Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

 Το ζειμπέκικο της Αφροδίτης.

Σε ντύσανε μ' αγιόκλιμα κι ανθούς της λεμονιάς,
σε σκλαβοπάζαρο σε πάνε,
κι εσύ κεντάς τη λέξη, υπομονή

νύχτα φωτιά, φώτα σβηστά,
και αυτοί να σε τραβάνε
σε υπόγεια με χνώτα, βρώμικα

Τσιγγάνικα παζάρια γύρω σου και σε πουλάνε
κι αδελφός σου νταβατζής,
σαν Πόρνη που απ τα βυζιά της στέρεψε το γάλα
σμήνη απίστων το'χουν πιεί.

κόβεις το ρόδι της φύτρας και κρατάεις,
όρθια πλάτη και χούφτα ανοιχτή,
άπορη στον άπορο μοιράζεις,
της ανάγκης το δικό σου το ψωμί

σταυρώνεσαι μα τελεσφόρα ανασταίνεις
του ονείρου σου τη διαδρομή
αψηφάς σπιούνους, δοσιλόγους
πιστή στο ραντεβού σου
που σου'χουν ορίσει οι θεοί.

πως η απελπισία κάνει τον άνθρωπο θεριό
όμως δεν κλαίς γιατι στη θάλασσα το δάκρυ φτάνει
Κι’ εσύ θα τη πικράνεις, κι’ θάλασσα πρέπει να είναι αλμυρή

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Η Θαλασσοφορούσα

Με ρημάξανε το κρίμα και τ’ άδικο
Με κυνηγάνε βρίζοντας θεοί κι ανθρώποι
Και καθώς μέσα στης βάρβαρης νύχτας τη φρίκη
Των βαρβάρων το κύμα χυμά
Του θανάτου τα δόντια στο σώμα μου, λυγάν
Όμως μέσα μου το δίκιο ανθίζει και δεν σωπά
Πετά φτερούγες κι απλώνει, με νύχια
Το κορμί τ’ άδικου κεντά
Και καθώς του κορμιού μου κομμάτια σάρκας πετιόνται
Χιλιάδες άλλοι κλώνοι βλαστούν, γιγάντιοι,
Τους θεούς ν’ αδράξουν κερνώντας
Ανθούς πικρούς και καταφρόνια
Με τη μεζούρα του ήλιου, μέσα
Στην καρδιά του θεού το άδικο δεν χώρα
Το θαλασσόβρεχτο λευκό νυφικό σου,
Κράτα καρδιά μου ψηλά.