Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ο  εαυτός μου

Οι άνθρωποι μου χαμογελούν
δίχως ίχνος υποψίας,
γιατί νομίζουν πως είμαι ήσυχος κι αθώος
Μα εγώ,  όλο κοιτάζω το ρολόι
γιατί καλά το ξέρω πως,
όπου και να ‘ ναι θα ‘ρθει ο επιδότης,
Δεν μπορεί, αφού  είμαι ένοχος ,
εγώ το ξέρω,  έχω φταίξει

Όλοι με καληνυχτίζουν
μα δεν ξέρουν πως  ποτέ μου δεν κοιμάμαι,
Φοβάμαι τα φαντάσματα, φοβάμαι  Τις κραυγές
αυτών που δολοφόνησα
χωρίς να έχουν φταίξει

Κανείς δεν μπορεί να δει στα μάτια μου
τα νεκρά όνειρα που ‘χω κρεμάσει
και τις κηλίδες απ’ το αίμα
που μαρτυράν την ενοχή μου,
γιατί έμαθα καλά να κρύβομαι , εντός  μου

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο φοβάμαι,
μα, εκείνον που τρομάζω πιο πολύ
είναι ο εαυτός μου, είναι αυτός ο άγνωστος

που κρύβεται εντός μου.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μοναξιά

Έσβησε η μέρα κι η νύκτα
με βρήκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι
μπροστά από κόλλα κενή

σύντροφος μου, του τσιγάρου ο καπνός,
κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα
δίπλα απ’ το φλιτζάνι με κρύο καφέ

ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους
που τονίζουν ακόμα πιο πολύ
τη μαύρη, της ζωής μου μοναξιά

σφίγγω στη χούφτα το μολύβι
και πριν τσακίσει, προλαβαίνω
και γράφω  ‘ μου λείπεις’

βγαίνω στο  κήπο και δένω
του φεγγαριού ακτίδα στο λαιμό,

φωνάζω τ’ όνομα σου και βουτάω στην απουσία σου.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Οι δικοί μου στίχοι

Απόψε γράφω  τους τελευταίους μου στίχους
αφού δεν μπόρεσα να υπερασπιστώ τα όνειρα μου,
και δεν στάθηκα της ποίησης , άξιος εραστής.

Φεύγω ντροπιασμένος, αφού,
κανένας στίχος δικός μου, δεν κρίθηκε άξιος
στην πυρά για να καεί,
οι  λέξεις μου δεν έγιναν καρφιά
κι ούτε έμοιαζαν με μικρή φωτιά

Κανένας δικός μου στίχος
δεν είχε κάτι καινούργιο να πει, ήσαν όλοι τους βωβοί,
κανένα άνθρωπο δεν εξόργισαν
και κανένα  καθεστώς δεν θορύβησαν,
παρά μόνο μειδιάματα σκόρπισαν
στα λιγδιασμένα στόματα των εξουσιών
που τα δικά τους λόγια είναι σιδερένιες αλυσίδες
και τραβάνε στα παζάρια την ανθρώπινη ζωή.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Ματαιώσεις

Αφαιρώ κάθε έννοια και νόημα από τις λέξεις,
φτιάχνω εικόνες με ήχους
και με χρώματα αισθήσεις,
σκοτώνω τ’ όμικρον κι αλλάζω το γιώτα σε ήτα
κι όλοι οι λίθοι μετατρέπονται σε λήθη

Τα τείχη μου εξαφανίζονται,
εκτείνομαι στ’ άπειρο του ιδανικού
και βουλιάζω οδυνηρά μέσα στις ματαιώσεις μου,
τίποτα όμως δεν έχει ξεχαστεί
κι αυτή η σιωπή π’ απλώνεται ηδονικά
δεν με ξεγελά, δεν υπήρξε ποτέ της αθώα,

πριν από λίγο μ’ είχε σκοτώσει.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Θάλασσα

Τις πρωινές ώρες ο ήλιος χύνεται
ποτάμι χρυσό στη θάλασσα
κουβαλώντας τα όνειρα της νύχτας
και τους στεναγμούς αδικαίωτων ερώτων

Μονοπάτι χαράσσει τη νύχτα
το ωχρό φεγγάρι στα σκοτεινά νερά της,
και σαν φανάρι φέγγει στις λαβωμένες ψυχές
που βγαίνουν στάζοντας τον πόνο που τις μαραίνει

Κλαίνε τα κύματα και σαλεύουν
σαν αγάπη νεκρή π’ ανασαίνει,
θάλασσα,  στήθος πανέμορφης γυναίκας,

που ‘γινες αλμυρή από το δάκρυ των αγαπημένων.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ο σάρκινος βολβός!

