Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΠΩΛΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΠΩΛΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Η ποίηση

Τι ποίημα  να γράψεις,
όταν πίσω απ’  τη πόρτα που στέκεσαι
δεν υπάρχουν χέρια να τη χτυπήσουν
και μόνο ο άνεμος περνά;

Κρατάς στο χέρι το μολύβι
και με το βλέμμα σου επίμονα  ψάχνεις
να βρεις λέξεις  βαμμένες σ’ αποχρώσεις ελπίδας
και ξεφυλλίζεις αθόρυβα σελίδες
σκεπασμένες από καιρό, με σκόνη και σκουριά
μιας αφόρητα αβάστακτης μοναξιάς

Τι ποίημα να γράψεις,
πέτα το μολύβι και τα λεξικά,
η ποίηση δεν είναι λέξεις
είναι κομμάτια της καρδιάς,

γι’ αυτό και είναι μελαγχολικά.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Τ’ απογεύματα τα δικά μου, δεν έχουν χρόνο, ούτε και τόπο,

είναι γεμάτα απέραντο γαλάζιο και ψιθύρους συνοδούς,

με βυζαντινόχρωμα ζωγραφίζει στα σύννεφα καθώς ο ήλιος γέρνει,

δυο βλέφαρα δοξαρωτά και φρύδια σαν κρεμαστές καμάρες

π’ απάνω τους γέρνω σιωπηλός κι ακούω μια μπαλάντα

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


Σύγχρονος επαναστάτης

 

Και ας μέσα μου ήξερα ότι αυτοί ήσαν σίγουροι,

‘ θα πέσει η πόλη’ και θα πιάσει καλή τιμή το ’εμπόρευμα’
 

Και ας ήξερα ότι ο κόσμος πάντα άλλαζε από τους λίγους,

από τους τρελούς και ρομαντικούς
 

Και ας ένοιωσα την ανάγκη να βγω στους δρόμους

και να υψώσω τα χέρια μου

να ξεκρεμμάσω τα αστέρια

και να τα κάνω λάβαρο μου και να φωνάξω

φτάνει πια, κυνηγοί ονείρων και φονιάδες
 

Κουρνιάζω και πάλι στη γωνιά μου, βολεμένος,

βάζω σε τάξη τα κομμάτια μου

στολίζω τους τοίχους με κομμένα κεφάλια και πόδια

κλείνω τα παράθυρα στον ήλιο και ζωγραφίζω φωτιές στις πόρτες

στέκομαι όρθιος και μόνος τη γροθιά μου ανεμίζω
 

Και ας ξέρω ότι θέλει ακόμα πολύ φως να διώξει το σκοτάδι

και ακόμα περισσότερο θάρρος και κουράγιο να παραδεχτώ την ήττα μου

 

 

 

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014


Τούτες τις μέρες

 

Ας  σταθούμε τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

μπροστά στα χρώματα τ’ ουρανού και της γης

και στο φως που σκορπά το όραμα της συμφιλίωσης
 

Ας γίνουν τα λόγια μας κόκκινα γαρύφαλλα και κόκκινα

τριαντάφυλλα κι αντάμα η άνοιξη της ελπίδας

θα στείλει τα ταξιδιάρικα πετούμενα της να πάνε το μήνυμα μας μακριά

κι όλοι μαζί ας βγούμε στους σκαμμένους

με ιδρώτα και αίμα δρόμους του κόσμου και της αλήθειας

να φωνάξουμε το δικαίωμα των λαών για ένα καλύτερο

κόσμο. Ας δώσουμε τα χέρια για ν’ ανθίσουν

κ’ οι ξεραμένες αυλακιές απ’ τις ρυτίδες της πίκρας

στις μορφές των προγόνων μας  που ο ήλιος των τρυφερών οραμάτων

σμίλεψε με το σμιλί  της αξιοπρέπειας
 

Οι άνθρωποι προσδοκούν ονειρεύονται

ελπίζουν κι αγωνίζονται για μια καλύτερη πατρίδα

για έναν καλύτερο κόσμο

για ένα καλύτερο αύριο

 
Τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

ας σφίξουμε τα χέρια μας για να μην βρει καμιά χαρακιά

και γλιστρήσει η ελπίδα

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Σήμερα σε ένοιωσα...


Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι καλύτερα!

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,

 

Σε λατρεύω, Σε σκέφτομαι

Δεν θέλω να μ’ αγαπάς όπως εγώ

Απλά θέλω να χαμογελάς, να είσαι καλά

Σημασία έχει τα χέρια που σε αγκαλιάζουν να κάνουν το δέρμα σου να δακρύζει.

Τα χείλη που σε φιλούν να σε τινάζουν χωρίς ανάσα στ’ αστέρια 

 

Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι ευτυχισμένη

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,
 

Σ αγαπώ,  Σε σκέφτομαι

Στα μονοπάτια που πατάς σπέρνω τα ‘χνάρια από το γέλιο μου

Πυξίδα στις ώρες που νοιώθεις την καρδιά σου να κρυώνει

Κι’ άσε εμένα να καταργώ τους ορισμούς του ‘πρέπει’ και να τους κάνω, ‘ναι΄! 

 

Όπως και να έχει όμως μη ξεχνάς...σε νοιάζομαι

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

‘Καταραμένο Πάθος’,
 
ένα μυθιστόρημα που θα σας οδηγήσει μέσα από οδυνηρά συναισθηματικά μονοπάτια και απροσδόκητες ανατροπές, μέχρι να επέλθει η λύτρωση και να δώσει απάντηση σε όσους έχουν ποτέ αναρωτηθεί αν είναι δυνατόν να υπάρχει συγχώρεση ακόμα και όταν ο πόνος είναι δυσβάστακτος.

Μετά τον αινιγματικό θάνατο του Χρίστου, η οικογένεια Παπαδάκη παρασύρεται σε μια οδυνηρή και ατελείωτη δίνη. Ο καθρέπτης της 'τέλειας’ οικογένειας ραγίζει και τα μυστικά αρχίζουν να ξεφυσούν από τις ρωγμές σαν σκορπιοί, δηλητηριάζοντας τις ζωές και τις σχέσεις τους και φέρνοντας τους αντιμέτωπους με βασανιστικά διλήμματα και ερωτήματα.

Πόσο καλά γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τον σύντροφο μας ή τον ερωμένο μας;

Πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε την διαφορετικότητα τους ακόμα και τα πάθη τους;

Τζόγος, έρωτας, δολοπλοκίες, ομοφυλοφιλία.

Πάθη που κρύβονται επιμελώς από τα σαρκοβόρα μάτια της κοινωνίας.

Πόσο καλά προφυλαγμένα είναι όμως, και πόση δύναμη έχουμε για να τα ξεπεράσουμε;

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

 Το ζειμπέκικο της Αφροδίτης.

Σε ντύσανε μ' αγιόκλιμα κι ανθούς της λεμονιάς,
σε σκλαβοπάζαρο σε πάνε,
κι εσύ κεντάς τη λέξη, υπομονή

νύχτα φωτιά, φώτα σβηστά,
και αυτοί να σε τραβάνε
σε υπόγεια με χνώτα, βρώμικα

Τσιγγάνικα παζάρια γύρω σου και σε πουλάνε
κι αδελφός σου νταβατζής,
σαν Πόρνη που απ τα βυζιά της στέρεψε το γάλα
σμήνη απίστων το'χουν πιεί.

κόβεις το ρόδι της φύτρας και κρατάεις,
όρθια πλάτη και χούφτα ανοιχτή,
άπορη στον άπορο μοιράζεις,
της ανάγκης το δικό σου το ψωμί

σταυρώνεσαι μα τελεσφόρα ανασταίνεις
του ονείρου σου τη διαδρομή
αψηφάς σπιούνους, δοσιλόγους
πιστή στο ραντεβού σου
που σου'χουν ορίσει οι θεοί.

πως η απελπισία κάνει τον άνθρωπο θεριό
όμως δεν κλαίς γιατι στη θάλασσα το δάκρυ φτάνει
Κι’ εσύ θα τη πικράνεις, κι’ θάλασσα πρέπει να είναι αλμυρή

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Ερωτικό 7

Κατάδικος στου ονείρου μου τον πηλό
φτιαγμένος από τη μπόρα, και,
τ’ άγιο χώμα του κορμιού σου.

Κατάρα...

Βαφτίζω στο αίμα τον έρωτα
Η γύμνια μου μαχαίρι ενός επικείμενου εγκλήματος
Τρέμουν ματωμένα τα δάκτυλα μου
Γαμβρός αλλά και ζητιάνος της θλίψης
Σκληρίζουν, πονάνε οι ανείπωτες λέξεις
Σχίζω το υγρό σου φόρεμα
και σαν σφάγιο ακουμπώ, μπροστά,
στον λατρεμένο σου ναό
την αμαρτωλή ψυχή μου

Ευλογία...

Σκάνε τα ξεραμένα χείλη μου
Μικραίνω και χάνομαι στη φλόγα του κορμιού σου
Κτηνωδία κατάθεσης ψυχής
Αποτυπώνω στον λαιμό σου
σημάδια του έρωτα
Χαράζω με δόντια το κορμί σου
Γεύομαι σάρκα αχόρταγη, που,
Όμως από σάρκα δεν προήλθε
Συνθλίβομαι, μηδενίζομαι
Βουλιάζω ανυποψίαστος στο όνειρο


Θύμα ή θύτης;

 

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα 'ΙΟΚΑΣΤΗ'

Σήκωσε το ποτήρι της ψηλά. - Άσπρο πάτο... Στράγγιξε και την τελευταία σταγόνα. Έφερε το άδειο ποτήρι μπροστά στα μάτια της. Το κοίταξε και βίδωσε τα πόδια στο πάτωμα . Στάθηκε. Προς στιγμή πήγε να πέσει. Ορθοπόδησε το κορμί, κύλησε η θλίψη και η ντροπή και άφησαν γυμνή την καρδιά της. Το αίμα έτρεχε, έδιωχνε τους ενδοιασμούς και τις αναστολές. - Είμαι η Ιοκάστη, από το Σάντο Ντομένικο και είμαι...τι είμαι; Μια πόρνη… Η φωνή της ακούστηκε σπασμένη. Τσαλακωμένη. Σε κάθε τσάκιση και ένας πόνος. Σε κάθε κόχη και μια πίκρα. Οι λέξεις βαμμένες, στο κόκκινο. Στο κόκκινο χρώμα της ντροπής και της απόγνωσης. - Αυτή είμαι και αυτό προσφέρω... δεν θυμάσαι πού με γνώρισες; ...Σε χρειάζομαι, όμως....φύγε, φύγε μακριά μου, πριν σε πονέσω... Λύγισε το κορμί. Λύγισε το κορμί και πόνεσε η ψυχή. Έσκουξε και έφυγε από τα στήθη της. Άδειασε καρδιά και κορμί. Βυθίστηκε. Έπιασε πάτο. Γαντζώθηκε στα βράχια και μπλέχτηκε στα φύκια. Ω! Τι γλυκά που φέγγει, το σκοτάδι... Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μια σπίθα ελπίδας και αισιοδοξίας άστραψε, για λίγο. Είχαν ο ένας τον άλλο. Και οι δυο μαζί μπορούσαν να ζωντανέψουν, αυτή την ανθρώπινη σπίθα που έλαμψε μέσα στη θλίψη και τη μηδενικότητα τους; ***** Δυο ψυχές. Πώς έγιναν ένα; Μηδενίστηκαν, έλειωσαν και έσμιξαν. Κατέβηκαν στην αμμουδιά. Η θάλασσα ακίνητη και αρυτίδωτη. Το φεγγάρι, γεμάτο. Το φως, τύλιξε τα δυο νωθρά και μουδιασμένα μυαλά και τα εξανέμισε. Στάθηκαν να κοιτά ο ένας τον άλλο στα μάτια. Κολλημένα τα δυο κορμιά, έμοιαζαν ένα. Τρόμαξαν οι καρδιές. Φούντωσαν. Παλίρροια φούσκωνε τα στήθια τους. Σαν νυκτερίδες τρομαγμένες από κάποιο δυνατό φως, τσίριξαν οι καρδιές. Άδειασαν και μπήκαν μέσα οι ψυχές... αεράκι ακίνητο, μια θύελλα τους τύλιξε. Γέμισε ο αέρας διαβόλους. Μια σύγκρουση. Μια μάχη πάθους, συναισθημάτων και αγάπης μεταξύ δυο διαφορετικών κόσμων... Έσμιξαν το πένθος και ο πόνος, με τον πόθο και την επιθυμία. Ζυμώθηκαν