Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014


Το τίμημα
 

-          Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;

-          οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον απ’ ἐμοῦ  

και πέρασες μπροστά απ’ τα τυφλά μάτια μου το κεφάλι του Ευαγγελιστή
 

Από τότε μέσα στην άπνοια της ζωής μου

σ’ έψαχνα εκεί που όμορφα ανθίζει η σιωπή κι ο άγριος δυόσμος,

στους τόπους που ταξίδευα για να σε συναντήσω κάθε νύκτα,

ποτέ όμως δεν σε είδα, γιατί μόνο όταν κοιμόμουν ερχόσουν εσύ
 

Σε βρήκα χρόνια μετά στους Δελφούς, το βλέμμα  σου

κυμάτιζε σαν αφρός στα χείλη ενός σιντριβανιού

που χύνονται μέσα όλα τα αγριεμένα ποτάμια της ψυχής
 

- Αιματηρή συναλλαγή τελικά η αγάπη μου είπες δαφνομασώντας

 

 

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Γιατί η ποίηση μου είναι λυπητερή;


Πήρες στα χέρια σου το παλιό και ξεσκισμένο τετράδιο

με τα δήθεν ποιήματα μου, κι άρχισες να διαβάζεiς
 

Ύστερα με κοίταξες στα μάτια και με ρώτησες

γιατί η ποίηση σου είναι λυπητερή;

απέφυγα να σ’ απαντήσω, άλλωστε

δεν ήξερα και πως να στο εξηγήσω
 

Την άλλη μέρα μπήκες στο σπίτι, πεινούσες είπες,

πήρες μια φέτα ψωμί και μασουλώντας μουρμούριζες

-          πόσο νόστιμο είναι, αλλά και πόσο γλυκό!
 

Χαμογέλασα τότε εγώ, και σου ‘πα,

είναι γιατί όμορφα δένει το σιτάρι με το νερό,

μα πάνω απ’ όλα είναι τ’ αλάτι που το κάνει τόσο γλυκό
 

Πάλι όμως δεν κατάλαβες τι ήθελα να πω,

πως να σου εξηγήσω τώρα εγώ πως κι η ζωή είναι γλυκιά,

γιατί μέσα της υπάρχει κι η λύπη που δένει αρμονικά με την χαρά.

Τρίτη 15 Απριλίου 2014


Ο δικός μου ο τοίχος.

 

Λούφαξε ο άνεμος στα φύλλα των δέντρων

και το κρύο κούρνιασε στων τοίχων τις ρωγμές,

πηχτά δάκρυα η σκουριά των σιδεριών

κυλά και βάφει κόκκινο βαθύ το σάπιο σουβά
 

τρίζει η πόρτα καθώς ανοίγει διστακτικά,

το φεγγάρι όμως απόψε πάλι δε βγήκε,

ανιχνεύω τη σκιά μου αγκιστρωμένη στ’ αγκάθια

της τριανταφυλλιάς, κι αποτραβιέμαι

στο κελί μου που είναι ζεστό, κλείνοντας απ’ έξω

μια ζωή που είναι ματωμένο κάθε τι το πραγματικό
 

κουρνιάζω ήσυχος στη γωνιά μου,

αγκαλιάζω το σκοτάδι σαν φίλο κι αδελφό,

το κρύο πρόσωπο του χαραγμένο απ’ το χέρι ενός αστεριού,

κοιτάζω απ’ το σπασμένο φεγγίτη, μα πως δεν το κατάλαβα τόσο καιρό;

είναι ο δικός μου ο τοίχος που εμποδίζει το φως!


 

Σάββατο 5 Απριλίου 2014


Κάποια νύχτα, σε κάποιο μπαρ.

  

