Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cypriot writers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cypriot writers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

My child,
Perhaps because I wasn’t worthy of being called ‘human’
I was looking at you unconcerned, within my convenience
Maybe because I was afraid of losing my tranquility
My child, for all these, I apologize
I was watching you with cold-blooded ignorance
Running towards nowhere like a fugitive
‘Hope’ being your only coat and shelter
Becoming old before you were even born
Breaking like a wave on an unfriendly beach
My child, for all these, I am asking for your forgiveness
Now, I am staring at your two eyes, which are worn out by saltiness
I am blaming the sea for becoming the cause of your death
I am leaning to kiss you without any shame
Your pale forehead where stars are shining
And instead of telling you fairytales, I, your mother
Gods and Angels are singing lullabies to you

My child, for all these, I am asking for your forgiveness

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Πόθος

Νύχτωσε, κι ο πόθος ουρλιάζει,
αγρίμι μοιάζει που ξαγρυπνά,
με  χείλη φλογισμένα ταξιδεύει στο κορμί σου,
ψάχνοντας τον πολύτιμο, κρυμμένο σου ανθό,
γίνεται τότε φιλί υγρό  και τον γλυκοποτίζει,
τα σέπαλα του ανοίγουνε, δροσιά στα πέταλα του
και βίαια γέρνει  ο στήμονας στον ύπερο

κερνώντας τη δίψα του  με άγριο οργασμό

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014


Άτιτλο


Ίδιοι τελικά οι δρόμοι της ζωής μου; μα πως; δεν γίνεται,

όλο τα ίδια σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο,

μόνο κάποτε κι αραιά με επισκέπτονται τα βράδια στα όνειρα

αλλά και στο ξυπνητό μου, κάτι σιχαμερές κόκκινες παπαρούνες

που μου θυμίζουν πως το αίμα δεν πάει χαμένο και πως γίνεται

μόνιμος εφιάλτης των αδίκων
 

Και νάμαι πάλι στο σταθμό, να ξημεροβραδιάζομαι και να περιμένω,

άραγε μάταια; ποιός να ξέρει; αλλά και τι σημασία έχει πλέον

να διερωτώμαι πόσο απόθεμα ζωής να έχω ακόμα;

Και το πρωινό, ψυχρό σαν δικαστικός επιδότης, τυπικός στο ραντεβού του

έρχεται και παρασέρνει την απόφαση της καταδίκης μου,

και επιδένει με επιδέσμους την πληγωμένη μνήμη που ακόμα αντέχει
 

Δεν θέλω πια να σας μιλώ για τη βροχή, για τον αέρα,

ούτε για τα λουλούδια και τα δέντρα, ούτε γι’ αγάπη,

μα ούτε για τους κρυφούς μοναχικούς θανάτους

απλώνω φτερά σε μια μητριά πατρίδα όπου όλοι ίδιοι είναι οι άνθρωποι,

γκρίζοι με πεσμένα φρύδια και πλατειασμένα στόματα από τα παρακάλια,

και τα μάτια τους πετρωμένα από την προσμονή, κοιτάζουν στο ίδιο αόρατο τοπίο.

 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014


Αφέλεια...

 

Πόσο αφελής ήμουν τελικά, νόμιζα πως μπορούσα να σε κατακτήσω,

να διεισδύσω μέσα σου χωρίς απώλειες, χωρίς να γενώ αιχμάλωτος σου,

νόμιζα πως σαν χαρταετός θα έσχιζα τον ουρανό σου

ελεύθερος θ’ αλήτευα κι ύστερα μακριά σου θα πετούσα

δεν μπόρεσα να δω όμως πως πίσω μου ένα σπάγγο αμολούσα
 

Κι αυτοί οι ερωτικοί μας στεναγμοί, οι ηδονικές φωνές μας,

και τα αγαπημένα μας βρώμικα λόγια που ψιθυρίζαμε γελώντας,

πίστευα πως θα ξεχαστούν και σαν ηχώ θα σβήσουν,

να όμως που πάλι γελάστηκα και τελικά κατέληξαν να είναι

σημάδια ανεξίτηλα  στης κάμαρας το τοίχο
 

Κι όλα εκείνα τα ατελείωτα ζευγαρώματα και οι δυνατές αγκαλιές μας

δεν τ’  αντιλήφθηκα πως ήταν μια νέα αρχή  κάθε φορά που τελειώναμε,

και μια νέα ένωση εκεί που διαμελίζαμε τα κορμιά μας

κι εκείνο το βλέμμα σου καθώς δραπέτευε από τα  μάτια  σου,

τα σβησμένα από της ηδονής τη γλύκα, μ ένα μικρό θάνατο

χαμογελώντας με κερνούσε

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014


Πορεία

 