με το κρασί. Το μαύρο με το κόκκινο. Κινούμενη άμμος τα συναισθήματα τους. Βούλιαζαν μέσα. Γλυκιά παράδοση, εγκατάλειψη. Ζεστάθηκαν τα νεφρά της Ιοκάστης. Αφέθηκε. Ένα ζεστό, υγρό κύμα τους έβρεξε και τους δύο. Οι ψυχές τους μαζεύτηκαν. Έγιναν ένα κουβάρι και κατέβηκαν πιο κάτω από τη μέση. Έκαιγαν... Κύλησαν πιο κάτω από το τίποτα. Εξευτελίστηκαν, λερώθηκαν και μηδενίστηκαν. Ταπεινώθηκαν. Αλλοτριώθηκαν. Δεν τους άγγιζαν πλέον ενοχές και αναστολές. Αποτραβήχτηκε η Ιοκάστη. Με μια κίνηση, έμεινε γυμνή, - Έλα...έλα, του φώναξε, και άρχισε να τρέχει σαν αύρα στην αμμουδιά. Οι γοφοί της γυάλιζαν καθώς έσφιγγαν και ιδροκοπούσαν. Τα στήθη της, δυο λόφοι και λίγο πάρα κάτω ο τόπος της σταύρωσης. Ανέμενε και εκλιπαρούσε για τον δικό της σταυρό, να την λυτρώσει... Ο Σταυρινός, υπάκουσε. Έμεινε γυμνός. Σταυρός φάνταζε η γύμνια του, στο αντιφέγγισμα του ουρανού. Το ζώο ξύπνησε μέσα του. Σαν κριάρι που βρωμοκοπά αρσενικό, στο ζευγάρωμα, έτσι μύριζε ο ιδρώτας που τον έλουσε. Άρχισε να τρέχει. Να τρέχει για να την προφτάσει, μην τυχόν και σβήσει σαν όνειρο... Τα δυο κορμιά κυλίστηκαν στην υγρή άμμο. Τα γκρίζα, πέτρινα λαγόνια της λαμπύριζαν. Σαν άλογο χλιμίντριζε ο Σταυρινός. Αφρός έτρεχε από τα ρουθούνια του. Με ένα σάλτο και θα βυθιζόταν στο κενό, μαζί της... - Έλα...έλα, του είπε. Έσκυψε ο Σταυρινός και είδε, μύρισε και άγγιξε. Ο ιδρώτας της, η ανάσα της, η μυρωδιά του κορμιού της, τον τύλιξαν. Τον τύλιξαν και ζαλίστηκε. Μέθυσε και βάλθηκε να αναπνέει και να γεύεται όσο περισσότερο μπορούσε. Η ψυχή του αγαλλίασε. Δεν χόρταινε. Αφέθηκε η Ιοκάστη. Ίδρωσε και ύγρανε το κορμί της όσο περισσότερο μπορούσε. Ήθελε να τον χορτάσει και να του δώσει από το νέκταρ της να πιει, να ξεδιψάσει, για να μπορέσει και αυτή να πάρει περισσότερο... Κυμάτισε το κορμί της. Σπαρτάρισε και ρίγησε. Ανατρίχιασε η ψυχή της, τον πήρε από τους ώμους. Τον κοίταξε στα μάτια. Τον μύρισε και γεύτηκε τον ιδρώτα του. Άνοιξαν οι κήποι του παραδείσου... - Τώρα...Σταύρωσέ με. Λύτρωσέ με...σημάδεψέ με, με το άγγιγμα του πεπρωμένου... Φώναζε δυνατά και εκλιπαρούσε, η Ιοκάστη. Άνοιξαν οι ουρανοί. Το φεγγάρι κοκκίνισε. Χιλιάδες Άγγελοι παιάνιζαν. Τι γλυκιά μελωδία! Οι δυο ψυχές έγιναν μία! Έγιναν φωτιά. Μια φωτιά, που έκαιγε τα δυο κορμιά. Τα έκαιγε θυσία, ζητώντας λύτρωση και σωτηρία....σαν τόξα τεντωμένα κύρτωσαν τα δυο κορμιά...καμπάνες ακούστηκαν και ένα δάκρυ κύλησε. Έπλυνε τις δυο ψυχές. Καθάρισαν και λαμπύριζαν μέσα στα βρωμισμένα κορμιά, σαν αστέρια σε καθάριο ουρανό.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Απόσπασμα απ΄το μυθιστόρημα 'Ψάξε μέσα στη σιωπή μου"