Βρικολακιάζεις σε μια πόλη σκουριασμένη, γεμάτη στημένα ξόβεργα,

κι είναι η κάθε σου νύχτα σαν μήτρα που ξεφυσά έχιδνες

δίχως έρωτα και σεβασμό, σκοτεινή και φονική,

κι εσύ αλυσοδεμένη περιφέρεσαι προκλητικά γυμνή
 

Τρέφεσαι με όνειρα βουτηγμένα σε φώτα νοσταλγίας

και κουβεντιάζεις μ’ άσπρα κι αγέλαστα φεγγάρια

και τα νεκρά φύλλα της καρδιάς σου, είναι πλέον,

γεμάτα δροσερές πηγές λυγμών
 

Σκελετωμένα σκυλιά  σε κοιτάζουν καχύποπτα

στην γωνιά του δρόμου και γρυλίζουν απειλητικά,

μα φεύγουν φοβισμένα μόλις τη θλίψη στα μάτια σου δουν
 

Πίσω απ’ το καπνό του τσιγάρου σου,

κερασμένο απ’ το πακέτο μου, είδα,

να λάμπει στο μισοσκόταδο η λευκή σου σάρκα

και τις  ρώγες των μαστών σου να διαγράφονται

οργισμένες κάτω απ΄ το διάφανο φόρεμα σου

βρεγμένο απ’ τα καυτά δάκρυα των καφετιών σου ματιών,

ίσα που πρόλαβα να δω την υγρή σου τη ματιά

και τρόμαξα, δεν τόλμησα να δω τα φλογισμένα μάτια σου

που καίγονταν και κάτι ήθελαν να πουν,

και το πληρωμένο φιλί σου, σφραγίδα από τότε στο στόμα μου,

σαν μια ξινή ανάμνηση ανακατεμένη

με την αλμύρα των δακρύων σου
 

Άραγε, με πόσα ονόματα σ’ έχουν φωνάξει

τα νυχτερινά αντρίκια πεινασμένα στόματα;
 

Τι σημασία όμως έχει κι αν δεν σε ξαναδώ;

εγώ θα σε ονομάσω, Αγία Γυνή.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014


Τότε, τι είναι ο θάνατος;

 

Με ρώτησες σε μια ανυποψίαστη στιγμή

-          τι είναι ο θάνατος;

κι εγώ δεν ήξερα τι να σου απαντήσω,

κοίταξα αμήχανα γύρω μου,
 

άνθρωποι σκυφτοί  και σκυθρωποί

που ξέχασαν πλέον να  χαμογελούν

και δεν ερωτεύονται ποτέ τους

που δεν ονειρεύονται και δεν τολμούν,

καθώς, βολεμένοι σε προδιαγραμμένες ζωές

σφραγισμένες σε κύβους από τσιμέντο

ζούνε ψεύτικες στιγμές μ’ αποστειρωμένες ανάσες

 
με κοίταξες, χαμογέλασα, και σου ‘πα

-           αν δεν είναι αυτός ο θάνατος, τότε τι είναι;

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Οδός μοναξιάς

Τι αχρείαστος , και τι σπατάλη αυτός ο θάνατος
Και να παραμένεις άταφος
Καθισμένος σε ένα χαλί, πνιγμένος σε καπνούς
Και στα κτυπήματα ενός σπασμένου παραθύρου
Μιας κάμαρας με γκρεμισμένες πόρτες
Σε σπίτια που οι τοίχοι έχουν σαπίσει
Κι απέξω σβησμένη οδός και νούμερο

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Αύριο...


Κάθε βράδυ ξαναγυρίζω, στο ίδιο μέρος

Και μπροστά στο καθρέπτη

Φορώ  τ’ αληθινό μου πρόσωπο

Όσες φορές και να ξαναγύρισα

Ποτέ  ο ίδιος δεν ήμουνα

Στα κουρασμένα μάτια μου

Ξεχειμωνιάζουν οι μάταιες μέρες μου

Άδειες σαίτες στον αργαλειό

Το χρόνο  μου υφαίνουν

Στάλα – στάλα η ζωή μου χάνεται

Αύριο θα γράψω ένα ποίημα

Αύριο.......

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Γεύση της θλίψης


απόψε,

Το μαύρο της ψυχής μου

λεκιάζει το γαλάζιο τ' ουρανού

και την γαλήνη του

ρυτιδιάζουν, γεμίζοντας

τον γκρίζες πτυχές,

ανείπωτοι πόθοι,

πυρωτικοί στεναγμοί

 

απόψε

βουτηγμένος στη σιωπή

βγαίνω για μοναχικούς περίπατους

σαν άνεμος γυροφέρνω τη πόρτα σου

ξενύχτης αλήτης, ευλαβικός προσκυνητής

 

απόψε

στρώνω την μοναξιά,

για σεντόνι μου

και μιμούμαι το θάνατο

και για μοιρολόι

ακούω το κλάμα τ' ουρανού

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013


Μάνα

 

Ωσάν τα σκασμένα απ’ τη δίψα

χωμάτινα χείλια της γης

αχνίζουν καθώς ρουφάνε με λαχτάρα

τις νερένιες σταγόνες της βροχής,

όμοια κι’ κι’ η ψυχή μου

γλυκαίνει μ’ ανείπωτη ηδονή

όταν στα σπλάχνα μου μια λέξη

αργοστάζει, Μάνα, και με κερνά

γαλήνη και δύναμη ζωής.

 

02/05/2013