Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δειλινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δειλινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


 

Καθεστώτα

 

Νότες μακρινές από μια σκουριασμένη φυσαρμόνικα

κουβαλούσε στις πλάτες του χθες αργά το δείλης ο αέρας

και μια παρέλαση από ήχους και χρώματα γέμισε τη κάμαρα μου,

ήταν απ’ τους ίσκιους των δολοφονημένων μου αδελφών που έμειναν άταφοι

κι απ΄ τις φωνές των παιδικών μου φίλων που είναι στις φυλακές,

στα υπόγεια μπουντρούμια κι οργώνουν τους βράχους με τα νύχια τους,

των πεινασμένων, των διψασμένων όλου του κόσμου

που δαγκώνουν τις λέξεις και στάζουν αίμα, κι έχουν το σκοτάδι για φίλο τους,

ήταν απ’ τις κραυγές αυτών που δεν ήξεραν και δεν είχαν ιδέα από εμβατήρια,

ήρωες, ακάθιστους ύμνους και ιστορία αλλά τους ένωνε η ίδια δίψα

για δικαιοσύνη, κι από φόβο κι άγνοια έστηναν οδοφράγματα κι έκαναν διαδηλώσεις,

ήταν απ’ το θόρυβο των αργασμένων παλαμών των συντρόφων μου

καθώς με τη σάρκα τους σταματούσαν το βόλι από οπλισμένο χέρι αδελφικό,

δεν έκλαψα, δύο σταγόνες δάκρυ είναι  αρκετά, γιατί καλά το ξέρω

το κλάμα είναι άσκοπη φλυαρία και δυναμώνει τη μοναξιά που επιβάλλουν των καθεστώτων τα
 
αιμοσταγή κι απάνθρωπα θηρία.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014


μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη 

 

Απόψε πάλι μια αφόρητα κι αβάσταχτα οδυνηρή μοναξιά

φορώντας άρωμα επιταφίου στα μαλλιά ψηλαφίζει τις πληγές μου

Κλείνω τα μάτια ν’ αφήσω το φως απ’ έξω αφού η θλίψη

γι’ αυτούς που πενθούν είναι ντυμένη στους ίσκιους

και με σπασμένες φτερούγες ζητιανεύω απ’ το φεγγάρι λίγη φωτιά

ν’ ανάψω τη λαμπάδα του ολονύχτιου μου θρήνου

Μια ηχώ, σαν σταγόνα αίματος ξεφεύγει απ’ τη κόγχη των χειλιών σου
 
-σσσς,  μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014


Ποιός Θεός;

 

Το φεγγάρι απόψε διστάζει να βγει,

και τ’ αστέρια είναι σαν παιδάκια ορφανά, χλωμοκίτρινα,

όμοια με δάκρια αλμυρά που στέγνωσαν κι έγιναν

μικρές ατέλειες στον απέραντο τ’ ουρανού μαύρο καμβά

Το είδα κρυμμένο πίσω απ’ ένα σύννεφο κι άχνιζε σαν μακρινή πυρκαγιά

το χέρι του έτρεμε καθώς σημείωνε στο δεφτέρι του

όνειρα, ελπίδες, προσευχές και γλυκές προσμονές

Το ‘δα να σβήνει ντροπιασμένο και τ’ άκουσα να μουρμουρίζει με θυμό,

-σε ποιόν δίκαιο θεό να παραδώσω του πεινασμένου την ευχή,

και πως να του εξηγήσω ότι είναι απλά για μια μπουκιά ψωμί;

 

 

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Τ’ απογεύματα τα δικά μου, δεν έχουν χρόνο, ούτε και τόπο,

είναι γεμάτα απέραντο γαλάζιο και ψιθύρους συνοδούς,

με βυζαντινόχρωμα ζωγραφίζει στα σύννεφα καθώς ο ήλιος γέρνει,

δυο βλέφαρα δοξαρωτά και φρύδια σαν κρεμαστές καμάρες

π’ απάνω τους γέρνω σιωπηλός κι ακούω μια μπαλάντα