Και να! στέκομαι πάλι τ’ απομεσήμερο πίσω απ’ το παράθυρο με τις μωβ κουρτίνες και κοιτάζω τους περαστικούς. Αναμένω να δω ακριβώς την ίδια ώρα, την ίδια  μαύρη άμαξα και τον οδηγό της με το ψηλό καπέλο. Το ξέρω πως οι μαύρες κουρτίνες θα είναι τραβηγμένες αλλά, παράξενο, μπορώ να δω από μέσα. Ένα μαονένιο φέρετρο σκεπασμένο με άγρια τριαντάφυλλα, μαύρα κι αυτά, και κάθε φορά ένας νέος μαραμένος σάρκινος βολβός. Είμαι σίγουρος πως και πάλι αυτή η ίδια μυρωδιά θα πλανάται στον αέρα, λιβάνι και λιωμένο λεμονανθό. Μπροστά από  τ’ άλογα, μαύρα κι αυτά, θα περπατάν με τάξη, αργά και βαριά, κοπέλες ντυμένες με μαύρο φόρεμα και στον ώμο ριγμένη μια δαντέλα μωβ. Θα φοράνε μαύρα γυαλιά και στο χέρι από ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, και τα μαλλιά τους λυμένα,  θα μυρίζουν σάπιο χώμα. Ο αέρας θα κουβαλά σκόνη από χώμα και θα μου γεμίζει τα στήθη. Όμως εγώ θα πρέπει να το υπομένω, δεν γίνεται να μην καρτερώ. Σε λίγο θα φανούν οι λευκοί σκαντζόχοιροι να ακολουθούν τη πομπή. Φορτωμένοι πατημένες σάρκες να προκαλούν τα ερπετά, και να τα γαντζώνουν θανάσιμα στα μεγάλα τους αγκάθια. Και πιο πίσω μαύρα, κουτσά σκυλιά, πληγιασμένα, κι από τις σάπιες σάρκες τους θα πέφτουν λευκά πεινασμένα σκουλήκια. Έχουν κι αυτά ρόλο να παίξουν, ίσως και τον πιο σημαντικό. Θα μπουν μαζί με τη τελευταία χωμάτινη φτυαριά που θα σκεπάσει το λευκό φως, θα φάνε τη περίσσια σάρκα από κάθε βολβό, για να βγει το άσβεστο λευκό, κοκαλένιο φως της νύχτας. Το φως της ημέρας μου θολώνει τα μάτια, δεν το αντέχω, όμως το υπομένω, δεν μπορώ να μην καρτερώ. Με τυλίγει και σαν χέρι μ’ ανεβάζει ψηλά. Το κορμί μου γίνεται διάφανο, ανάλαφρο, και ένα λευκό φως ξεπηδά από τα σπλάχνα μου. Καίει. Όμορφες χλωμογάλαζες και λευκές αποχρώσεις με σκεπάζουν σαν πλάκα θανάτου, και είναι όλα τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Ακούω τα βήματα τους,  και η αυστηρή, με τάξη πομπή πλησιάζει, στην ίδια ώρα ακριβώς. Βάζω το πρόσωπο στο τζάμι, παράξενο, το κορμί μου διαχέεται και το διαπερνά, σαν μια γλώσσα από φως γαλάζιο ταξιδεύει στον αέρα και σκεπάζει το μαονένιο φέρετρο. Πρώτη φορά το κοιτώ από τόσο κοντά και μια πικρή γεύση από πατημένη δάφνη μου στεγνώνει το στόμα γιατί, σήμερα είναι πιο άδειο από ποτέ. Κοιτώ μην με βλέπει κανείς, και δειλά παριστάνω  τον βολβό, και είναι τόσο ωραία να νοιώθεις πως είναι η σειρά σου να παριστάνεις τον βολβό. Οι απ’ έξω, τον ίδιο πάντα σκοπό και θλιμμένοι να ακολουθάνε σταθερά και με τάξη τη πομπή, να είναι λυπημένοι, δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο βολβός, φτάνει ν’ ακολουθάνε και να είναι όλα στην εντέλεια και στη σειρά. Μόνο που τώρα ξεπηδούν στα πλάγια, πίσω κι από μπροστά,  ξετρελαμένοι καλόγεροι που χορεύουν σε ήχους μαγεμένου σουραυλιού, ανάβουν φωτιές και καίνε βιβλία και στίχους. Και η πομπή συνεχίζει, η τάξη δεν πρέπει για κανένα λόγο να διασαλευτεί. Κόκκοι από χώμα, τσιμπούρια και σταγόνες αίμα, σχηματίζουν στον αέρα άυλες γυναικείες μορφές. Σκυφτές, μαντηλοφόρες και μοιράζουν μαύρες ελιές, κομμάτια σταρένιου ψωμιού και μια γουλιά από κρασί. Ανοίγω το στόμα για να  φωνάξω, μην λυπάστε, κεράστε άφθονο κρασί, σπάστε τη σειρά σας, πατήστε τα στεφάνια και για σήμερα μόνο, αντί σε μαονένιο φέρετρο, απλώστε λευκό πανί και αφήστε το βολβό στο λευκό φώς να βγει. Μα τη φωνή μου δεν την ακούει κανείς,  μια φτυαριά από χώμα, γεμάτη λευκά σκουλήκια, μου φράζει το στόμα. Στενεύουν τα στήθη μου, ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος από ποτέ, και το λευκό φως μικραίνει συνεχώς, γίνεται μια χτικιάρικη φλόγα σε καντήλι που καίει λάδι, προφυλαγμένο πίσω από ένα κομμάτι τζάμι θαμπό, πάνω σε ξύλινο μαύρο σταυρό. Σαν γλώσσα από λευκή φωτιά, στέκομαι για λίγο στον αέρα, και βλέπω την πομπή να ακολουθεί, με αυστηρότητα και τάξη. Αύριο πάλι, σειρά έχει ο επόμενος βολβός.

