Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014


Έλα μην αργείς

 

Κάποιος μπήκε απόψε στα σπλάχνα μου απρόσμενα,

δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του, μάλλον θα ήτανε αεράκι ξαφνικό,

όμοιο με νεκρή ψυχή που μόνο ρωγμές ανοίγει, και καθρεπτίζεται

σαν δήμιου σανδάλια, σε πάγο λείο και λευκό
 

φεύγοντας μ’ άφησε άδειο, και με χέρι κομμένο απ’ τον καρπό,

τ’ όνομα σου ζωγράφιζε το αίμα, καθώς έσταζε κόκκινο, ζεστό
 

τροχισμένο ψαλίδι, κι αυτό το βράδυ η απουσία σου

με σπρώχνει να βγω στους δρόμους σαν τρελός,

σε ψάχνω απεγνωσμένα, όπως δεν σ’ έψαξε κανείς

και ανακαλύπτω τα λόγια τα χαμένα στο φως των αστεριών
 

απόψε αγαπημένη μου, σε προσμένω, έλα μην αργείς,

σε νοιώθω να ανασαίνεις μέσα μου όσο σε σκέφτομαι

κι όλος ο πόνος σβήνει στην άκρη των δικών σου των χειλιών

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014


Παγκόσμια Μάνα

 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

κι ήταν σαν να  έτρεχες μπροστά τον θάνατο να προλάβεις,

και να τον κάνεις δικό σου, μετά σε είδα να κρεμάς τη μαντίλα σου

στα δόντια του χάροντα κι είχες τα στήθια ανοικτά

σαν να σημάδευες την εξουσία της παραφροσύνης

με τη κάνη του πόνου σου για να θάψεις το νεκρό γιο σου
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

γονατισμένη ήσουνα μπροστά σε ένα τσακισμένο σώμα ριγμένο

πάνω σ ένα κρεβάτι χώμα, και καθώς οι ματωμένες άκρες των μαλλιών του ακουμπούσαν στα κομμάτια μιας οβίδας

κόλασης φωτιές έζωναν το κορμί σου και εσύ μάταια έψαχνες ένα όνομα

να φωνάξεις, ξέχασες στη θλίψη σου πως οι Θεοί τα κρατούν μυστικά
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

μα ήσουν αλλιώς, τα μάτια σου ολοένα  βάθαιναν και

το μέτωπο σου ήταν μια τεράστια αυλακιά

και  τα χέρια σου γίνονταν όλο και πιο δισταχτικά, όμοια

με φύλλα ξερά, κι ανίκανα έπεφταν σε ματωμένα σεντόνια

καθώς η λύπη οδηγούσε την αφή σου σε  παλάμες πετρωμένες σε σχήμα γροθιάς

γιατί ήξερες πλέον ότι αγαπάς για πάντα έχει πεθάνει και

πως δεν μπορείς ν’ αναστήσεις τον ήλιο αφού νεκρώσει
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις

κατάλαβα πως μετρούσες όχι με πόσες γέννες, αλλά

με πόσους θανάτους θα έπρεπε να ζήσεις, και σε είδα

να οπλίζεσαι με χαμόγελο για να φοβίσεις το θάνατο,

κι άφηνες ελεύθερα το δάκρυ στη γης για να ποτίσει

κι ας το ένοιωθα πως ήξερες ότι δεν είναι λουλούδια, αλλά

είναι που άνθισαν οι νεκροί γιοι που έθαψες και φυτρώσαν 
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

την ώρα που σφαγιάζαν πάλι την αλήθεια

και τη στιγμή που ματώναν οι κατάλευκες σημαίες,

με σφιγμένη τη γροθιά και μ’ ένα κοπάδι ήχων της λύπης που περίσσευε

αποχαιρετούσες τα παιδιά σου που σαν λυπημένα κρίνα

πέθαιναν και τη μοιραία τους λάμψη εσύ θρηνούσες

θανάσιμο κρύο στο στόμα τους την ώρα που έσβηναν και

φώναζαν τ’ όνομα σου,  Μάνα
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

έψαξα στο βλέμμα σου και είδα τη ψυχή σου,

μαύρη είναι η θάλασσα χωρίς τα κύματα της, μαύρη

και της μάνας η ψυχή δίχως τα παιδιά της

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014


Νυχτερινές εφιδρώσεις

 

Κάθε τι απόψε με γυρίζει σε σένα

και στη κόψη της σκέψης σου κόβομαι
 

με φέτες πίκρας γεύομαι την απουσία σου

κι ανάβω – ποτέ δεν ξεχνώ- το φεγγάρι στην ώρα του
 

κοιτώ  στα ιδρωμένα σεντόνια από τα σώματα μας,

απλωμένα τόσα φύλλα ξεραμένα και ούτε ένα γαρύφαλλο
 

πως να ζήσω κρυφά από τις στάχτες μου;

πόσο πιο μέσα να καώ;
 

Τώρα ζω μονάχα σαν σταγόνα αίμα στην άκρη της δαντέλας σου

κι αγαπώ την αγάπη χωρίς κανένα πρόσωπο

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Γιατί η ποίηση μου είναι λυπητερή;


