Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2016





Μοναξιά

Νύχτωσε και ένα φεγγάρι πνιγμένο
κουβαλά στις πλάτες του μια σκοτεινιά υγρή
γεμάτη ανεκπλήρωτους πόθους και μια πηχτή σιωπή

Τέτοιες βραδιές είναι που σεργιάνι βγαίνουν οι σκιές
κι απέλπιδα γυρεύουν να γίνουν σώματα θνητά,
παραμονεύουν ανάμεσα στα φύλλα μιας αμυγδαλιάς
που δεν πρασίνησε την Άνοιξη
και ψηλαφίζουν το σκοτάδι για να ν΄ανταμώσουν
ψυχές θλιμμένες  π’ αφήνουν τα βήματα τους στην άμμο
αλλά  πριν κάποιος τα βρει και τ’ ακολουθήσει
άπονα τα σβήνει το φουσκωμένο ακρογιάλι

Τέτοιες βραδιές είναι που γεμίζει ο αέρας λέξεις,
λέξεις στοιχειωμένες, πικραμένες
λέξεις που σαλεύουν, βουβές
λέξεις που σμίγουν και γίνονται καμβάς
σαν φωτογραφία ψυχής μεθυσμένης
απ’ το πικρό νερό της  μοναξιάς.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μοναξιά

Έσβησε η μέρα κι η νύκτα
με βρήκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι
μπροστά από κόλλα κενή

σύντροφος μου, του τσιγάρου ο καπνός,
κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα
δίπλα απ’ το φλιτζάνι με κρύο καφέ

ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους
που τονίζουν ακόμα πιο πολύ
τη μαύρη, της ζωής μου μοναξιά

σφίγγω στη χούφτα το μολύβι
και πριν τσακίσει, προλαβαίνω
και γράφω  ‘ μου λείπεις’

βγαίνω στο  κήπο και δένω
του φεγγαριού ακτίδα στο λαιμό,

φωνάζω τ’ όνομα σου και βουτάω στην απουσία σου.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Μοναξιά

Πόσο όμορφη φαντάζει η μοναξιά,
Σαν ποτάμι μ’ ολόχρυσα νερά,
Και στις όχθες, κίτρινα κεφαλάκια οι παπαρούνες
Χορεύουν στα τραγούδια π’ αραδιάζει ο αέρας

Χέρια θανάτου μοιάζουν τα γύρω της γυμνά κλαδιά
Και μαύρες πεταλούδες μέσα τους φωλιάζουν,
Θάνατος όμορφος μου λένε σου ταιριάζει
Κάνε κρεβάτι σου του ποταμιού τα ολόχρυσα σεντόνια

Γλυκά τότε,  μια ανάσα πεθυμιάς με αγκαλιάζει
Να βγω ξανά να σεργιανίσω
Στα δυο ,τα μάτια σου τα καστανά
Και νέκταρ ζωής από τα χείλη σου

Να πιω και να μεθύσω.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Πορεία μοναξιάς.

Σαν ρετσίνι που κυλάει στην σάπια φλούδα των δέντρων , ο χρόνος,
μπροστά οι μέρες φορτωμένες με τόσες ελπίδες
που δεν μέλλουν να καρπίσουν ποτέ,
και μ’ ένα μαύρο πανί, να τραβούν χωρίς να περιμένουν κανένα
σ ‘ένα χορταριασμένο μονοπάτι, που χρόνια δεν το διάβηκε κανείς,
γεμάτο ίσκιους ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν και δεν φιληθήκανε  ποτέ
και βαρύ φορτίο έχουν στη πλάτη, των νεκροταφείων τους μαραμένους επιταφίους

και μια ασήκωτη και πικρή σαν δάφνη μοναξιά.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Οδός μοναξιάς

Τι αχρείαστος , και τι σπατάλη αυτός ο θάνατος
Και να παραμένεις άταφος
Καθισμένος σε ένα χαλί, πνιγμένος σε καπνούς
Και στα κτυπήματα ενός σπασμένου παραθύρου
Μιας κάμαρας με γκρεμισμένες πόρτες
Σε σπίτια που οι τοίχοι έχουν σαπίσει
Κι απέξω σβησμένη οδός και νούμερο

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Γεύση της θλίψης


απόψε,

Το μαύρο της ψυχής μου

λεκιάζει το γαλάζιο τ' ουρανού

και την γαλήνη του

ρυτιδιάζουν, γεμίζοντας

τον γκρίζες πτυχές,

ανείπωτοι πόθοι,

πυρωτικοί στεναγμοί

 

απόψε

βουτηγμένος στη σιωπή

βγαίνω για μοναχικούς περίπατους

σαν άνεμος γυροφέρνω τη πόρτα σου

ξενύχτης αλήτης, ευλαβικός προσκυνητής

 

απόψε

στρώνω την μοναξιά,

για σεντόνι μου

και μιμούμαι το θάνατο

και για μοιρολόι

ακούω το κλάμα τ' ουρανού

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Απουσίες


Σε κάλεσα, αδερφέ, στην κάμαρα μου,

Να σε φιλέψω με καφέ και με τσιγάρο,

Έτσι όπως κάνουνε δυο φίλοι τα δειλινά

 
Κάθισες αμήχανα στην άκρη

Στο αδειανό μισό, του ανώφελα μεγάλου κρεβατιού
 

Δεν ανταλλάξαμε ματιά, ούτε και μια λέξη

Σπαταλήσαμε την ώρα μας, αγναντεύοντας

τη βραδινή ακινησία, και αποκρυπτογραφώντας

τα σχήματα που έγραφε η βροχή στο τζάμι

 
Μου μίλησες με το καπνό που έφευγε από τα χείλη σου,

 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο ακίνητο από το βράδυ

Με τις νεκρώσιμες τελετές του

Το ερμητικό κλείσιμο της κουρτίνας

Τα φώτα να ψυχορραγούν μέσα στο υπναλέο δωμάτιο

Τις γρίλιες που πνίγουν κάθε όρεξη να βγεις ν’ αγοράσεις τσιγάρα

Τον θαμπό φωτισμό του δρόμου

Που ρίχνει  νεκρούς ίσκιους στο λιθόστρωτο

Που ψάχνουν απέλπιδα να βρουν παρέα.

 
Κι εγώ γι’ αυτά ήθελα να σου μιλήσω, αδερφέ, αλλά,

 
Για ποιούς πεθαμένους μου μιλάς;

Αν δεν γεννήθηκες, τότε, πως θες να πεθάνεις;

 
Έκλεισες, αδερφέ, την πόρτα πίσω σου,

Ντροπιασμένος που δεν μπόρεσες  να υπερασπιστείς τα όνειρα σου

Κι αφήνοντας τα αργά σου βήματα να μιλούν, για σένα

Ήξερα, σίγουρα, πως δεν θα σε ξαναδώ, γιατί,

Η μοναξιά καταλήγει να αδελφώνει το πόνο

 
Έκλαψα, για μένα και για σένα

Ακόμα μια απουσία, κι εσύ , έτσι γεμάτος με απουσίες,

Ούτε που θα κατάλαβες, αδερφέ, τις δικές μου.