Σάββατο 19 Απριλίου 2014


Ανάστασης ανατολή
 

Μη διερωτάσαι αδερφέ, αν σε ξεγέλασαν

τα λούλουδα και τ’ αηδόνια της ¨Άνοιξης

ακόμα περισσότερο μην απορείς που δεν κατεβαίνει ο Εσταυρωμένος,

ανάμεσα μας με μια χούφτα γεμάτη ελπίδα και φως
 

Ψάξε τον, σίγουρα σε κάποια ρυτίδα πόνου και απόγνωσης έχει κρυφτεί

πάλι ίσως τον βρεις στην αλμύρα των δακρύων ενός μικρού παιδιού

ή μιας μάνας χαροκαμένης, κάποιας αγαπημένης ή αδελφής

 
Άκουσε, θα αναγνωρίσεις τη φωνή του ανάμεσα

στους σταυρούς που λυγάνε και στις πλάκες που σπάνε,

αφήνοντας τους τάφους ανοικτούς,

κι άκουσε τον καθώς κλαίνε οι πεθαμένοι, βλέποντας σε

σαβανωμένο ζωντανό απ’ τους Ιούδες με των ανθρώπων τις ψευτιές

 
Κοίταξε γύρω σου, δεν σε ξεγέλασαν,

κοκκινίσανε οι παπαρούνες, κι  ήρθαν κουβαλώντας

στη πλάτη την Άνοιξη, και την κοινωνούν

με κλώνια φτέρης, από Θείο ποτήρι ψηλά στο σταυρό

μεθούν τ’ αηδόνια και υμνολογούν την Ανάσταση
 

Κρίνος λευκός ας γίνει κι ψυχή μας

κι ας μάθουμε πως είναι ν’ αγαπάς,

πως γίνονται μόσχος τα φιλιά στο στόμα

και πως έχει τέλειωμα ο κάθε Γολγοθάς.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014


Τι να σου γράψω;

 

Η νύχτα με πρόλαβε πάλι μονάχο στην άδεια κάμαρα μου

να με κερνά ο ηνίοχος των ανεκπλήρωτων πόθων μαύρο νερό
 

Καθώς η αγάπη  σαν φίδι μουγκό έρπει μέσα στις σάρκες μου

ανασαίνω λέξεις ζωντανές κι αρχίζω ν’ απαγγέλλω τα λόγια μου

για σένα που έμειναν άγραφα για τόσο καιρό
 

Αγάπη μου! Στάσου λίγο κι άκου, ακούς τις σταγόνες;

