Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγαπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγαπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016




Νύφη,  της ψυχής μου ταίρι,
άσε με αν θες χωρίς νερό
σταμάτησε μου τον αέρα,
μ’  άσε μου τα μάτια  για να σε θωρώ,
άσε  τ’ αυτιά μου  για ν’ ακούω
το γέλιο σου το  Θεικό
απ’ το γλυκό σου στόμα

Αγάπη μου, της καρδιάς μου αίμα,
άσε με να αγγίξω τη λύπη σου
να φιλήσω τις πληγές σου.
να γεμίσω με το πόνο σου
ν’  αναπνέω εγώ για σένα,
άσε με να ζω και να πεθαίνω
μεσ’ το δικό σου σώμα

Λατρεμένη μου, ήλιε και φεγγάρι μου,
τρέμω γονατιστός  μπροστά σου,
πάρε αν θέλεις τη ζωή μου,
μ’  άφησε με βαθιά να σ’ αγαπώ
όπως ποτέ δεν σ’ αγάπησε κανένας.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ γιατί με κράτησες μια νύχτα στα χέρια σου
με φίλησες στο στόμα και γι αυτό υπάρχω ακόμα
Σ αγαπώ γι’ αυτά τα μάτια σου
που με κοίταξαν και πήραν της αγάπης χρώμα
Σ αγαπώ για το ρίγος που μου χάρισες
καθώς φίλησα το μικρό δάκτυλο του ποδιού σου


Άσε με να σ’ αγαπώ  με κάθε τρόπο
Άσε με ν' αγαπώ το σώμα σου και να το φροντίζω
Άσε με ν' αγαπώ τη χαραμάδα της δικιάς σου σάρκας
Άσε με να ξαποσταίνω στην άβυσσο  ανάμεσα των βυζιών σου
Άσε με να  σ’ αγαπώ τώρα και πιο πολύ ακόμα όταν πεθάνω.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Αναπνέω όπως κι εσύ
Αναπνέω μαζί σου
Ακόμα κι αν δεν σ’ ακουμπώ
Ακόμα κι αν είμαι μακριά σου 
Αναπνέω πλέον στον ίδιο ρυθμό μαζί σου
Αναπνέω μέσα από ‘σένα
Αναπνέω όπως κι εσύ.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Και συ!

Εσύ μου μιλούσες, κι εγώ
ταξίδευα μέσα στα σπλάχνα σου,
άκουγα το αίμα σου καθώς κυλούσε
ποτισμένο με τις ακραίες και αδίστακτες ορμές σου,
και σ’ έπινα σταλιά – σταλιά , και  συ
με αιχμαλώτιζες με δεσμά που δεν θα λύνονταν ποτέ,
το ήξερες,  και  συ γελούσες,
μα εγώ δεν σ’ άκουγα, δεν μ’ ένοιαζε
ότι δικό σου για πάντα εσύ θα με κρατούσες,
σε φυλακή που θα είχε το σχήμα του κορμιού σου
και ποτέ μου δεν θα χόρταινα, και σαν επαίτης,
υποταγμένος στην  ηδονή που υπόσχεται

η γλύκα του φιλιού σου, θα σ’ αποζητούσα.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες

 

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014


Έτσι, ίσως λέω έτσι,

 

Την αποσαρκωμένη σκιά σου σκάβω με τα νύχια μου

ψάχνοντας χαραμάδα μέσα σου να χωθώ

έτσι , ίσως λέω έτσι, μπορέσω να σ’ αγαπήσω ακόμα περισσότερο

και χωρίς να φοβάμαι, το θάνατο μου να υποδεχτώ, χαρίζοντας του

όλα τα όνειρα μου για σένα, ανέγγιχτα έτσι θα μείνουν,

δεν θα μαραθούν  στο πέρασμα των ημερών

έτσι , ίσως λέω έτσι, θα υπάρχω για πάντα, μέσα σου θα ζω,

θ’ αναπνέω απ΄την ανάσα σου,  θα δροσίζομαι στα χείλη σου

και με τη φωνή σου αιώνια θα φωνάζω, σ’ αγαπώ

 

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014


Έλα μην αργείς

 

Κάποιος μπήκε απόψε στα σπλάχνα μου απρόσμενα,

δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του, μάλλον θα ήτανε αεράκι ξαφνικό,

όμοιο με νεκρή ψυχή που μόνο ρωγμές ανοίγει, και καθρεπτίζεται

σαν δήμιου σανδάλια, σε πάγο λείο και λευκό
 

φεύγοντας μ’ άφησε άδειο, και με χέρι κομμένο απ’ τον καρπό,

τ’ όνομα σου ζωγράφιζε το αίμα, καθώς έσταζε κόκκινο, ζεστό
 

τροχισμένο ψαλίδι, κι αυτό το βράδυ η απουσία σου

με σπρώχνει να βγω στους δρόμους σαν τρελός,

σε ψάχνω απεγνωσμένα, όπως δεν σ’ έψαξε κανείς

και ανακαλύπτω τα λόγια τα χαμένα στο φως των αστεριών
 

απόψε αγαπημένη μου, σε προσμένω, έλα μην αργείς,

σε νοιώθω να ανασαίνεις μέσα μου όσο σε σκέφτομαι

κι όλος ο πόνος σβήνει στην άκρη των δικών σου των χειλιών

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Τ’ απογεύματα τα δικά μου, δεν έχουν χρόνο, ούτε και τόπο,

είναι γεμάτα απέραντο γαλάζιο και ψιθύρους συνοδούς,

με βυζαντινόχρωμα ζωγραφίζει στα σύννεφα καθώς ο ήλιος γέρνει,

δυο βλέφαρα δοξαρωτά και φρύδια σαν κρεμαστές καμάρες

π’ απάνω τους γέρνω σιωπηλός κι ακούω μια μπαλάντα