Χάθηκε για λίγο στις ζεστές ερημιές της καρδιάς, της σκέψης και της ψυχής της. Κοίταξε τα παιδιά με μια ματιά γεμάτη αγάπη. Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε, «κάνε Θεέ μου να μπορέσουν απόψε όλα τα παιδιά να ονειρευτούν και να κάνουν στο όνειρο τους ένα ταξίδι. Γιατί το νοερό ταξίδι είναι το πιο ωραίο, το πιο όμορφο. Πρέπει να το κάνουν, γιατί αν δεν το βρουν και αν δεν υπάρχει μέσα τους το ταξίδι, δεν θα το βρουν ποτέ έξω στην πραγματικότητα ». Αποκοιμήθηκε τελευταία. Μια σιωπηλή και ασήμαντη σκιά άρχισε να σαλεύει στο κουρασμένο μυαλό της. Σαν πέταγμα πεταλούδας... « Ήταν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Ένοιωθε αλλόκοτα. Παράξενα. Δεν μπορούσε να σταθεί στα δυο της πόδια. Ακούμπησε τα χέρια κάτω. Αμέσως τα ρούχα της έγιναν δέρμα. Κόλλησαν πάνω της σαν επιδερμίδα στενεύοντας την. Κοίταξε μέσα σε μια λακκούβα από νερό. Καθρεπτίστηκε. Τρόμαξε μ’ αυτό που είδε. Είχε χρώμα κρεμ και μεγάλες τρίχες. Εκεί που πρώτα ήταν η καρδιά και τα νεφρά φάνηκαν μικρές κόκκινες κηλίδες που μεγάλωναν με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ήταν μια κατσίκα με κόκκινες βούλες! Ξαφνικά πετάχτηκαν από το χορτάρι χιλιάδες, μύρια τσιμπούρια και γέμισαν το κορμί της. Άρχισαν να της βυζαίνουν το γάλα, μετά το αίμα. Όσον τη βύζαιναν, λέπταινε. Εξαφανιζόταν η σάρκα, μετά τα κόκαλα. Της απόμεινε μόνο το δέρμα. Και τα τσιμπούρια όλο βύζαιναν. Λέπτυνε ακόμα περισσότερο. Εξαφανίστηκε η πρώτη βούλα. Μετά η δεύτερη, μετά ακόμα μία και έμεινε μόνο δέρμα που έμπαζε κρύο αέρα από τις τρύπες που άνοιξαν στη θέση των κόκκινων στρογγυλών σημαδιών. Γύρω της, χιλιάδες άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, ντυμένοι στα λευκά, παρακολουθούσαν γελώντας δυνατά από το θέαμα που έβλεπαν. Κάποιος ανάμεσα τους, φώναζε σπαραχτικά και κτυπούσε δυνατά τα χέρια του για να τρομάξει τα τσιμπούρια. Φώναζε και εκλιπαρούσε το πλήθος να κτυπήσει μαζί του ρυθμικά τα χέρια του, για να τα τρομάξουν. Αυτοί όχι μόνον δεν άκουαν, αλλά προσπαθούσαν να τον φιμώσουν και να του δέσουν τα χέρια, μην τυχόν και τους χαλάσει το θέαμα. Η φωνή του γνώριμη. Φερμένη καβάλα σε κάποια ριπή του ανέμου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Προσπαθούσε. Η αγωνία και ο τρόμος όμως έδιωχναν μακρυά τις μνήμες. Οι κραυγές του την έκαναν να ξυπνήσει και να ανοίξει τα μάτια». Κοίταξε τριγύρω. Ο ήλιος είχε πάρει το ανηφόρι και αγκομαχώντας βρισκόταν ήδη στη μέση του ουρανού. Γλιστρούσε μέσα στην κάμαρα που βρωμοκοπούσε ανθρώπινο ιδρώτα και χνώτα, και έκανε τους πέτρινους τοίχους να γεμίζουν σκιές. Ήταν μια κάμαρα που είχε μέσα της πολύ πένθος και πολλούς θανάτους από κορμιά που το μόνο κοινό που είχαν, ήταν το μονοπάτι που βάδιζαν. Δεν είχαν τίποτε να μοιραστούν παρά μόνο ο καθένας, έδινε χώρο στον άλλο.

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Ψάξε μέσα στη σιωπή μου....

