Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Νύχτα Χριστουγέννων

Ένα παιδί με επισκέφτηκε απόψε
είχε πρόσωπο αλλόκοτο και συνέχεια άλλαζε,
δεν ξέρω στ’ αλήθεια,
αλλά είμαι σίγουρος πως ήταν το παιδί που ήμουν κάποτε.
Με πήρε από το χέρι και περπατήσαμε, αμίλητοι,
τα βήματά μας ηχούσαν παράξενα, σαν ποτάμι π’ αργοκυλά
δεν κοιταχτήκαμε αλλά ατενίζαμε ψηλά τον ουρανό,
άρχισε να μετρά τ’ αστέρια δυνατά
κάθε αστέρι γινόταν βροχή
κάθε σταγόνα κι ένα δάκρυ πικρό,
δάκρυ των ορφανών,
δάκρυ των γυμνών,
δάκρυ των πεινασμένων,
δάκρυ των κυνηγημένων
δάκρυ των πονεμένων
κι ύστερα τα δάκρια έσμιξαν, γένηκαν ποτάμι
που μέσα του κυλούσε αίμα,
ήταν το αίμα των φυλακισμένων  και των σκλάβων,
και ηχοβολούσε σαν το γέλιο των παιδιών,
κι ύστερα  κρεμάστηκε σαν  ένας ροδοκόκκινος μαστός
που πάνω του κρεμαστήκαν νεογέννητα παιδιά
λευκά, κίτρινα, μαύρα, κι αμέσως γίνηκε
ένα αστέρι λαμπερό  που γεννοβολούσε φως
ζεστό, δυνατό και λαμπερό που φώτισε στο πρόσωπο του παιδιού

το μέλλον,  την ελπίδα και την υπόσχεση για την καινούρια ζωή.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Μ.Τ.
Ατελείωτη απόψε η νύχτα και τα ρολόγια σταματημένα,
Ανάμεσα στο κλάμα ενός γκιώνη, μια αιωνιότητα σιωπής,
Αγκαλιάζω το κενό, και τρέχω πίσω απ΄ τις σκιές
Φωνάζω τ’ όνομα σου, μ’ αγγίζει μόνο η κρύα ηχώ
Κι ύστερα, ένα απέραντο κενό,
Μόνο της καρδιάς ο σπαραγμός
Και το δάκρυ που σταλάζει
Στον έρημο δρόμο ακούγονται,
 Αχ! Πόσο μοιάζουν με  του ερέβους την ανάσα
Που μυρίζει άλικο αίμα και σάρκα νεκρών

Ατελείωτη απόψε η νύχτα και τα ρολόγια σταματημένα,
Και κάτω από το χλωμό, χτηκιάρικο φως του φανοστάτη
Γίνεται προσκλητήριο απολεσθεισών ψυχών
Εκεί απόψε δηλώνω παρών
Κι όταν φωνάζουν τ’ όνομα σου
Φωνάζω απούσα, έχει φύγει, μην την ψάχνετε,

Δεν της πρέπουν τα σκοτάδια, μόνο ο γαλάζιος ουρανός.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Τ' αστέρι των Χριστουγέννων

Αυτός ο Δεκέμβρης έχει μια γκρίζα θλίψη,
γιομάτος  καραβάνια  χωρισμού
που οδηγούνε σε τάφους υγρούς
και σε άγνωστα μέρη .
Αμέτρητα μάτια, σβήνουν και χάνονται
καθώς κοιτάνε απ’ τ‘ άστρα το φωτεινότερο,
κι όλο κοιτούν και περιμένουν κάτι να τους πει,
όμως αυτό τ’ αστέρι  όλο σωπαίνει
δεν μιλά, τίποτα δεν  λέει ,
κι όλο γράφει , όμοια με τη γραφή της βροχής, στον ουρανό,
κανείς δεν καταλαβαίνει , κανείς δεν ξέρει τι θέλει να πει,
μάταια καρτερούν, και μετά κοιμούνται αιώνια
ξεχασμένοι νεκροί  στα κοιμητήρια.
Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν
που έλαμψε για πρώτη φορά
και κανείς δεν κατάλαβε ακόμα πώς,

‘Αγάπη’,  ήθελε να πει

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Τι κρίμα

Νύχτα λουσμένη στο φως,
πνιγμένοι  στους σπασμούς του έρωτα
και το δοξάρι μου έγραφε μελωδίες
στο κορμί σου που ήταν σαν βιολί χορδισμένο.
Με κοίταξες κι ένα σου δάκρυ κύλησε,
στάλαξε στο στόμα μου, φαρμάκι πικρό,
ποτέ μου δεν κατάλαβα πως  τόσο καθάρια μάτια
έσταξαν θάνατο αργό,
κι ύστερα τα χείλη σου πως μάτωσαν,
καθώς μου ‘πες
τι κρίμα, δεν θα ‘μαστε ποτέ αληθινά μαζί

αφού ανήκουμε αλλού κι οι δυο

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

My child,
Perhaps because I wasn’t worthy of being called ‘human’
I was looking at you unconcerned, within my convenience
Maybe because I was afraid of losing my tranquility
My child, for all these, I apologize
I was watching you with cold-blooded ignorance
Running towards nowhere like a fugitive
‘Hope’ being your only coat and shelter
Becoming old before you were even born
Breaking like a wave on an unfriendly beach
My child, for all these, I am asking for your forgiveness
Now, I am staring at your two eyes, which are worn out by saltiness
I am blaming the sea for becoming the cause of your death
I am leaning to kiss you without any shame
Your pale forehead where stars are shining
And instead of telling you fairytales, I, your mother
Gods and Angels are singing lullabies to you

My child, for all these, I am asking for your forgiveness

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Είναι οι καιροί όπου τα παιδιά γίνονται μεγάλοι
από τη μια στιγμή στην άλλη,
τ’ αγόρια ξυρίζονται πριν ακόμα βγάλουν γένια
και τα κορίτσια  μαυροντυμένα
νανουρίζουν τα μικρά αδέλφια τους
κι είναι ολόιδιες σαν πολυχρονισμένες μάνες

Αμίλητα στην άκρη του βράχου
κοιτάζουν τα καράβια
να φεύγουν σφυρίζοντας χωρίς αυτά,
και τ’ αποχαιρετάνε ξέροντας
πως δεν θα ‘ρθουν πίσω ξανά

Υγραίνονται τα μάτια  τους
κι αγκαλιασμένα ατενίζουν  την απεραντοσύνη
της θάλασσας, κι ορκίζονται ψιθυριστά,
« κι ας μας κρατάνε φυλακισμένους πελώρια τείχη,
εμείς θα τα γκρεμίσουμε
με το δυνατό σφίξιμο των παλαμών μας
και με το τραγούδι μας, αδελφέ,
αντάμα θα παλέψουμε τ’ άδικο,
μάρτυρας μας να ‘ναι οι στίχοι

που γράφουνε τα κύματα κι είναι αληθινοί »

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Παιδί μου..
Ίσως γιατί δεν ήμουν άξιος να λέγομαι άνθρωπος
και βολεμένος καθώς ήμουν σε κοιτούσα μ’ αδιαφορία,
ίσως γατί  φοβόμουν  την ηρεμία μου μην χάσω,
Για όλα αυτά, παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Με παγερή απάθεια σε παρακολουθούσα
διωγμένος  να τραβάς στο άγνωστο
φορώντας την ελπίδα πανωφόρι,
να γερνάς  πριν ακόμα γεννηθείς
και σαν κύμα να σβήνεις  σε ξένο ακρογιάλι,
Για όλα αυτά,  παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Τώρα κοιτώ δυο μάτια σβησμένα απ’ την αλμύρα
και κατηγορώ  τη θάλασσα πως έγινε του θανάτου σου κρεβάτι,
χωρίς ίχνος ντροπής,  σκύβω και σε φιλώ
στο μέτωπο σου το χλωμό που λάμπουνε  τ’ αστέρια,
κι αντί στο προσκεφάλι η μάνα να σου λέει παραμύθια
σου τραγουδάνε οι Θεοί και σε νανουρίζουν οι Αγγέλοι,

Για όλα αυτά, παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Ο Μαρμάρινος κήπος

Απέραντη γαλήνη βασιλεύει στο κήπο του αιώνιου ύπνου,
ήσυχα μιλάνε τα λουλούδια,
ψιθυριστά κι ο αέρας με το κυπαρίσσι,
σιγά μιλάνε κι οι νεκροί που ζούνε κάτω απ’ τις πλάκες

Το ξέρουν πως ότι και να πουν
δεν τους ακούμε, απλά μαζί μας ζούνε
και μας κοιτούν μέσα από παλιές φωτογραφίες
κρεμασμένες στο τοίχο, ξεθωριασμένες απ’ τον καιρό

Έχουν πλέον για πάντα φύγει
κι απόμειναν ημερομηνίες
χαραγμένες σε χορταριασμένο μάρμαρο
κι ανάμνηση που πικραίνει τ’ αγαπημένα χείλη

Θλίβονται όμως καθώς μας βλέπουν
να ξοδεύουμε άσκοπα της Ζωής  το δώρο,
κι έρχονται στον ύπνο μας τις νύχτες και μας  γλυκομιλούν,
ζήστε το σήμερα, ζήστε τις στιγμές,

πριν τα ερέβη του θανάτου μοιραία σας βρουν.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μοναξιά

Έσβησε η μέρα κι η νύκτα
με βρήκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι
μπροστά από κόλλα κενή

σύντροφος μου, του τσιγάρου ο καπνός,
κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα
δίπλα απ’ το φλιτζάνι με κρύο καφέ

ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους
που τονίζουν ακόμα πιο πολύ
τη μαύρη, της ζωής μου μοναξιά

σφίγγω στη χούφτα το μολύβι
και πριν τσακίσει, προλαβαίνω
και γράφω  ‘ μου λείπεις’

βγαίνω στο  κήπο και δένω
του φεγγαριού ακτίδα στο λαιμό,

φωνάζω τ’ όνομα σου και βουτάω στην απουσία σου.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Οι δικοί μου στίχοι

Απόψε γράφω  τους τελευταίους μου στίχους
αφού δεν μπόρεσα να υπερασπιστώ τα όνειρα μου,
και δεν στάθηκα της ποίησης , άξιος εραστής.

Φεύγω ντροπιασμένος, αφού,
κανένας στίχος δικός μου, δεν κρίθηκε άξιος
στην πυρά για να καεί,
οι  λέξεις μου δεν έγιναν καρφιά
κι ούτε έμοιαζαν με μικρή φωτιά

Κανένας δικός μου στίχος
δεν είχε κάτι καινούργιο να πει, ήσαν όλοι τους βωβοί,
κανένα άνθρωπο δεν εξόργισαν
και κανένα  καθεστώς δεν θορύβησαν,
παρά μόνο μειδιάματα σκόρπισαν
στα λιγδιασμένα στόματα των εξουσιών
που τα δικά τους λόγια είναι σιδερένιες αλυσίδες
και τραβάνε στα παζάρια την ανθρώπινη ζωή.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ γιατί με κράτησες μια νύχτα στα χέρια σου
με φίλησες στο στόμα και γι αυτό υπάρχω ακόμα
Σ αγαπώ γι’ αυτά τα μάτια σου
που με κοίταξαν και πήραν της αγάπης χρώμα
Σ αγαπώ για το ρίγος που μου χάρισες
καθώς φίλησα το μικρό δάκτυλο του ποδιού σου


