Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θλιμμένα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θλιμμένα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016



Έλα την ώρα που το σκοτάδι απλώνεται σαν χάδι,
σαν ένα ρόδο π’ ανθίζει διάσχισε τη νύχτα απαλά
κι αγκάλιασε με,  την ώρα που το φεγγάρι των δακρύων θα προβάλλει

φόρεσε τα ρούχα που μου μοιάζουν,
τα κεντημένα με το δέρμα της νύχτας
γέμισε τη σιωπή που με πνίγει
με τη φωνή των αηδονιών
που κρύβονται μέσα στα σπλάχνα σου

γίνε άρτος κι αγιασμός, γίνε τροφή στα χείλη μου
και κέρασε τη πείνα και τη δίψα μου

μπλέξε τα δάκτυλα σου στα μαλλιά μου
κάνε με γονατιστός να προσκυνώ
το καρπερό χώμα του κορμιού σου,
να πίνω νέκταρ απ’ τη πηγή σου
κάνε με να τρέμω, ν’ ανατριχιάζω
να ουρλιάζω από γλύκα κι ηδονή
να σπαρταρώ στα στήθη σου
έλα, αναδύσου μέσα από τη θλίψη μου
και  πίσω από το πέπλο της σιωπής σου.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Νοσταλγία

μπαίνω στην κάμαρα μου, στο πατρικό μου σπίτι,
ακουμπώ  στο τοίχο, κλείνω τα μάτια
και μετρώ τα βήματα μου, μέχρι τον απέναντι,
πιο λίγα είναι, πως πέρασε έτσι ο καιρός;
μεγάλωσα κι έγινε μια σταλιά ο κόσμος μου

στέκομαι απέναντι σε μια φωτογραφία,
μια σπιθαμή αγόρι, ξυπόλυτο, κοντό παντελόνι
και μια φανέλα άσπρη με τιράντες,
με κοιτάζει με απορία, δεν μ΄ αναγνωρίζει
με το σκούρο κοστούμι μου και τη ριγέ γραβάτα

χαϊδεύω  τα σκονισμένα έπιπλα,
αφρόντιστα, έρημα, αμίλητα
έχουν πια μείνει,
σκύβω το κεφάλι και φεύγω, ξανά,
ακροπατώ μήπως και ξυπνήσω
τα κοιμισμένα γέλια και τους

σβησμένους ήχους

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Τι κρίμα

Νύχτα λουσμένη στο φως,
πνιγμένοι  στους σπασμούς του έρωτα
και το δοξάρι μου έγραφε μελωδίες
στο κορμί σου που ήταν σαν βιολί χορδισμένο.
Με κοίταξες κι ένα σου δάκρυ κύλησε,
στάλαξε στο στόμα μου, φαρμάκι πικρό,
ποτέ μου δεν κατάλαβα πως  τόσο καθάρια μάτια
έσταξαν θάνατο αργό,
κι ύστερα τα χείλη σου πως μάτωσαν,
καθώς μου ‘πες
τι κρίμα, δεν θα ‘μαστε ποτέ αληθινά μαζί

αφού ανήκουμε αλλού κι οι δυο

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Είναι οι καιροί όπου τα παιδιά γίνονται μεγάλοι
από τη μια στιγμή στην άλλη,
τ’ αγόρια ξυρίζονται πριν ακόμα βγάλουν γένια
και τα κορίτσια  μαυροντυμένα
νανουρίζουν τα μικρά αδέλφια τους
κι είναι ολόιδιες σαν πολυχρονισμένες μάνες

Αμίλητα στην άκρη του βράχου
κοιτάζουν τα καράβια
να φεύγουν σφυρίζοντας χωρίς αυτά,
και τ’ αποχαιρετάνε ξέροντας
πως δεν θα ‘ρθουν πίσω ξανά

Υγραίνονται τα μάτια  τους
κι αγκαλιασμένα ατενίζουν  την απεραντοσύνη
της θάλασσας, κι ορκίζονται ψιθυριστά,
« κι ας μας κρατάνε φυλακισμένους πελώρια τείχη,
εμείς θα τα γκρεμίσουμε
με το δυνατό σφίξιμο των παλαμών μας
και με το τραγούδι μας, αδελφέ,
αντάμα θα παλέψουμε τ’ άδικο,
μάρτυρας μας να ‘ναι οι στίχοι

