Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιάννος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιάννος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Όμορφη που είναι η νύχτα, ποθητή, κι απαλή σαν χάδι,
τρυφερή σαν χείλη γυναίκας, και γλυκιά σαν ύπνος ,
να έρθει ήσυχα κι αργά, καρτερικά προσμένω
πρώτα πα’ στου κυπαρισσιού τις φυλλωσιές  αθόρυβα να κουρνιάσει,
κι ύστερα απαλά να απλωθεί , χωρίς να την  ενοιώσω
να μ΄ αγκαλιάσει σαν αγαπητικιά, ζεστή ανάσα της μανούλας,
και όταν απ’ το βυζί της  θα πίνω των αθανάτων  μέλι
μ’ ανεμοτράγουδα να με αποκοιμίσει,
όμορφα να σβήσουν οι ήχοι της ημέρας,
και της αιώνιας νυχτιάς η σιγαλιά

για πάντα ν’ ακουστεί, πέρα ως πέρα.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014


Τώρα είναι αργά

 

Σου είχα χαρίσει έναν ήλιο δικό σου

που καιγότανε μόνο για σένα,

μα δεν σου αρκούσε, κι απερίσκεπτα

τον κλείδωσες σ ένα υπόγειο

κρύο κι υγραμένο για να τον έχεις,

όπως έλεγες και γελούσες,

μετά, τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Τώρα που οι μέρες έγιναν βροχερές

κι έξω φυσάει λεπίδια ο αέρας

και την πόρτα δεν σου κτυπάει κανείς

θυμήθηκες τον ήλιο που ήτανε ολόδικος σου,

πήρες το σκουριασμένο πια κλειδί να τ’ ανοίξεις

μα βρήκες μόνο νεκρές αναμνήσεις

κι αποκαΐδια από μι’ αγάπη που κάποτε

έλαμπε σαν ήλος για να ζεσταθείς.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Ο νεκρός

 

Κάθε σούρουπο κοιτάζω απ’ το παράθυρο στ’ απέναντι σπίτι

τη γυναίκα να σταυροκοπιέται και να σκεπάζει με ευλαβικά  εικόνες της Παναγίας,

τη βλέπω ν’ απλώνει τα χέρια και να καρφώνει ένα φεγγάρι χειμωνιάτικο

στο διάφανο πέτο τ’ ουρανού, κι ας είναι καταμεσής τ’ Αυγούστου,

φωτιά που καίγεται κι αλλάζει σχήματα το κορμί της, καθώς

ετοιμάζεται αργά με στοιχειωμένες κινήσεις αναρωτιέμαι,

ποιας ανάγκης ανέμους άραγε αγκαλιάζει κ’ ερωτεύεται;

η μεταμόρφωση αέναη και πληθαίνουν οι ρυτίδες του σάπιου της τοίχου

ο αέρας βαρύς, μυρίζει, κάποιος ανάμεσα μας είναι νεκρός, φωνάζει,

τώρα που βραδιάζει θα  βρούμε στ’ αλήθεια ποιός είναι.

 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014


Αφέλεια...

 

