, μην με πετάς, ακόμα μια ελπίδα μου χρωστάς,

και θα ‘ρχομαι, να με καρτεράς τα βράδια που ξαπλώνεις.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες