Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014


Καλημέρα

 

Είναι κάτι χαραυγές που είναι τόσο διάφανες που βυθίζεσαι μέσα τους και σε ταξιδεύουν. Σε παίρνουν θαρρείς, σαν μικρό παιδί, από το χέρι και αρχίζεις να περπατάς τα μονοπάτια της ανθρώπινης ιστορίας. Διαβαίνεις τους σημαδεμένους δρόμους απ’ εκείνους που είχαν τη τόλμη να σταθούν μπροστά στον ολοκληρωτισμό και στην αδικία και ύψωσαν τη φωνή και τη γροθιά τους και γεμίζει η ψυχή σου με δέος και σεβασμό.
 

Τι σημασία έχει αν έχουν αλλάξει τα λάβαρα της εξουσίας. Τα τσακάλια του αφανισμού, όσο κι αν έχουν μεταλλαχτεί, βρίσκονται εκεί, κρυμμένα στις σκιές και παραμονεύουν ασεβείς όπως πάντα προς την ανθρώπινη ζωή.

Κοιτάνε γύρω τους και βλέπουν λαούς που σπαράσσονται από βίαια ξεσπάσματα ζητώντας κοινωνική δικαιοσύνη. Τους κυριεύει ο υπαρξιακός τους φόβος, γι αυτό και γίνονται πιο σκληροί, πιο αιμοσταγείς κι αδίστακτοι. Δεν μπόρεσαν ως τώρα να καταλάβουν και να κατανοήσουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει για πολύ τις αλυσίδες. Κάποια στιγμή θα γεμίσει με θυμό κι οργή. Θα αγωνιστεί. Θα ψηλώσει το κεφάλι του έστω κι αν ξέρει ότι μπορεί και να το χάσει.
 

Σ αυτό το κόσμο που κουβαλά το πάθος της κατάκτησης και της ασέβειας, πρέπει  επιτέλους να αφυπνιστούμε, να νοιώσουμε την ιερότητα και το σεβασμό των πραγμάτων. Να αντιληφθούμε ότι  η ουσία δεν αλλάζει με τίποτα, είναι πάντα η ίδια, και να στείλουμε το μήνυμα στις εξουσίες, ότι ο λόγος ανήκει στον άνθρωπο.

 
Οι λαοί έμαθαν να αντέχουν. Οι αστικές εξουσίες είναι που δεν αντέχουν γιατί μέσα στο φως της αλήθειας δεν μπορούν να κρύψουν τον σκοτεινό τους εαυτό.

Κι αν αυτοί στέκουν μπροστά στο αύριο με το όραμα της εξουσίας, εμείς οι απλοί άνθρωποι  στεκόμαστε με υπομονή μπροστά στο όραμα της δικαίωσης. Κι αλίμονο όταν αυτή η υπομονή ξεχειλίσει και γίνει ποτάμι. Θα παρασύρει στο ξέσπασμα του αυτούς που δεν σεβάστηκαν την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά τους.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014