είναι που από τότε βρέχει, συχνά στη καρδιά μου

γιατί δεν ξέρω τι να σου γράψω και τι να σου πω
 

Θα ήθελα να ψηλώσω τα χέρια τον ήλιο ν’ αδράξω

να τον κρατήσω ψηλά για σένα μην φύγει ποτέ
 

Ναι, αγάπη μου, θά θελα να ‘σουν κοχύλι

κι εγώ η σάρκα του, μέσα σου να κατοικώ

Φλέβα εσύ κι εγώ το αίμα να κυλώ

Γη διψασμένη εσύ κι εγώ νερό να τρέχω

μέσα στα σπλάχνα σου να τα γλυκοφιλώ

Σταγόνα να ‘μουν του ιδρώτα σου, να ξαποσταίνω στο λακκάκι

εκεί στον άσπρο σου λαιμό

Βυθός της θάλασσας εσύ κι εγώ να απλώσω την ψυχή μου

σαν φύκια πάνω σου να φυτρωθώ

Δέντρο εσύ και εγώ αέρας μέσα στα κλώνια σου

να χάνομαι και να σου τραγουδώ
 

Ναι, αγάπη μου, θα θελα να ήσουν μήτρα εσύ

κι εγώ έμβρυο μέσα σου να ζω
 

Τώρα με πρόλαβε ξάγρυπνο πάλι το πρωινό

δεν μου φτάσε ο χρόνος να γράψω

όλα όσα θα θελα απόψε να σου πω
 

Αγάπα με, όπου κι αν είσαι, θα το νοιώσω

Φίλα με, μέχρι να γίνουμε ένα εμείς οι δυο.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013


Όταν βαραίνουνε τα σύννεφα

ξέρει ο ποιητής, και βλέπει
 

Σκιές στους τοίχους γίγαντες

να φυτεύουνε όνειρα

να σπουδάζουν οράματα

 Ακούει, λαθρέμπορων φωνές

να σπρώχνουνε το χαμόγελο σε γέλιο

 
Σεργιάνι βγαίνει, σ’ ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες

με χιλιάδες ηλιοτρόπια να λατρεύουν το φως

Παραλογίζεται και φωνάζει

Πως Θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013


Γράμμα σε σένα, αδερφέ...

 

Κοιτώ τριγύρω μου. Αφουγκράζομαι. Μυρίζομαι την οσμή του αέρα.
Και τότε αντιλαμβάνομαι, αδερφέ μου, ότι ζούμε αυτές τις μέρες μέσα στη σιωπή της υπομονής και της ευλάβειας. Τη σιωπή της καρτερικότητας και της συντροφικής τρυφερότητας. Εμείς που χρόνια τώρα ζούσαμε μέσα σ’ αυτή τη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή της και να την κατανοήσουμε. Να μαγευτούμε από την ομορφιά και τη γλυκύτητα της.

Κοιτώ αυτές τις μέρες τη λαμπρή απλότητα των φωτεινών και διάφανων χρωμάτων που μας χαρίζει ο ήλιος. Αν και χειμώνας, επιμένει να μην κρύβεται πίσω από σύννεφα   και γκρίζες σκιές. Πόσο θα ήθελα, αδερφέ μου, να τον πάρω από το χέρι, έτσι απλά σαν μικρό παιδί, και να τον οδηγήσω στην αλάνα της ψυχής μας. Να τη ζεστάνει και να τη φωτίσει. Να μην μπορούν να κρύβονται στο σκοτάδι, αυτοί που φοβούνται τον ήλιο της αλήθειας. Γιατί, ο ήλιος είναι η θεότητα της αλήθειας και κανένα ψέμα, καμιά αυταπάτη ή πανουργία δεν μπορεί να αντισταθεί στο αποκαλυπτικό του φως. Μας φωτίζει το μονοπάτι, όχι μόνο για να μην φοβόμαστε τις μαύρες σκιές που παραφυλάγουν, αλλά και για να το διαβαίνουμε με αξιοπρέπεια.  Να μας φωτίζει τη διαδρομή του χρόνου και της μνήμης. Μπορεί αυτές τις μέρες να τον απομυθοποιήσαμε, εμείς οι παντογνώστες της αμάθειας, οι πάνσοφοι της ανοησίας και οι λαοπλάνοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν θέλουμε και δεν κατανοούμε πως τα χρώματα του μύθου του, ομορφαίνουν τη ζωή του λαού μας. Γλυκαίνουν τη σκέψη του.

