Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απελπισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απελπισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Νύχτωσε, ψάχνω για τ’  όνειρο μου, που ήταν σαν φως,
απών,
γυρίζω το κλειδί κι αμολώ  τα σκοτάδια μου,
τρέφω τους φόβους  μου
κι αναμασώ  προσχήματα και  ψέματα,
φτύνω αλήθειες,
μ’ ένα βλέμμα μου σπάζω τους καθρέφτες σου
κάλπικο το είδωλο μου πάνω τους,
βυθίζομαι ξανά στα σκοτάδια μου
η σιωπή μου γίνεται ουρλιαχτό,

όλα έσβησαν μ’ ένα κοίταγμα.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Νοσταλγία

Θλιμμένα  κυλάει απόψε ο αέρας
και γεμίζει νοσταλγία η δική μου η ψυχή,
χωρίς ανάσα θα βουτήξω
στης λίμνης τα παγωμένα τα νερά
για ν’ αγκαλιάσω τ’ όμορφο φεγγάρι

που μου φωνάζει – έλα- και μου χαμογελά.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Άτιτλο

είναι κάτι βράδια βουβά και σκοτεινά
π’ όμορφα κρύβουν το δάκρυ στο σκοτάδι
το βλέπει μόνο το φεγγάρι και

ουρλιάζει σαν τσακάλι που πονά

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Όμορφη που είναι η νύχτα, ποθητή, κι απαλή σαν χάδι,
τρυφερή σαν χείλη γυναίκας, και γλυκιά σαν ύπνος ,
να έρθει ήσυχα κι αργά, καρτερικά προσμένω
πρώτα πα’ στου κυπαρισσιού τις φυλλωσιές  αθόρυβα να κουρνιάσει,
κι ύστερα απαλά να απλωθεί , χωρίς να την  ενοιώσω
να μ΄ αγκαλιάσει σαν αγαπητικιά, ζεστή ανάσα της μανούλας,
και όταν απ’ το βυζί της  θα πίνω των αθανάτων  μέλι
μ’ ανεμοτράγουδα να με αποκοιμίσει,
όμορφα να σβήσουν οι ήχοι της ημέρας,
και της αιώνιας νυχτιάς η σιγαλιά

για πάντα ν’ ακουστεί, πέρα ως πέρα.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Οι φίλοι μου

Στο παραθύρι μου απόψε, το φεγγάρι έχει σταθεί
Και στάζει μια πρωτόγνωρη γλυκιά μελαγχολία
Δέστε τι όμορφα που δακρύζει το ραγισμένο μου γυαλί!
Κάθε σταγόνα που κυλά, μια ανάμνηση είναι
Στιγμή που για πάντα εχάθει στου χρόνου το λάκκο το βαθύ
Απλώνω τα χέρια στο φως του το χλωμό
Μα είναι κρύο κι η ψυχή μου ανατριχιάζει
Κι ο άνεμος που αγκαλιάζει τ’ αντίκρυ κυπαρίσσι,
Όλο λεξούλες μ’ αραδιάζει, δεν τις νοώ, δεν τις καταλαβαίνω,
Το ξέρω είναι μάταιο να καρτερώ το χρόνο πίσω να γυρίσει
Θα βγω στο δρόμο μου, στη στράτα τη δική μου
Και θα τρυγώ λεμονανθούς, και τους παλιούς,
Καλούς μου φίλους θ’ ανταμώσω,
Θα τους κερνώ γλυκό κρασί και θα ‘ναι

Οι νύχτες μου ζεστές, στα χέρια τους φιλί γλυκό θα δώσω.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Το βράδυ.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
να βγω μεταμεσονύχτια στους έρημους κήπους
και να τρυγώ ανθούς που στάζουνε τις κρύες σταγόνες θλίψης,
εκεί όπου μυρίζει σάπιο, και θάνατος υγρός απ’ τα πεσμένα φύλλα,
κι ο άνεμος, νεκρών κουβέντες κουβαλάει,
μάταια με τον χρόνο κανείς  αναμετριέται, λένε,
γιατί η ζωή σταγόνα είναι και κυλάει,
γίνεται κρυστάλλινη λεπίδα και σε προσπερνάει.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
σαν φίλος ν’ ανταμώσω με το φεγγάρι, να του μιλώ,
να το θωρώ, στο κυπαρίσσι σαν καθίσει,
πόσο όμορφο είναι, μελαγχολικό, ωχρό
μαυροντυμένο με ένα κλωνί βασιλικό
στο πέτο, μαραμένο.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ
δεν έχω τίποτε άλλο πια να περιμένω

έγινε η καρδιά μου φίλος με το πόνο.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Απόψε θα ‘ρθεις