που γράφουνε τα κύματα κι είναι αληθινοί »

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Κι αυτό το σάπιο εβένινο συρτάρι,
πως μου πονά το κεφάλι!
γεμάτο ίσκιους  που με προσπέρασαν
απ’  όσους αγαπάω  π’  ο χρόνος μας χώρισε,
απόκαμα, μονάχος  τώρα περπατάω.
Τρίζει σαν τ’  ανοίγω,
πως τα κατάφερες; θαρρώ πως με ρωτάει.
Στην μαύρη κορνίζα δίπλα μου
μια φωτογραφία μου κοιτάζω,
μα είναι τα μάτια μου θολά,
όμορφη κάποτε θα ‘τανε

πριν τη βάλουνε σε τάφο.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Παραίνεση

Η ποίηση είναι μια ανοιχτή πληγή
Και τα ποιήματα  αίμα
Οι στίχοι είναι λεπίδες
Γι’ αυτό, πρόσεχε, μην χαθείς μέσα στη ποίηση, θα σε πεθάνει
Μην διαβάζεις μεμιάς ένα ποίημα, θα πνιγείς από το αίμα
Ένα στίχο μονάχα διάβαζε την μέρα
Μια χαρακιά θα σου χαρίσει που, ίσως,

λέω ίσως, επουλωθεί την επόμενη μέρα

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Μια ατέλειωτη νύχτα

Απ’ έξω ο κήπος βαθύς , ασάλευτος και γαλήνιος
Κι η κάμαρα άδεια και μικρή,
Με  κουρτίνες , μέρες κατεβασμένες,
Μια και κανένας δεν περνάει πια απ’ εδώ.
Η αιώνια νύχτα συνεπής στην ώρα της πλησιάζει,
Πάλι άγρυπνος απόψε, κρυμμένος ανάμεσα στα φρύδια της,
Στη σκοτεινή ρηχή αυλακιά, θα παραμονεύω ν’ ακούσω
Τους διαλείποντες θορύβους που φευγαλέα
Θα παρουσιάζονται στα αραχνιασμένα παραθύρια
Το ξέρω πάλι σε λίγο θ’ αρχίσει, το σφυροκόπημα των ψιθύρων
Να συντροφεύει το σεληνόφως,
Τα χείλια της σαν υγραίνονται, τα βλέφαρα της σαν κλείνουν,
Μια ακολουθία της άνοιξης , μέσα σε μια χειμωνιάτικη νύχτα,
Ήχοι βαθιά κρυμμένοι που κρατούν συντροφιά
Του κεριού σαν κλαίει,  σε μια ατέλειωτη νύχτα. 

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες

 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014


Ίσως

 

Βαθιά μεσάνυχτα, δεν σταματά να δουλεύει ασταμάτητα το ακοίμητο σαράκι,

κοιτώ μέσα από  μια χαραμάδα που από καιρό είχα ανοίξει

με τα νύχια μου, την ώρα που έσκαβα τις απουσίες που μ είχαν κυκλώσει
 

Ρίχνω στα σκυλιά σου μαργαρίτες και φεύγω ξανά,

κρύβομαι στην κοκκινόχρωμη ομίχλη της μοναξιάς μου

και τρέφομαι με τις σάρκες μου καθώς μεστώνω στο σκοτάδι
 

Πλάθω ποιήματα, γράφω γράμματα που ποτέ δεν θα σου στείλω,

τα αφήνω να μουλιάσουν μέσα στη θλίψη μου

και σαν επιδέσμους τα αποθέτω στις πληγές μου
 

Ντροπιασμένος, που δεν βρήκα το κουράγιο ούτε ένα νεύμα να σου

κάνω την ώρα που δήθεν τυχαία συναντηθήκανε τα βλέμματα μας,

ίσως δεν ήμουν έτοιμος να γεννηθώ στο φως των ματιών σου.