Πόσο αφελής ήμουν τελικά, νόμιζα πως μπορούσα να σε κατακτήσω,

να διεισδύσω μέσα σου χωρίς απώλειες, χωρίς να γενώ αιχμάλωτος σου,

νόμιζα πως σαν χαρταετός θα έσχιζα τον ουρανό σου

ελεύθερος θ’ αλήτευα κι ύστερα μακριά σου θα πετούσα

δεν μπόρεσα να δω όμως πως πίσω μου ένα σπάγγο αμολούσα
 

Κι αυτοί οι ερωτικοί μας στεναγμοί, οι ηδονικές φωνές μας,

και τα αγαπημένα μας βρώμικα λόγια που ψιθυρίζαμε γελώντας,

πίστευα πως θα ξεχαστούν και σαν ηχώ θα σβήσουν,

να όμως που πάλι γελάστηκα και τελικά κατέληξαν να είναι

σημάδια ανεξίτηλα  στης κάμαρας το τοίχο
 

Κι όλα εκείνα τα ατελείωτα ζευγαρώματα και οι δυνατές αγκαλιές μας

δεν τ’  αντιλήφθηκα πως ήταν μια νέα αρχή  κάθε φορά που τελειώναμε,

και μια νέα ένωση εκεί που διαμελίζαμε τα κορμιά μας

κι εκείνο το βλέμμα σου καθώς δραπέτευε από τα  μάτια  σου,

τα σβησμένα από της ηδονής τη γλύκα, μ ένα μικρό θάνατο

χαμογελώντας με κερνούσε

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014


Και να! Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου

απρόσκλητες εισβάλλουν στη κάμαρα μου

Μου κτυπάνε τα βλέφαρα και μου γρατζουνάνε τα μάτια

κι ότι αγγίζουν το κάνουν διαμάντια, κι  απ’ έξω τα πρώτα γαυγίσματα,

οι πρώτοι ήχοι κι οι λεπτομέρειες των δρόμων να γλιστράνε ως εδώ

κουβαλώντας αντιθέσεις  χρωμάτων, συμβιβασμούς

κοινωνικές διαφορές ανισότητες και προσαρμογές των ηθών
 

Η πρώτη γουλιά του καφέ στο καφενείο με τη ψάθινη καρέκλα

κι οι μυρωδιές απ’ το παραδίπλα φούρνο να μου γαργαλάνε τη μύτη

Τα πρώτα κλαψουρίσματα των βρεφών και οι φωνές της μάνας

και να ο πρώτο κόμβος να αιωρείται μέσα μου

να θέλει να σταθεροποιηθεί, αλλά δεν μπορεί, μετεωρίζεται

και ανεβοκατεβαίνει απ’ το στομάχι στο λαιμό μου
 

Περαστικοί με βαριά και βιαστικά βήματα σηκώνουν σκόνη

που κατακάθεται στο μυαλό μου, και δεν με αφήνει να δω

αυτά που θέλω να δω , παρά μόνο αυτά που φαίνονται

Κι όμως είμαι σίγουρος, τα ένοιωσα αυτά τα μάτια χθες το βράδυ να με κοιτάζουν

μέσα από τα σκούρα τζάμια μιας μαύρης λιμουζίνας που ήταν εκεί όλο το βράδυ

ακίνητη στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά τους την έσκασα, τους κοιτούσα μέσα από τη
 
κλειδαρότρυπα της ντουλάπας μου, και δεν άναψα καθόλου το φως στο δωμάτιο μου
 

Πίνω το κρύο νερό απ’ το βρεγμένο ποτήρι και αναρωτιέμαι

μήπως όλα ήταν της φαντασίας μου. Ο ήχος του όχλου μεγαλώνει

και σχηματίζει κάτι ασαφές, αβαρές αλλά και δραματικό μέσα μου, αναρωτιέμαι μήπως ήταν απλώς
 
 ένα ρομαντικό ραντεβού ή ακόμα μια τυχαία σύμπτωση και

προσπαθώ να ακυρώσω την οδυνηρή πραγματικότητα
 

Μπαίνω στο μπάνιο και κοιτάζομαι στο θαμπωμένο καθρέπτη

και επιβεβαιώνω ακόμα μια φορά, πως ένα κομμάτι μου έχει μείνει,

για πάντα χαμένο, κάπου εκεί στη κάμαρα που είχα κοιμηθεί.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


 

Καθεστώτα

 

Νότες μακρινές από μια σκουριασμένη φυσαρμόνικα

κουβαλούσε στις πλάτες του χθες αργά το δείλης ο αέρας

και μια παρέλαση από ήχους και χρώματα γέμισε τη κάμαρα μου,

ήταν απ’ τους ίσκιους των δολοφονημένων μου αδελφών που έμειναν άταφοι

κι απ΄ τις φωνές των παιδικών μου φίλων που είναι στις φυλακές,

στα υπόγεια μπουντρούμια κι οργώνουν τους βράχους με τα νύχια τους,

των πεινασμένων, των διψασμένων όλου του κόσμου

που δαγκώνουν τις λέξεις και στάζουν αίμα, κι έχουν το σκοτάδι για φίλο τους,

ήταν απ’ τις κραυγές αυτών που δεν ήξεραν και δεν είχαν ιδέα από εμβατήρια,

ήρωες, ακάθιστους ύμνους και ιστορία αλλά τους ένωνε η ίδια δίψα

για δικαιοσύνη, κι από φόβο κι άγνοια έστηναν οδοφράγματα κι έκαναν διαδηλώσεις,

ήταν απ’ το θόρυβο των αργασμένων παλαμών των συντρόφων μου

καθώς με τη σάρκα τους σταματούσαν το βόλι από οπλισμένο χέρι αδελφικό,

δεν έκλαψα, δύο σταγόνες δάκρυ είναι  αρκετά, γιατί καλά το ξέρω

το κλάμα είναι άσκοπη φλυαρία και δυναμώνει τη μοναξιά που επιβάλλουν των καθεστώτων τα
 