Η θλίψη του ποιητή

 
Εγώ δεν είμαι ο ποιητής που ποτέ σου θ’ αγαπήσεις,

δεν θα με βρεις τις μέρες, ούτε σε τόπους λαμπερούς 

Εγώ βγαίνω τις νύχτες λαθραία και κυνηγημένος στα νεκροταφεία

διαβάζω τις επιτύμβιες πλάκες και μαυρομολυβιάζω τις σβησμένες επιγραφές  

Δεν θα αναγνωρίσεις το πρόσωπο μου γιατί σκύβω το κεφάλι

καθώς προσπερνώ τα αγάλματα των προγόνων μου,

και γράφω συνθήματα σε τοίχους χορταριασμένους απ’ την υγρασία και τη μούχλα

Θα με βρεις ξενύχτη στα έρημα πάρκα

ή στο νεκροτομείο για την αναγνώριση ενός ακόμα δολοφονημένου ονείρου 

Βρίζω τις άσπλαχνες μοίρες και βάζω κατάρες στις ναυαγισμένες ευχές,

ουρλιάζω ερωτήσεις αν και το ξέρω πως, δεν θα απαντηθούν ποτέ 

Μασώ φύλλα καπνού και καθαρίζω μόνο τις πληγές του ματωμένου θεού μου,

κοιτώ και μαραζώνω για το χιόνι που λιώνει στ’ αντρίκειο χάδι τ’ ανέμου  

Δακρύζω για την ξεσκισμένη και ποδοπατημένη αξιοπρέπεια του ανθρώπου

και για τη τιμή του που περιφέρεται στα στόματα αδέσποτων σκυλιών 

Θλίβομαι καθώς σε κοιτώ να σκορπάς τη ζωή σου

σε κυνήγι υλικών θεών, κι από τα δάκτυλα σου να κυλά

άσκοπα σαν σταγόνα νερό σε κήπο νεκρό 

Είμαι πληγή που ματώνει καθώς απεγνωσμένα

αναζητώ χαραμάδες να μπω στον ύπνο σου και να σου μιλήσω

για την ομορφιά που χάνεται στο ξέφτισμα  του χρόνου,

και για τις ξεχασμένες αισθήσεις, για τη σπατάλη της ζωής,

να σου θυμίσω, άνθρωπε, πως είσαι δέσμιος στην επιθυμία

και τ’ άσπλαχνο αγκάλιασμα των ημερών

Εγώ σου το ‘πα, δεν είμαι ο ποιητής που ποτέ σου θ’ αγαπήσεις,

γιατί δεν σε συγχωρώ που ξέχασες πως είναι να χαμογελάς,

και σε κατηγορώ που στη πλάνη σου έπαυσες, να  ζεις και ν’ αγαπάς

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014


Ανάστασης ανατολή
 

Μη διερωτάσαι αδερφέ, αν σε ξεγέλασαν

τα λούλουδα και τ’ αηδόνια της ¨Άνοιξης

ακόμα περισσότερο μην απορείς που δεν κατεβαίνει ο Εσταυρωμένος,

ανάμεσα μας με μια χούφτα γεμάτη ελπίδα και φως
 

Ψάξε τον, σίγουρα σε κάποια ρυτίδα πόνου και απόγνωσης έχει κρυφτεί

πάλι ίσως τον βρεις στην αλμύρα των δακρύων ενός μικρού παιδιού

ή μιας μάνας χαροκαμένης, κάποιας αγαπημένης ή αδελφής

 
Άκουσε, θα αναγνωρίσεις τη φωνή του ανάμεσα

στους σταυρούς που λυγάνε και στις πλάκες που σπάνε,

αφήνοντας τους τάφους ανοικτούς,

κι άκουσε τον καθώς κλαίνε οι πεθαμένοι, βλέποντας σε

σαβανωμένο ζωντανό απ’ τους Ιούδες με των ανθρώπων τις ψευτιές

 
Κοίταξε γύρω σου, δεν σε ξεγέλασαν,

κοκκινίσανε οι παπαρούνες, κι  ήρθαν κουβαλώντας

στη πλάτη την Άνοιξη, και την κοινωνούν

με κλώνια φτέρης, από Θείο ποτήρι ψηλά στο σταυρό

μεθούν τ’ αηδόνια και υμνολογούν την Ανάσταση
 

Κρίνος λευκός ας γίνει κι ψυχή μας

κι ας μάθουμε πως είναι ν’ αγαπάς,

πως γίνονται μόσχος τα φιλιά στο στόμα

και πως έχει τέλειωμα ο κάθε Γολγοθάς.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014


Ο δικός μου ο τοίχος.

 

Λούφαξε ο άνεμος στα φύλλα των δέντρων

και το κρύο κούρνιασε στων τοίχων τις ρωγμές,

πηχτά δάκρυα η σκουριά των σιδεριών

κυλά και βάφει κόκκινο βαθύ το σάπιο σουβά
 

τρίζει η πόρτα καθώς ανοίγει διστακτικά,

το φεγγάρι όμως απόψε πάλι δε βγήκε,

ανιχνεύω τη σκιά μου αγκιστρωμένη στ’ αγκάθια

της τριανταφυλλιάς, κι αποτραβιέμαι

στο κελί μου που είναι ζεστό, κλείνοντας απ’ έξω

μια ζωή που είναι ματωμένο κάθε τι το πραγματικό
 

κουρνιάζω ήσυχος στη γωνιά μου,

αγκαλιάζω το σκοτάδι σαν φίλο κι αδελφό,

το κρύο πρόσωπο του χαραγμένο απ’ το χέρι ενός αστεριού,

κοιτάζω απ’ το σπασμένο φεγγίτη, μα πως δεν το κατάλαβα τόσο καιρό;

είναι ο δικός μου ο τοίχος που εμποδίζει το φως!


 

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014


Κάποια νύχτα, σε κάποιο μπαρ.