 Αυτές τις μέρες, αδερφέ μου, ζεσταίνομαι με τις ακτίνες του. Και ακούω μέσα από τη σιωπή τους τη φωνή του. Και το παράπονο του. Αυτοί, τον αγνόησαν, και έχουν τους λόγους τους. Μας θέλουν γυμνούς και απομυθοποιημένους για να διαβαίνουμε το μονοπάτι του χρόνου όπως αυτοί επιθυμούν. Και καλά, αυτοί, έχουν τους λόγους τους. Εμείς; Εμείς αδερφέ μου; παρασυρθήκαμε. Δεν ήταν, δυστυχώς, λίγοι αυτοί που είχαν πιστέψει ότι ζούσαν τη πολυτέλεια και τη χλιδή των λίγων. Όμως ήρθαν οι ανατροπές και αποκαλύφτηκε η αλήθεια. Την είδαμε. Τρομάξαμε. Φοβηθήκαμε. Και κουρνιάσαμε στη γωνιά επιτρέποντας τους να μας φορτώσουν το δικό τους έργο. Και αφήνιασαν. Λύσσαξαν αυτοί, που ανακάλυψαν τη αστραφτερή γύμνια τους. Και μέσα στην αγωνία τους έτρεξαν να αρπάξουν οποιοδήποτε κουρέλι. Και μας οδήγησαν στη όχθη της πραγματικότητας. Της σκληρής αλήθειας. Και βλέπουμε τους λάτρεις της παγκοσμιοποίησης, της νέας τάξης πραγμάτων και οικονομίας να παραδίδονται αμαχητί, για ένα κομμάτι κουρελιασμένου ρούχου. Ελάχιστοι είχαν σκεφτεί για το ρούχο της ψυχή μας. Κι  όμως όλα γύρω μας, για το ρούχο της ψυχής μας μιλούν και διδάσκουν.  Τα ρούχα της υλιστικής και πλαστικής παγκόσμιας αγοράς που μας πλάσαραν ως τώρα, είχαν ημερομηνία λήξης. Και οι λαοί δεν ζουν φορώντας αυτό το ρούχο.

Κοιτώ τον ήλιο, αδερφέ μου, αυτές τις μέρες, και τότε συνειδητοποιώ. Οι μέρες αυτές είναι εκείνες που μπορούν να μας διδάξουν την αλήθεια του και την αλήθεια των ανθρώπων. Και να μας ντύσουν με το ρούχο της ψυχής. Και αν εκείνοι δεν το κατανοήσουν γρήγορα, είναι σίγουρο ότι θα δουν τη ζωή και τις μέρες τους να συρρικνώνονται και να μικραίνουν. Αυτοί που φόρεσαν τα πλούσια ρούχα της φθήνιας, θα αρχίσουν να βολεύονται με τα κουρέλια και να ζουν το Γολγοθά , χωρίς Ανάσταση. Εμείς όμως που φορέσαμε το ρούχο της ψυχής δεν φοβόμαστε τη γύμνια. Γιατί, ξέρουμε καλά πως εκεί κρύβεται και η αλήθεια. Και δεν μας τρομάζει η αλήθεια. Γιατί η αλήθεια είναι γυμνή. Όπως γυμνά είναι τα μπράτσα του εργάτη. Όπως γυμνός είναι ο μαστός της μάνας που θηλάζει. 

Αδερφέ μου, ο ήλιος είναι ο πρώτος ηγέτης του κόσμου, όπως ακριβώς ήταν και οι αληθινοί επαναστάτες. Οι επαναστάτες που κρύβονται μέσα σε γυαλιστερά ρούχα και στο σκοτάδι, είναι οι επαναστάτες της κουκούλας και σκιές που φοβούνται τη δύναμη του ήλιου. Τρομάζουν τη γύμνια. Και ο ήλιος, και η αλήθεια δεν κρύβεται πίσω από ιδέες-σκιές.