Πήρες στα χέρια σου το παλιό και ξεσκισμένο τετράδιο

με τα δήθεν ποιήματα μου, κι άρχισες να διαβάζεiς
 

Ύστερα με κοίταξες στα μάτια και με ρώτησες

γιατί η ποίηση σου είναι λυπητερή;

απέφυγα να σ’ απαντήσω, άλλωστε

δεν ήξερα και πως να στο εξηγήσω
 

Την άλλη μέρα μπήκες στο σπίτι, πεινούσες είπες,

πήρες μια φέτα ψωμί και μασουλώντας μουρμούριζες

-          πόσο νόστιμο είναι, αλλά και πόσο γλυκό!
 

Χαμογέλασα τότε εγώ, και σου ‘πα,

είναι γιατί όμορφα δένει το σιτάρι με το νερό,

μα πάνω απ’ όλα είναι τ’ αλάτι που το κάνει τόσο γλυκό
 

Πάλι όμως δεν κατάλαβες τι ήθελα να πω,

πως να σου εξηγήσω τώρα εγώ πως κι η ζωή είναι γλυκιά,

γιατί μέσα της υπάρχει κι η λύπη που δένει αρμονικά με την χαρά.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014


Αγάπη

 
Γυναίκες με λευκά, μακριά κι αραχνούφαντα νυχτικά

φυτεύουν κήπους μέσα στ’ όνειρο μου,

έχουν στεφανωμένα μαλλιά με ατρύγητο τριανταφυλλόκηπο

και δέρμα καμωμένο από πέταλα γαρδένιας, τα

βλέφαρα τους λάμπουν από ανεκπλήρωτο πόθο κι ηδονή,

γυμνόποδες ταράζουν τον ύπνο μου και με τυφλώνουν με τα γυμνά τους στήθη

καθώς σκύβουν και με ποτίζουν ροδόσταμο με τα υγρά κρινένια τους χείλη,

με αναπνοή ντυμένη με λέξεις βουβές, μελωδικές σαν προσευχή, ψιθυρίζουν

‘Μην αφήσεις την αγάπη να στερέψει μέσα σου, γιατί τότε πεθαίνεις’.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014


Σε διαδρόμους νυχτερινούς και κρύους

πηγαινοέρχονται του χρόνου οι σκοτεινοί δεσμοφύλακες

κι αλλάζουν ασταμάτητα βάρδια κουβαλώντας την απουσία τους
 

Ευλαβικός συλλέχτης εγώ σπασμένων ονείρων,

ξαπλωμένος σ’ ερείπια αχάρακτου χαμόγελου και

πιασμένος σε σιδηροπαγίδες  σκουριασμένες να φυλακίζουν τον ίσκιο μου

ξοδεύομαι σε άυλα φιλήματα λαβωμένα

συντροφεύοντας  αχάιδευτες μορφές αγαπημένων

καθώς κοιτάνε παραξενεμένες το ανθισμένο λουλούδι στα χείλη μου
 

Κι έρχεται το δειλινό βουτηγμένο σε παχύρευστο μέλι

κι οι ψυχές που έγιναν αναλώσιμες με χείλη που έπαψαν πλέον να ποθούν

μετρούν τις καρέκλες αυτών που θα ρθούν στο μνημόσυνο

κι εγώ εξακολουθώ να χαμογελώ κοιτώντας τους μέσα από το

ξεθωριασμένο απ’ το κρύο μάτι του στρατιώτη στη σκοπιά

και αναπνέοντας από το χνότο τ’ αδικημένου.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014


Κάλπικα όνειρα

 

Το φεγγάρι απόψε σαν αλήτης, ξενύχτης,  ήρθε και στάθηκε

έξω απ’ τη  πόρτα μου, κι η ανάσα του μύριζε ούζο και κρασί,

έφτιαχνε μέρες και ζοφερά σκοτάδια και γελούσε μαζί μου λέγοντας
 

το ξέρω ότι  τα μάτια των Αγίων σ’  ακολουθούν και σ’ ανεβάζουνε το πυρετό

κι αυτή η μελαγχολία στα μάτια και στη φωνή σου, πλέον δεν κρύβεται,

και μου χαλάει τη πιάτσα
 

ανάγειρα το κεφάλι και το κορόιδεψα, κι ύστερα,  μ’ ένα τσιγάρο αναμμένο

έκαια τα χείλη μου στο ρυθμό ενός ζεϊμπέκικου αντρίκειου και το γυρόφερνα

μέχρι που τ’ ακούμπησα και το ‘κανα  ένα με τα σπασμένα ποτήρια στο δάπεδο
 

με μια χορτάτη ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο έκρυψα, μην δει, την υγρή μου ματιά

και κτύπησα τα πόδια μου στη γη μην ακουστεί ο τριγμός απ’ τα δόντια μου

καθώς μάτωνα τη χούφτα μου συνθλίβοντας τα κάλπικα όνειρα μου.