αιμοσταγή κι απάνθρωπα θηρία.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014


Ποιός Θεός;

 

Το φεγγάρι απόψε διστάζει να βγει,

και τ’ αστέρια είναι σαν παιδάκια ορφανά, χλωμοκίτρινα,

όμοια με δάκρια αλμυρά που στέγνωσαν κι έγιναν

μικρές ατέλειες στον απέραντο τ’ ουρανού μαύρο καμβά

Το είδα κρυμμένο πίσω απ’ ένα σύννεφο κι άχνιζε σαν μακρινή πυρκαγιά

το χέρι του έτρεμε καθώς σημείωνε στο δεφτέρι του

όνειρα, ελπίδες, προσευχές και γλυκές προσμονές

Το ‘δα να σβήνει ντροπιασμένο και τ’ άκουσα να μουρμουρίζει με θυμό,

-σε ποιόν δίκαιο θεό να παραδώσω του πεινασμένου την ευχή,

και πως να του εξηγήσω ότι είναι απλά για μια μπουκιά ψωμί;

 

 

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014


Αγάπη

 
Γυναίκες με λευκά, μακριά κι αραχνούφαντα νυχτικά

φυτεύουν κήπους μέσα στ’ όνειρο μου,

έχουν στεφανωμένα μαλλιά με ατρύγητο τριανταφυλλόκηπο

και δέρμα καμωμένο από πέταλα γαρδένιας, τα

βλέφαρα τους λάμπουν από ανεκπλήρωτο πόθο κι ηδονή,

γυμνόποδες ταράζουν τον ύπνο μου και με τυφλώνουν με τα γυμνά τους στήθη

καθώς σκύβουν και με ποτίζουν ροδόσταμο με τα υγρά κρινένια τους χείλη,

με αναπνοή ντυμένη με λέξεις βουβές, μελωδικές σαν προσευχή, ψιθυρίζουν

‘Μην αφήσεις την αγάπη να στερέψει μέσα σου, γιατί τότε πεθαίνεις’.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


Είναι Άνοιξη!
 
 
Είναι Άνοιξη, τα χελιδόνια το φωνάζουν,

κι όμως σκοτείνιασε νωρίς,  κι έχω τη πόρτα μου κλειστή,

φορώ ακόμα εκείνο το μάλλινο παλτό και σβήνω τα φώτα

να μην φαίνομαι απ’ έξω, καθώς μετρώ τα βήματα μου

 

Αχ! και να’ ταν εύκολο μ’ ένα κλειδί

να ξεκλείδωνα τη πόρτα, πόσο θα το ‘θελα, μα φαίνεται

έχασα πολύτιμο χρόνο, μέσα στα όνειρα μου.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014


Τότε, τι είναι ο θάνατος;

 

Με ρώτησες σε μια ανυποψίαστη στιγμή

-          τι είναι ο θάνατος;

κι εγώ δεν ήξερα τι να σου απαντήσω,

κοίταξα αμήχανα γύρω μου,
 

άνθρωποι σκυφτοί  και σκυθρωποί

που ξέχασαν πλέον να  χαμογελούν

και δεν ερωτεύονται ποτέ τους

που δεν ονειρεύονται και δεν τολμούν,

καθώς, βολεμένοι σε προδιαγραμμένες ζωές

σφραγισμένες σε κύβους από τσιμέντο

ζούνε ψεύτικες στιγμές μ’ αποστειρωμένες ανάσες

 
με κοίταξες, χαμογέλασα, και σου ‘πα

-           αν δεν είναι αυτός ο θάνατος, τότε τι είναι;

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


Σύγχρονος επαναστάτης

 

Και ας μέσα μου ήξερα ότι αυτοί ήσαν σίγουροι,

‘ θα πέσει η πόλη’ και θα πιάσει καλή τιμή το ’εμπόρευμα’
 