απόψε που δεν πνέει έξω καμιά ανάσα
σε προσμένω, δεν γίνεται θα ‘ρθεις,
θα ξεπροβάλεις μέσα από τα δάση,
θα φανείς στην άκρη του φιδίσιου δρόμου,
απόψε το ξέρω, θα ‘ρθεις,
αφού σε ποθεί  η ψυχή μου,
και θα μυρίζεις δυόσμο και βροχή,
σου ‘χω στρωμένο το κρεβάτι
απλώνω στο πάτωμα χαλί
και στο τραπέζι σου ‘χω ζεσταμένο
ψωμί και κόκκινο κρασί,
τι κι αν νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ,
εγώ ακόμα σε προσμένω
κι αρχίνησα να σου μιλώ
τόσο πολύ σε αποθύμησα
π’ ακούω τα βήματα σου
και  νοιώθω στα χείλη μου

γλυκόπικρο φιλί.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Τ’ όνειρο μου, εσύ!

Πολλές ελπίδες και κρυφοί πόθοι έχουν μαζευτεί στα σύννεφα,
κι οι άγγελοι μ’ απονιά έχουν σφραγίσει τα σύνορα,
παραμονεύουν μόνο οι Eρινύες, αλλά ακόμα κι αυτές επιλέγουν,
έχουν τη δική τους ηθική

Και πέφτει απόψε ένα φως αλλιώτικο,  παράξενα ερωτικό,
ντυμένο με μια γλυκιά μελαγχολία,
κρυώνω,  ακόμα και τα όνειρα μ’ έχουν απαρνηθεί
κι η μοναξιά σαν κρύος αέρας ασελγώντας, σπάζει τη σιωπή

Μόνο ένα  αφύλακτο όνειρο έχει ξεμείνει στη γη
σαν μια πληγή που αιμορραγεί , και βάφει κόκκινα
τα σώματα μας καθώς χύνονται το ένα μέσα στο άλλο,
και πέφτει μια γλυκιά σιωπή από τα  μάτια σου,

γίνεται όμορφη η μοναξιά, όταν τα όνειρα μου γίνονται, εσύ!

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014


Απόπειρα γραφής

 

Όλες οι λέξεις απόψε έχουν την ίδια γνωστή φωνή,

χιλιογραμμένες, ανούσιες, χωρίς χρώμα και μυρωδιές,

βαριεστημένα τραβάω ευθείες τεμνόμενες γραμμές,

κι έτσι ξαφνικά, δίχως να το σκεφτώ

χωρίς οίκτο πετώ το παλιό μου τετράδιο που περιέχει

ορθογραφημένες σκέψεις και σημειώσεις, και φωνάζω,

καιρός να γράψω αλλιώς
 

Μαυρομολυβιάζω με πάθος λευκές σελίδες,

με μια αλφαβήτα αλλιώτικη, γεμάτη καμπύλες,

δεν περιέχει σύμφωνα και φωνήεντα

παρά μόνο  μήτρες και φαλλούς

τις παρακολουθώ να συνουσιάζονται

και να σχηματίζουν λέξεις νεογέννητες

που γεννοβολούν όνειρα και ελπίδες ζωής.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες

 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Ο νεκρός

 

Κάθε σούρουπο κοιτάζω απ’ το παράθυρο στ’ απέναντι σπίτι

τη γυναίκα να σταυροκοπιέται και να σκεπάζει με ευλαβικά  εικόνες της Παναγίας,

τη βλέπω ν’ απλώνει τα χέρια και να καρφώνει ένα φεγγάρι χειμωνιάτικο

στο διάφανο πέτο τ’ ουρανού, κι ας είναι καταμεσής τ’ Αυγούστου,

φωτιά που καίγεται κι αλλάζει σχήματα το κορμί της, καθώς

ετοιμάζεται αργά με στοιχειωμένες κινήσεις αναρωτιέμαι,

ποιας ανάγκης ανέμους άραγε αγκαλιάζει κ’ ερωτεύεται;

η μεταμόρφωση αέναη και πληθαίνουν οι ρυτίδες του σάπιου της τοίχου

ο αέρας βαρύς, μυρίζει, κάποιος ανάμεσα μας είναι νεκρός, φωνάζει,

τώρα που βραδιάζει θα  βρούμε στ’ αλήθεια ποιός είναι.