  

Βρικολακιάζεις σε μια πόλη σκουριασμένη, γεμάτη στημένα ξόβεργα,

κι είναι η κάθε σου νύχτα σαν μήτρα που ξεφυσά έχιδνες

δίχως έρωτα και σεβασμό, σκοτεινή και φονική,

κι εσύ αλυσοδεμένη περιφέρεσαι προκλητικά γυμνή
 

Τρέφεσαι με όνειρα βουτηγμένα σε φώτα νοσταλγίας

και κουβεντιάζεις μ’ άσπρα κι αγέλαστα φεγγάρια

και τα νεκρά φύλλα της καρδιάς σου, είναι πλέον,

γεμάτα δροσερές πηγές λυγμών
 

Σκελετωμένα σκυλιά  σε κοιτάζουν καχύποπτα

στην γωνιά του δρόμου και γρυλίζουν απειλητικά,

μα φεύγουν φοβισμένα μόλις τη θλίψη στα μάτια σου δουν
 

Πίσω απ’ το καπνό του τσιγάρου σου,

κερασμένο απ’ το πακέτο μου, είδα,

να λάμπει στο μισοσκόταδο η λευκή σου σάρκα

και τις  ρώγες των μαστών σου να διαγράφονται

οργισμένες κάτω απ΄ το διάφανο φόρεμα σου

βρεγμένο απ’ τα καυτά δάκρυα των καφετιών σου ματιών,

ίσα που πρόλαβα να δω την υγρή σου τη ματιά

και τρόμαξα, δεν τόλμησα να δω τα φλογισμένα μάτια σου

που καίγονταν και κάτι ήθελαν να πουν,

και το πληρωμένο φιλί σου, σφραγίδα από τότε στο στόμα μου,

σαν μια ξινή ανάμνηση ανακατεμένη

με την αλμύρα των δακρύων σου
 

Άραγε, με πόσα ονόματα σ’ έχουν φωνάξει

τα νυχτερινά αντρίκια πεινασμένα στόματα;
 

Τι σημασία όμως έχει κι αν δεν σε ξαναδώ;

εγώ θα σε ονομάσω, Αγία Γυνή.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014


Τι να σου γράψω;

 

Η νύχτα με πρόλαβε πάλι μονάχο στην άδεια κάμαρα μου

να με κερνά ο ηνίοχος των ανεκπλήρωτων πόθων μαύρο νερό
 

Καθώς η αγάπη  σαν φίδι μουγκό έρπει μέσα στις σάρκες μου

ανασαίνω λέξεις ζωντανές κι αρχίζω ν’ απαγγέλλω τα λόγια μου

για σένα που έμειναν άγραφα για τόσο καιρό
 

Αγάπη μου! Στάσου λίγο κι άκου, ακούς τις σταγόνες;

είναι που από τότε βρέχει, συχνά στη καρδιά μου

γιατί δεν ξέρω τι να σου γράψω και τι να σου πω
 

Θα ήθελα να ψηλώσω τα χέρια τον ήλιο ν’ αδράξω

να τον κρατήσω ψηλά για σένα μην φύγει ποτέ
 

Ναι, αγάπη μου, θά θελα να ‘σουν κοχύλι

κι εγώ η σάρκα του, μέσα σου να κατοικώ

Φλέβα εσύ κι εγώ το αίμα να κυλώ

Γη διψασμένη εσύ κι εγώ νερό να τρέχω

μέσα στα σπλάχνα σου να τα γλυκοφιλώ

Σταγόνα να ‘μουν του ιδρώτα σου, να ξαποσταίνω στο λακκάκι

εκεί στον άσπρο σου λαιμό

Βυθός της θάλασσας εσύ κι εγώ να απλώσω την ψυχή μου

σαν φύκια πάνω σου να φυτρωθώ

Δέντρο εσύ και εγώ αέρας μέσα στα κλώνια σου

να χάνομαι και να σου τραγουδώ
 

Ναι, αγάπη μου, θα θελα να ήσουν μήτρα εσύ

κι εγώ έμβρυο μέσα σου να ζω
 

Τώρα με πρόλαβε ξάγρυπνο πάλι το πρωινό

δεν μου φτάσε ο χρόνος να γράψω

όλα όσα θα θελα απόψε να σου πω
 

Αγάπα με, όπου κι αν είσαι, θα το νοιώσω

Φίλα με, μέχρι να γίνουμε ένα εμείς οι δυο.