Χάθηκε για λίγο στις ζεστές ερημιές της καρδιάς, της σκέψης και της ψυχής της. Κοίταξε τα παιδιά με μια ματιά γεμάτη αγάπη. Έκλεισε τα μάτια και προσευχήθηκε, «κάνε Θεέ μου να μπορέσουν απόψε όλα τα παιδιά να ονειρευτούν και να κάνουν στο όνειρο τους ένα ταξίδι. Γιατί το νοερό ταξίδι είναι το πιο ωραίο, το πιο όμορφο. Πρέπει να το κάνουν, γιατί αν δεν το βρουν και αν δεν υπάρχει μέσα τους το ταξίδι, δεν θα το βρουν ποτέ έξω στην πραγματικότητα ». Αποκοιμήθηκε τελευταία. Μια σιωπηλή και ασήμαντη σκιά άρχισε να σαλεύει στο κουρασμένο μυαλό της. Σαν πέταγμα πεταλούδας...


 

 

 
« Ήταν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Ένοιωθε αλλόκοτα. Παράξενα. Δεν μπορούσε να σταθεί στα δυο της πόδια. Ακούμπησε τα χέρια κάτω. Αμέσως τα ρούχα της έγιναν δέρμα. Κόλλησαν πάνω της σαν επιδερμίδα στενεύοντας την. Κοίταξε μέσα σε μια λακκούβα από νερό. Καθρεπτίστηκε. Τρόμαξε μ’ αυτό που είδε. Είχε χρώμα κρεμ και μεγάλες τρίχες. Εκεί που πρώτα ήταν η καρδιά και τα νεφρά φάνηκαν μικρές κόκκινες κηλίδες που μεγάλωναν με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ήταν μια κατσίκα με κόκκινες βούλες! Ξαφνικά πετάχτηκαν από το χορτάρι χιλιάδες, μύρια τσιμπούρια και γέμισαν το κορμί της. Άρχισαν να της βυζαίνουν το γάλα, μετά το αίμα. Όσον τη βύζαιναν, λέπταινε. Εξαφανιζόταν η σάρκα, μετά τα κόκαλα. Της απόμεινε μόνο το δέρμα. Και τα τσιμπούρια όλο βύζαιναν. Λέπτυνε ακόμα περισσότερο. Εξαφανίστηκε η πρώτη βούλα. Μετά η δεύτερη, μετά ακόμα μία και έμεινε μόνο δέρμα που έμπαζε κρύο αέρα από τις τρύπες που άνοιξαν στη θέση των κόκκινων στρογγυλών σημαδιών. Γύρω της, χιλιάδες άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, ντυμένοι στα λευκά, παρακολουθούσαν γελώντας δυνατά από το θέαμα που έβλεπαν. Κάποιος ανάμεσα τους, φώναζε σπαραχτικά και κτυπούσε δυνατά τα χέρια του για να τρομάξει τα τσιμπούρια. Φώναζε και εκλιπαρούσε το πλήθος να κτυπήσει μαζί του ρυθμικά τα χέρια του, για να τα τρομάξουν. Αυτοί όχι μόνον δεν άκουαν, αλλά προσπαθούσαν να τον φιμώσουν και να του δέσουν τα χέρια, μην τυχόν και τους χαλάσει το θέαμα. Η φωνή του γνώριμη. Φερμένη καβάλα σε κάποια ριπή του ανέμου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Προσπαθούσε. Η αγωνία και ο τρόμος όμως έδιωχναν μακρυά τις μνήμες. Οι κραυγές του την έκαναν να ξυπνήσει και να ανοίξει τα μάτια».

 

 

 
Κοίταξε τριγύρω. Ο ήλιος είχε πάρει το ανηφόρι και αγκομαχώντας βρισκόταν ήδη στη μέση του ουρανού. Γλιστρούσε μέσα στην κάμαρα που βρωμοκοπούσε ανθρώπινο ιδρώτα και χνώτα, και έκανε τους πέτρινους τοίχους να γεμίζουν σκιές. Ήταν μια κάμαρα που είχε μέσα της πολύ πένθος και πολλούς θανάτους από κορμιά που το μόνο κοινό που είχαν, ήταν το μονοπάτι που βάδιζαν. Δεν είχαν τίποτε να μοιραστούν παρά μόνο ο καθένας, έδινε χώρο στον άλλο

 
  1.