 

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014


Συναπάντημα

 

Είναι αλήθεια ότι ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες πραγματικά

και τώρα δακρύζεις ακούγοντας  ένα δελτίο μεταθανάτιων ειδήσεων,

ίσως δεν γνώριζες ότι η διαδρομή που έκανες ήταν κυκλική,

όσο μακριά και να πήγαινες, κάποτε μοιραία θα σ΄ έφερνε κοντά στους όμοιους σου

και μετά από μια χαμένη πορεία να ψάχνεις να συναντήσεις το παλιό σου εαυτό,

κατακτητής, διψασμένος για κορμιά που δεν έμελλε να αγαπήσεις ποτέ

κι όταν έκανες  έρωτα νόμιζες ότι πραγμάτωνες μια φυγή, μιαν όμορφη απόδραση

λες ότι, δεν εκμεταλλεύτηκες και δεν καταχράστηκες αλλά συντρόφευες

σ ένα κυνήγι νέων συναισθημάτων διαρκείας

τώρα στέκεσαι όμως εδώ, απέναντι μου και με κοιτάς

λες πονάς, ναι σίγουρα πονάς, γιατί η ιστορία των νικημένων

γράφεται πάντα με αίμα και απώλειες, κι εσύ που δεν φοβόσουν κανένα

και όλους τους νικούσες, τώρα σιωπάς στα κτυπήματα των αναμνήσεων

φωνάζοντας ότι τα όνειρα,  ψέματα είναι τελικά,

και αυτή η λήθη, αυτή η λέξη που μου τσαμπουνάς συνέχεια στ’ αυτιά,

αυτή η λήθη και η συμφιλίωση με το δήμιο του αύριο, δεν είναι δυνατή,

γιατί αυτή είναι η αόρατη πλευρά της πραγματικότητας που πονά

είναι μια φωνή που ακόμα δεν είπε τη τελευταία της λέξη,

εσύ κι εγώ τώρα επιτέλους συναντιόμαστε στ’ αλήθεια

συνδαιτυμόνες που μοιραζόμαστε την ήττα αλλά δεν επιδεικνύουμε τις ουλές μας

γιατί οι πιο βαθιές δεν είναι ορατές

θέλεις τώρα να σ αγκαλιάσω σφιχτά, να σου κτυπήσω τρυφερά τη πλάτη και να σου πω, γεια, και να
 
προσέχεις, θα το κάνω, αλλά ίσως και να μην χρειαστεί να στο πω, θα το νοιώσεις από τη δύναμη της
 
 αγκαλιάς

όμως μην θλίβεσαι, γιατί αυτό σου το ταξίδι σου πρόσφερε πολλά

σου αφαίρεσε και  σου ακύρωσε τη ταυτότητα και σε μεταβίβασε στη διαφορετικότητα, έτοιμος
 
είσαι πλέον να αποδεχτείς το ανείπωτο,

και σε φίλεψε με μια συνείδηση που φουρτουνιάζει και δεν βολεύεται

και ξέρεις πλέον καλά, πως η ζωή περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα,

τον πόθο για γυναικεία κορμιά, για την αλήθεια, την δικαιοσύνη και την αποδοχή.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014


Η απουσία

 

Νύχτωσε. κι έτσι κουλουριασμένος στη γωνιά της κάμαρας μου

κάνω παρέα με τις απουσίες μου κι αγκαλιάζω τη μοναξιά,

κι ο θάνατος πάντα εδώ, ακοίμητος, θορυβώδης μέσα στη σιωπή του

κι αυτό το βαρύ συναίσθημα ότι αμέλησα το καθήκον μου,

κάτι έχω ξεχάσει κι ίσως δεν προλαβαίνω να κάνω

και το αίμα μου δεν ηρεμεί,  κι αυτές οι λέξεις,

αχ! αυτές οι λέξεις που αργοσαλεύουν κοιμισμένες και αιωρούνται

μέσα στο δωμάτιο μου κι είναι γεμάτες ανυπόφορη αναμονή

τι να θέλουν άραγε να μου πουν; έλα όμως που φοβούμαι να τις ξυπνήσω,

τις βλέπω να κινούνται κυκλικά με χάρη, και ν’ αποθέτουν κύκλους
 
τον ένα πάνω στον άλλο με ακρίβεια, σχηματίζοντας ένα πέρασμα με φως,
 
αναρωτιέμαι που να οδηγεί, κι αυτός ο ανεπαίσθητος θόρυβος που κάνουν είναι θλιβερός,

σαν τον ματωμένο άνεμο που ξετρυπώνει μέσα από αγκάθια ξερά,

ναι αυτό θα κάνω, θα προσποιηθώ ότι δεν τις βλέπω, δεν τις ακούω

ή ακόμα καλύτερα θα προσποιηθώ τον θάνατο μου.