Άσε με να σ’ αγαπώ  με κάθε τρόπο
Άσε με ν' αγαπώ το σώμα σου και να το φροντίζω
Άσε με ν' αγαπώ τη χαραμάδα της δικιάς σου σάρκας
Άσε με να ξαποσταίνω στην άβυσσο  ανάμεσα των βυζιών σου
Άσε με να  σ’ αγαπώ τώρα και πιο πολύ ακόμα όταν πεθάνω.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Ξαπλωμένος σ’ ένα στρώμα από καλάμια. Πύρινες γλώσσες  έχουν ζώσει το δωμάτιο. Ακούω τα δόντια της φωτιάς π’ ολοένα πλησιάζουν. Γέμισε καπνούς αλλά ούτε να βήξω δεν μπορώ αφού μια λωρίδα από δέρμα  λευκής κατσίκας μου έχει σφραγίσει το στόμα. Κρυώνω. Φοβάμαι. Θέλω να τρέξω μακριά αλλά μου έχουν δέσει πόδια και χέρια με καλώδια και διάφανους σωλήνες πλαστικούς. Σε κάθε μου προσπάθεια να φωνάξω γεμίζουν τα στήθη μου καπνούς . Δεν είμαι  σίγουρος αν τον καταπίνω ή με καταπίνει.  Δεν έχει και καμιά σημασία. Αιωρούμαι για λίγο και συνουσιάζομαι μαζί του πάνω από το σώμα μου. Διαλύομαι μαζί του και ανεβαίνω νωχελικά μέχρι τα δοκάρια της οροφής. Ζεσταίνομαι.  Η φωτιά έχει ζώσει το σάπιο κορμί μου. Γέμισε τρύπες. Μεγάλες και στρογγυλές που μπαινοβγαίνει ο βρώμικος καπνός. Συρρικνώνουμε και γίνομαι ένας κόκκος αιθάλης.  Δεν πονώ πλέον. Έχουν φύγει από τη κάμαρα όλα τα τρωκτικά και από το κορμί μου οι κοριοί και τα σκουλήκια. Δεν μου έμεινε κανείς.  Στην αυλή μου μαζεύτηκε κόσμος. Δεν κάνει να χάσουν τη στιγμή. Μιλούν χαμηλόφωνα και κουνούν τα κεφάλια. Μπαίνω στο καμένο μου κορμί και στέκομαι στο παραθύρι. Τους χαιρετώ  και φεύγουν τρομαγμένοι, σκυθρωποί. Πάλι μόνος. Βγαίνω στο κήπο και ουρώ. Διώχνω τη δική τους οσμή. Γίνομαι σπόρος και βυθίζομαι στη γη. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ο πόνος

Μην με κοιτάς που ποτέ μου δεν κλαίω,
είναι γιατί οι μεγάλοι πόνοι, είναι βουβοί,
κι είναι που μοιάζουμε πολύ  η θλίψη κι εγώ,
 αν όμως είχες κι εσύ κάποτε  πονέσει πολύ,
τότε θα μπορούσες μέσα μου να δεις
ένα φουρτουνιασμένο ωκεανό γεμάτο δάκρια

Μην με κοιτάς απορημένη σαν κλείνω τις πληγές, με λόγια,
είναι που χωράνε ακριβώς  στις χαρακιές μου,
κι αν πικρό χαμόγελο στα χείλη μου φυτρώνει
καθώς μετρώ αυτούς τους λίγους που πιστοί
μείνανε κοντά μου, την ώρα αυτή της  θλίψης,
είναι που ξέρω πως οι καρδιές ραγίζουν μόνο μια φορά

την  επόμενη φορά θα είναι απλά, ακόμα ένας πόνος

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς (2)

Δεν κοιταχτήκαμε, απομείναμε σιωπηλοί για ώρες
καθισμένοι στην άκρη του κρεβατιού,
μονάχοι,
νοιώσαμε να  κατοικεί ο ένας μέσα στον άλλο
και δαγκώσαμε  τα χείλη μας
από αμηχανία,  ίσως κι από απόγνωση.

Δεν τολμήσαμε ν’ αγγίξει ο ένας τον άλλο,
αν και το θέλαμε κι οι δυο,
όμως δεν ήταν σίγουρα μόνο το πάθος
ήταν αυτή η φοβερή τρυφερότητα που μας πλημμύριζε.

