Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014


Τότε, τι είναι ο θάνατος;

 

Με ρώτησες σε μια ανυποψίαστη στιγμή

-          τι είναι ο θάνατος;

κι εγώ δεν ήξερα τι να σου απαντήσω,

κοίταξα αμήχανα γύρω μου,
 

άνθρωποι σκυφτοί  και σκυθρωποί

που ξέχασαν πλέον να  χαμογελούν

και δεν ερωτεύονται ποτέ τους

που δεν ονειρεύονται και δεν τολμούν,

καθώς, βολεμένοι σε προδιαγραμμένες ζωές

σφραγισμένες σε κύβους από τσιμέντο

ζούνε ψεύτικες στιγμές μ’ αποστειρωμένες ανάσες

 
με κοίταξες, χαμογέλασα, και σου ‘πα

-           αν δεν είναι αυτός ο θάνατος, τότε τι είναι;

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


Σύγχρονος επαναστάτης

 

Και ας μέσα μου ήξερα ότι αυτοί ήσαν σίγουροι,

‘ θα πέσει η πόλη’ και θα πιάσει καλή τιμή το ’εμπόρευμα’
 

Και ας ήξερα ότι ο κόσμος πάντα άλλαζε από τους λίγους,

από τους τρελούς και ρομαντικούς
 

Και ας ένοιωσα την ανάγκη να βγω στους δρόμους

και να υψώσω τα χέρια μου

να ξεκρεμμάσω τα αστέρια

και να τα κάνω λάβαρο μου και να φωνάξω

φτάνει πια, κυνηγοί ονείρων και φονιάδες
 

Κουρνιάζω και πάλι στη γωνιά μου, βολεμένος,

βάζω σε τάξη τα κομμάτια μου

στολίζω τους τοίχους με κομμένα κεφάλια και πόδια

κλείνω τα παράθυρα στον ήλιο και ζωγραφίζω φωτιές στις πόρτες

στέκομαι όρθιος και μόνος τη γροθιά μου ανεμίζω
 

Και ας ξέρω ότι θέλει ακόμα πολύ φως να διώξει το σκοτάδι

και ακόμα περισσότερο θάρρος και κουράγιο να παραδεχτώ την ήττα μου

 

 

 

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014


Τούτες τις μέρες

 

Ας  σταθούμε τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

μπροστά στα χρώματα τ’ ουρανού και της γης

και στο φως που σκορπά το όραμα της συμφιλίωσης
 

Ας γίνουν τα λόγια μας κόκκινα γαρύφαλλα και κόκκινα

τριαντάφυλλα κι αντάμα η άνοιξη της ελπίδας

θα στείλει τα ταξιδιάρικα πετούμενα της να πάνε το μήνυμα μας μακριά

κι όλοι μαζί ας βγούμε στους σκαμμένους

με ιδρώτα και αίμα δρόμους του κόσμου και της αλήθειας

να φωνάξουμε το δικαίωμα των λαών για ένα καλύτερο

κόσμο. Ας δώσουμε τα χέρια για ν’ ανθίσουν

κ’ οι ξεραμένες αυλακιές απ’ τις ρυτίδες της πίκρας

στις μορφές των προγόνων μας  που ο ήλιος των τρυφερών οραμάτων

σμίλεψε με το σμιλί  της αξιοπρέπειας
 

Οι άνθρωποι προσδοκούν ονειρεύονται

ελπίζουν κι αγωνίζονται για μια καλύτερη πατρίδα

για έναν καλύτερο κόσμο

για ένα καλύτερο αύριο

 
Τούτες τις μέρες καλέ μου φίλε

ας σφίξουμε τα χέρια μας για να μην βρει καμιά χαρακιά

και γλιστρήσει η ελπίδα

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Σήμερα σε ένοιωσα...


Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι καλύτερα!

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,

 

Σε λατρεύω, Σε σκέφτομαι

Δεν θέλω να μ’ αγαπάς όπως εγώ

Απλά θέλω να χαμογελάς, να είσαι καλά

Σημασία έχει τα χέρια που σε αγκαλιάζουν να κάνουν το δέρμα σου να δακρύζει.

Τα χείλη που σε φιλούν να σε τινάζουν χωρίς ανάσα στ’ αστέρια 

 

Σήμερα σε ένοιωσα κοντά μου

Σ’ άκουσα να ψιθυρίζεις, είμαι ευτυχισμένη

Και... χαμογελώ όλη μέρα

Έγραψα στον άνεμο,
 

Σ αγαπώ,  Σε σκέφτομαι

Στα μονοπάτια που πατάς σπέρνω τα ‘χνάρια από το γέλιο μου

Πυξίδα στις ώρες που νοιώθεις την καρδιά σου να κρυώνει

Κι’ άσε εμένα να καταργώ τους ορισμούς του ‘πρέπει’ και να τους κάνω, ‘ναι΄! 