 

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014


μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη 

 

Απόψε πάλι μια αφόρητα κι αβάσταχτα οδυνηρή μοναξιά

φορώντας άρωμα επιταφίου στα μαλλιά ψηλαφίζει τις πληγές μου

Κλείνω τα μάτια ν’ αφήσω το φως απ’ έξω αφού η θλίψη

γι’ αυτούς που πενθούν είναι ντυμένη στους ίσκιους

και με σπασμένες φτερούγες ζητιανεύω απ’ το φεγγάρι λίγη φωτιά

ν’ ανάψω τη λαμπάδα του ολονύχτιου μου θρήνου

Μια ηχώ, σαν σταγόνα αίματος ξεφεύγει απ’ τη κόγχη των χειλιών σου
 
-σσσς,  μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014


Ποιός Θεός;

 

Το φεγγάρι απόψε διστάζει να βγει,

και τ’ αστέρια είναι σαν παιδάκια ορφανά, χλωμοκίτρινα,

όμοια με δάκρια αλμυρά που στέγνωσαν κι έγιναν

μικρές ατέλειες στον απέραντο τ’ ουρανού μαύρο καμβά

Το είδα κρυμμένο πίσω απ’ ένα σύννεφο κι άχνιζε σαν μακρινή πυρκαγιά

το χέρι του έτρεμε καθώς σημείωνε στο δεφτέρι του

όνειρα, ελπίδες, προσευχές και γλυκές προσμονές

Το ‘δα να σβήνει ντροπιασμένο και τ’ άκουσα να μουρμουρίζει με θυμό,

-σε ποιόν δίκαιο θεό να παραδώσω του πεινασμένου την ευχή,

και πως να του εξηγήσω ότι είναι απλά για μια μπουκιά ψωμί;

 

 

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014


Νυχτερινές εφιδρώσεις

 

Κάθε τι απόψε με γυρίζει σε σένα

και στη κόψη της σκέψης σου κόβομαι
 

με φέτες πίκρας γεύομαι την απουσία σου

κι ανάβω – ποτέ δεν ξεχνώ- το φεγγάρι στην ώρα του
 

κοιτώ  στα ιδρωμένα σεντόνια από τα σώματα μας,

απλωμένα τόσα φύλλα ξεραμένα και ούτε ένα γαρύφαλλο
 

πως να ζήσω κρυφά από τις στάχτες μου;

πόσο πιο μέσα να καώ;
 

Τώρα ζω μονάχα σαν σταγόνα αίμα στην άκρη της δαντέλας σου

κι αγαπώ την αγάπη χωρίς κανένα πρόσωπο

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Απουσίες


Σε κάλεσα, αδερφέ, στην κάμαρα μου,

Να σε φιλέψω με καφέ και με τσιγάρο,

Έτσι όπως κάνουνε δυο φίλοι τα δειλινά

 
Κάθισες αμήχανα στην άκρη

Στο αδειανό μισό, του ανώφελα μεγάλου κρεβατιού
 

Δεν ανταλλάξαμε ματιά, ούτε και μια λέξη

Σπαταλήσαμε την ώρα μας, αγναντεύοντας

τη βραδινή ακινησία, και αποκρυπτογραφώντας

τα σχήματα που έγραφε η βροχή στο τζάμι

 
Μου μίλησες με το καπνό που έφευγε από τα χείλη σου,

 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο ακίνητο από το βράδυ

Με τις νεκρώσιμες τελετές του

Το ερμητικό κλείσιμο της κουρτίνας

Τα φώτα να ψυχορραγούν μέσα στο υπναλέο δωμάτιο

Τις γρίλιες που πνίγουν κάθε όρεξη να βγεις ν’ αγοράσεις τσιγάρα

Τον θαμπό φωτισμό του δρόμου

Που ρίχνει  νεκρούς ίσκιους στο λιθόστρωτο

Που ψάχνουν απέλπιδα να βρουν παρέα.

 
Κι εγώ γι’ αυτά ήθελα να σου μιλήσω, αδερφέ, αλλά,

 
Για ποιούς πεθαμένους μου μιλάς;

Αν δεν γεννήθηκες, τότε, πως θες να πεθάνεις;

 
Έκλεισες, αδερφέ, την πόρτα πίσω σου,

Ντροπιασμένος που δεν μπόρεσες  να υπερασπιστείς τα όνειρα σου

Κι αφήνοντας τα αργά σου βήματα να μιλούν, για σένα

Ήξερα, σίγουρα, πως δεν θα σε ξαναδώ, γιατί,

Η μοναξιά καταλήγει να αδελφώνει το πόνο

 
Έκλαψα, για μένα και για σένα

Ακόμα μια απουσία, κι εσύ , έτσι γεμάτος με απουσίες,

Ούτε που θα κατάλαβες, αδερφέ, τις δικές μου.