Ποτέ δεν θα μάθουμε τι υπήρξε ο ένας για τον άλλο
γιατί άλλοι μας αγάπησαν, και μ’ άλλους θα ζούμε
δεν ξέρουμε πως θα ήταν αν αγγιζόμασταν
ούτε τι θα νοιώθαμε αν κοιμόμασταν αγκαλιά το βράδυ
και κοιταζόμασταν στα μάτια το πρωί.

Δεν πρόκειται ποτέ να μοιραστούμε την ίδια ανάσα,
μα θα ‘μαστε για πάντα αληθινοί ,
θα είμαστε,  εμείς,

κι ας πεθάνουμε μονάχοι.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Ώρα Μηδέν

Τα πάντα νεκρά, τα πάντα άβυσσος,
ασύνορη κακία τώρα πλανάται στον κόσμο.
Κόκκινη βάφεται απ’ το αίμα η βροχή,
η κραυγή της αθωότητας πνίγεται, χάνεται,
το παιδί δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τη Μάνα.
Οι καλοί  δίχως ελπίδα καμιά,
ενώ οι κακοί  ηδονίζονται  από την ένταση του πάθους
και τη μυρωδιά της νεκρής σάρκας.
Σκιές ορνέων έχουν σκεπάσει τον ήλιο
έχουν σώμα ανθρώπου  κι άδειο βλέμμα,
σαλεύουν με γρήγορες φτερούγες
και φέρνουν πάλι το σκοτάδι,
κι ας λένε πως πριν δυο χιλιάδες χρόνια

γεννήθηκε το  Αιώνιο Φως.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ο ‘παράνομος’ μετανάστης

Κουράστηκα, μα δεν μπορώ να κοιμηθώ,  ένας λυγμός με πνίγει
που σαν κόμπος μου έχει κλείσει το λαιμό,
δεν ξέρω αν είναι που σας  σκέφτομαι
ή αν είναι που τεντώνομαι να πάρω μια ανάσα,
ξέρετε, εδώ μέσα οι άνθρωποι δεν κινούνται
και δεν έχει παράθυρα να μπει λίγος αέρας,
σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου γα να ‘μαι ψηλότερα,
κάπου στον οροφή τ’ αμπαριού είδα μια τρύπα
αλήθεια σας λέω, είδα φως κι ένα κομμάτι  ουρανού,
εδώ μέσα δεν έχει στρώματα  για να ξαπλώσω
ακουμπά ο ένας στον άλλο κι οι ακρινοί στ’ ατσάλινα τοιχώματα
κι οι πιο πολλοί από εμάς, βλέπουμε το ίδιο όνειρο, ένα καρβέλι ψωμί

Σας σκέφτομαι πολύ, και μαραζώνω, γιατί,
δεν ξέρω  αν κοιμάστε ή αν είστε ξύπνιοι
και δεν μπορώ να σας φανταστώ,
αν  όμως ψαχουλεύετε στα σκουπίδια, θα είναι μέρα,
αν πάλι έχετε κρυφτεί στο υπόγειο , θα είναι νύχτα,
το ξέρω, δεν κάνει καμιά διαφορά,
οι άνθρωποι σκοτώνουν όλες τις ώρες
είναι ανήμερα, βάρβαρα σκυλιά,
δεν ξέρω αν πρέπει να λυπάστε εσείς για μένα
ή εγώ για σας που μείνατε

όμως, θα επιστρέψω, σας το υπόσχομαι, θα ξαναρθώ.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Μην απορείς

Μην με ρωτάς αν  σ΄ αγαπώ,
αν σε σκέφτομαι, ή αν σε ονειρεύομαι  τα βράδια,
κι αλλοίμονο, μην απορείς  γιατί  έχω θλιμμένα μάτια,
είναι που μου λείπει το τραγούδι και τ’ άγγιγμα

στο πίσω μέρος του λαιμού, της καυτής  σου ανάσας.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Εσύ