Και ας ήξερα ότι ο κόσμος πάντα άλλαζε από τους λίγους,

από τους τρελούς και ρομαντικούς
 

Και ας ένοιωσα την ανάγκη να βγω στους δρόμους

και να υψώσω τα χέρια μου

να ξεκρεμμάσω τα αστέρια

και να τα κάνω λάβαρο μου και να φωνάξω

φτάνει πια, κυνηγοί ονείρων και φονιάδες
 

Κουρνιάζω και πάλι στη γωνιά μου, βολεμένος,

βάζω σε τάξη τα κομμάτια μου

στολίζω τους τοίχους με κομμένα κεφάλια και πόδια

κλείνω τα παράθυρα στον ήλιο και ζωγραφίζω φωτιές στις πόρτες

στέκομαι όρθιος και μόνος τη γροθιά μου ανεμίζω
 

Και ας ξέρω ότι θέλει ακόμα πολύ φως να διώξει το σκοτάδι

και ακόμα περισσότερο θάρρος και κουράγιο να παραδεχτώ την ήττα μου

 

 

 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Σήμερα σε ένοιωσα...


Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι καλύτερα!

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,

 

Σε λατρεύω, Σε σκέφτομαι

Δεν θέλω να μ’ αγαπάς όπως εγώ

Απλά θέλω να χαμογελάς, να είσαι καλά

Σημασία έχει τα χέρια που σε αγκαλιάζουν να κάνουν το δέρμα σου να δακρύζει.

Τα χείλη που σε φιλούν να σε τινάζουν χωρίς ανάσα στ’ αστέρια 

 

Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι ευτυχισμένη

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,
 

Σ αγαπώ,  Σε σκέφτομαι

Στα μονοπάτια που πατάς σπέρνω τα ‘χνάρια από το γέλιο μου

Πυξίδα στις ώρες που νοιώθεις την καρδιά σου να κρυώνει

Κι’ άσε εμένα να καταργώ τους ορισμούς του ‘πρέπει’ και να τους κάνω, ‘ναι΄! 

 

Όπως και να έχει όμως μη ξεχνάς...σε νοιάζομαι

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

"Τα 7 σφάλματα του κόσμου", ( Μαχάτμα Γκάντι)

Πλούτο δίχως μόχθο.

Ηδονή δίχως συνείδηση.

Γνώση δίχως χαρακτήρα.

Εμπόριο δίχως ηθική.

Επιστήμη δίχως ανθρωπιά.

Λατρεία δίχως θυσία.

Πολιτική δίχως αρχές.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Καταραμένο πάθος...( απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιάννου Λαμπή)

Σηκώθηκε και κοίταξε στο καθρέπτη. Το πρόσωπο του αξύριστο, κουρασμένο, και τα μαλλιά του μπλεγμένα. Τράβηξε τις κουρτίνες και το φως τον κτύπησε στα θολά από το ξενύχτι μάτια του. Έφερε βόλτα το βλέμμα στη κάμαρα. Η μοναξιά ξεχειλούσε και τον πάγωνε. Χαμογέλασε πικρά. Για άλλη μια φορά ξύπνησε μόνος στο διπλό του κρεβάτι. Μια δική του επιλογή αφού το πάθος του για τη ρουλέτα ξεχυνόταν αχαλίνωτο από μέσα του. Σαν μια ανάσα που έκαιγε, διέλυε και σύντριβε το λογισμό του. Έκλεισε με τις παλάμες τ’ αυτιά του καθώς όλα τα αντικείμενα του φώναζαν, « Που βρίσκεται η αγάπη »;

Ένα δάκρυ του κύλησε...κι’ όμως την είχε συναντήσει. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε ένοιωσε σαν να την γνώριζε από παλιά. Η φαντασία και το όνειρο συναντήθηκαν με τη πραγματικότητα. Λένε ότι το βλέμμα είναι ο καθρέπτης της ψυχής, και δεν μπορούσε να ξεχάσει τον τρόπο που τον κοιτούσε, τότε, η Μαρίνα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα συναισθήματα που ένοιωσε να τον πλημμυρίζουν τη στιγμή που οι ψυχές τους ενώθηκαν. Ένοιωσε μια θλίψη να τον τυλίγει. Τώρα καταλάβαινε ότι έχασε πολλά πράγματα στην ζωή. Με μια ζαριά ξεπούλησε το δικαίωμα του στην αγάπη και στον έρωτα.