 

Όπως και να έχει όμως μη ξεχνάς...σε νοιάζομαι

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013


Όταν βαραίνουνε τα σύννεφα

ξέρει ο ποιητής, και βλέπει
 

Σκιές στους τοίχους γίγαντες

να φυτεύουνε όνειρα

να σπουδάζουν οράματα

 Ακούει, λαθρέμπορων φωνές

να σπρώχνουνε το χαμόγελο σε γέλιο

 
Σεργιάνι βγαίνει, σ’ ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες

με χιλιάδες ηλιοτρόπια να λατρεύουν το φως

Παραλογίζεται και φωνάζει

Πως Θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;
Ξέμεινε η νύχτα από νεκρούς και κήπους
κι εγώ βυθισμένος σ’ ένα φθινόπωρο δίχως προσδοκίες
με το κρύο χειμώνα της μοναξιάς στα μάτια
να κυλώ αφημένος στην αγκαλιά του Αχέροντα
φορώντας τη θλίψη κατάσαρκα
ηδονικά δοσμένος στης μοναξιάς το πηχτό κάλεσμα.
Ευωδιάζει το μαραμένο τριαντάφυλλο που έχω ριγμένο στο στήθος μου
και το φεγγάρι σαν χρυσή ελιά στο γκρίζο μάγουλο τ’ ουρανού
λάμπει καθώς χορταίνει με σάρκινη τροφή.
 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013


Εμείς!!

 
Πόθοι λευκοί σαν κρίνοι, σταλάζουν άλικο αίμα,

και κάνουν της  καρδιάς  τα πέταλα ν’ ανοίγουν,

Ξεχνώ καθώς βυθίζομαι μέσα στα μάτια σου, ποιος είμαι

Και όταν μου λες πως μ’ αγαπάς, ανοίγει ο ουρανός,

και το φεγγάρι αμολά τα χρυσά του τα μαλλιά,

κυλούν από ψηλά λιωμένο ασήμι οι Αγγέλοι

και τα σκοτάδια σκορπίζουν, φωτίζουν και καίγουν κάθε δισταγμό

 
Ταξιδεύω, αναζητώντας πάνω στη γυμνή σου σάρκα μια ρωγμή,

Στον κρυμμένο σου κήπο με τα χρυσάνθεμα να μπω,

και με πυρούμενο δαυλό, να πυρπολήσω τα όνειρα σου

σαν κινούμενες φλόγες ανοίγουμε δρόμο προς τον ουρανό

αν και καλά ξέρουμε κι δυο, ότι ο έρωτας και η αγάπη

με το χρόνο, θηρία γίνονται, ξεσχίζουν και ματώνουν

 
Καθώς οι ανάσες μας μπλέκονται ερωτικά

τρυγώ του ιδρώτα σου σταγόνες, που σαν ρουμπίνια

κεντήσαν το κορμί σου, το ξέρω καλά, πως

μια σταγόνα του , ειν’ αρκετή

ξόρκι να γενεί, της μαύρης μοναξιάς μου
 

Αγαπημένη μου, άσε με, ν’ ανασαίνω εγώ για σένα,

να γίνω το στρώμα σου, το σεντόνι και το μαξιλάρι σου,

να γεύομαι τη σάρκα σου, το τρυφερό το άγγιγμα σου

νάμαι σιμά σου την ώρα που το χάραμα,

θ’ ακουμπά τον ήλιο στον μαλλιά σου

Και όταν νυσταγμένα, καλημέρα, στο αέρα θ’ αμολάς

θα σμίγει τότε αρμονικά, με κάθε ήχο απ’ το απαλό κορμί σου,

αμίλητος εγώ, σε μια γωνιά, γλυκά θ’ ανατριχιάζω,

τι μελωδία Θεϊκή! Κοινός θνητός δεν θα λογιέμαι πια,

αλλά, ακροατής των αηδονιών.

 

Έγινε ροζ και γλυκό στα χείλη το τσιγάρο

Φουσκωμένα, καυτά κύματα του νου ορμούν

αδίστακτα, και δυο λέξεις αλύπητα σφαγιάζουν,

Εσύ, εγώ, θρύψαλα γίνονται, κομμάτια και εξαφανίζονται

Και στη θέση τους φυτρώνει, ένας γλυκύτατος ανθός,

Θα το ονομάσω....Εμείς!