Ξεριζώθηκα από τα σπλάχνα ενός αυθύπαρκτου, ζωντανού κι ακοίμητου κόσμου

Αυτός είναι η μάνα μου και με κοιτά ατάραχα με μάτια που συνέχεια κινούνται

Μέσα μου κατοικούν ακόρεστοι θεοί, που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω μου φορτωμένη με
 
ηθικές επιταγές κι έχουν στόματα ανοικτά που αχόρταγα χάσκουν στάζοντας αίματα και κομμάτια
 
σάρκας δικής μου και των αδελφών μου

Τι σημασία έχει αν φωνάζω δυνατά ή πνίγομαι στη σιωπή

Αν βρίζω ή αν προσεύχομαι, αν μαχαιρώνω ή χαϊδεύω

Πιστά, ναρκωμένος την ακολουθώ στο τάφο που η ίδια για μένα έχει σκάψει

Στην πορεία μου συζητώ για τις ποιότητες της μοναξιάς μου, εκεί μονάχα

βρίσκω τον εαυτό μου και τον λόγο της γέννησης μου, και καθώς

αντιλαμβάνομαι το αμεταβίβαστο και το πολύτιμο της ύπαρξης μου

τα μάτια της ξεχειλίζουν με ξαφνικές στάσεις, και

μια ανταύγεια του παρελθόντος καθρεπτίζεται μέσα τους,

Ο Θεός ορίζει το θάνατο μου, ο Θεός κατοικεί εντός μου.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


 

Καθεστώτα

 

Νότες μακρινές από μια σκουριασμένη φυσαρμόνικα

κουβαλούσε στις πλάτες του χθες αργά το δείλης ο αέρας

και μια παρέλαση από ήχους και χρώματα γέμισε τη κάμαρα μου,

ήταν απ’ τους ίσκιους των δολοφονημένων μου αδελφών που έμειναν άταφοι

κι απ΄ τις φωνές των παιδικών μου φίλων που είναι στις φυλακές,

στα υπόγεια μπουντρούμια κι οργώνουν τους βράχους με τα νύχια τους,

των πεινασμένων, των διψασμένων όλου του κόσμου

που δαγκώνουν τις λέξεις και στάζουν αίμα, κι έχουν το σκοτάδι για φίλο τους,

ήταν απ’ τις κραυγές αυτών που δεν ήξεραν και δεν είχαν ιδέα από εμβατήρια,

ήρωες, ακάθιστους ύμνους και ιστορία αλλά τους ένωνε η ίδια δίψα

για δικαιοσύνη, κι από φόβο κι άγνοια έστηναν οδοφράγματα κι έκαναν διαδηλώσεις,

ήταν απ’ το θόρυβο των αργασμένων παλαμών των συντρόφων μου

καθώς με τη σάρκα τους σταματούσαν το βόλι από οπλισμένο χέρι αδελφικό,

δεν έκλαψα, δύο σταγόνες δάκρυ είναι  αρκετά, γιατί καλά το ξέρω

το κλάμα είναι άσκοπη φλυαρία και δυναμώνει τη μοναξιά που επιβάλλουν των καθεστώτων τα
 
αιμοσταγή κι απάνθρωπα θηρία.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014


The sea-dressed lady ( Thalassoforousa)

Pity and injustice have ripped me apart

Men and Gods are hunting and cursing me

And while the Barbarians are surging

through the violent terror of the night

The teeth of death are withering my body

But justice is blooming and shouting inside me

spreading its winds and tearing the body of injustice apart, with its nails

and as pieces of flesh are restlessly leaving my body

thousands of gigantic clones are spawn from it

Catching the Gods and treating them to bitter treats and contempt

measured by the sun

'cause there's no place for injustice, within a God's heart

Hold up high, my heart

your wet, by the sea, white wedding dress...