Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Ιοκάστη


Ήταν μια νύκτα γεμάτη πλανεύτρες φωνές και μελωδίες από μυθικές Σειρήνες. Τις άκουγαν μόνο όσοι τολμούσαν να σταθούν στο φως της πανσέληνου και να τη κοιτάξουν κατάματα. Η Ιοκάστη στάθηκε στη μέση της άμμου. Ανάγειρε το κεφάλι και η ματιά της γέμισε από μαγεμένο φως. Άνοιξαν τʼαυτιά της καρδιάς της να μπουν οι μαγεμένοι ήχοι. Άρχισε να ζαλίζεται. Να μεθάει. Εκεί που το σώμα της άρχισε να μουδιάζει, από την γλύκα του αλλόκοτου μεθυσιού, ένοιωσε δύο μάτια να τη κοιτάνε επίμονα. Η καρδιά της τρόμαξε και άρχισε να κτυπά τρελά. Κρύος ιδρώτας την περιέλουσε. Τα πόδια της βυθίστηκαν στην άμμο. Μια αόρατη δύναμη την τραβούσε, προς το μέρος της. Η ψυχή της ανατρίχιασε. Ένοιωσε παγιδευμένη στον ιστό μιας αράχνης. Μιας αράχνης που καραδοκούσε στο σκοτάδι. Την άκουσε να ακονίζει τα δόντια της και να τραβά το κολλώδες δίκτυ, με το θήραμα παγιδευμένο, προς το μέρος της...