Τι κι αν η νύχτα διάβηκε, εγώ έμεινα εκεί,
 κι εκεί πάντα θα μείνω να θλίβομαι
που ‘μαι  κλαδί ξερό, και δεν μου ‘μειναν πια φύλλα,
δεν μου ‘μεινε πια ανθός να σου χαρίσω

Τι κι αν με βρήκε ξύπνιο η αυγή
να κλέβω χρώματα και  μυρωδιές
την μορφή σου για να ζωγραφίσω,
τι κι αν δεν πρόκειται ποτέ μου να γελάσω,
μελαγχολώ που άργησα να σ’ αναζητήσω

Το χέρι σου όταν πρωτάγγιξα, ήξερα πως το είχα από παλιά φιλημένο,
γνώριμη κι η γλύκα απ’ τα ολόγιομα  σου χείλια,
οικείος  στο κορμί μου ο σπασμός
καθώς φιλούσα τον αστράγαλο σου όλη τη νύχτα,
και δεν χόρταινα, μου έλειψες πολύ, σ’ αποζητούσα

Εσύ ‘σαι που σε γνώριζα πριν καν σε συναντήσω,
εσύ είσαι που σε μια στιγμή,

μου έδωσες ολάκερη ζωή, μου χάρισες ότι ποθούσα. 

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Νοσταλγία

Θλιμμένα  κυλάει απόψε ο αέρας
και γεμίζει νοσταλγία η δική μου η ψυχή,
χωρίς ανάσα θα βουτήξω
στης λίμνης τα παγωμένα τα νερά
για ν’ αγκαλιάσω τ’ όμορφο φεγγάρι

που μου φωνάζει – έλα- και μου χαμογελά.

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Απόγνωση

Τόσοι δρόμοι ανοιχτοί,
τόσοι φωτισμένοι λεωφόροι,
κι όμως σβήνω σαν σκιά
σε σκοτεινά κι άγνωστα μονοπάτια

Τόσοι άνθρωποι,
τόσες φωνές,
κι όμως απάντηση παίρνω

απ’ τη σιωπή του φεγγαριού.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Ερινύα

Μια γκρίζα σκιά με κρατά  απ’ το χέρι,
έχει μεγάλα μάτια, στάζουνε θλίψη.
Πόσο όμορφο βλέμμα έχουν οι νεκροί!

Ζευγαρώνουμε κάτω απ’ τη σκιά του κυπαρισσιού
και σβήνουμε σαν φίδια μέσα σε μαύρες τρύπες.

Πόσο φωτεινό είναι το σκοτάδι!

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Ματαιώσεις

Αφαιρώ κάθε έννοια και νόημα από τις λέξεις,
φτιάχνω εικόνες με ήχους
και με χρώματα αισθήσεις,
σκοτώνω τ’ όμικρον κι αλλάζω το γιώτα σε ήτα
κι όλοι οι λίθοι μετατρέπονται σε λήθη

Τα τείχη μου εξαφανίζονται,
εκτείνομαι στ’ άπειρο του ιδανικού
και βουλιάζω οδυνηρά μέσα στις ματαιώσεις μου,
τίποτα όμως δεν έχει ξεχαστεί
κι αυτή η σιωπή π’ απλώνεται ηδονικά
δεν με ξεγελά, δεν υπήρξε ποτέ της αθώα,

πριν από λίγο μ’ είχε σκοτώσει.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Αναπνέω όπως κι εσύ
Αναπνέω μαζί σου
Ακόμα κι αν δεν σ’ ακουμπώ
Ακόμα κι αν είμαι μακριά σου 
Αναπνέω πλέον στον ίδιο ρυθμό μαζί σου
Αναπνέω μέσα από ‘σένα
Αναπνέω όπως κι εσύ.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Αν γράψω απόψε

Η  νύχτα με προσπερνά γρήγορα κι αδιάφορα,
σταμάτησα να μετρώ πια τις ώρες που όλο και λιγοστεύουν,
Μαζί τους χάνονται κι οι λέξεις, και μένουν άδειες οι κόλλες
κι ας νοιώθω τις ιδέες να μου γαργαλάνε το μυαλό.
Μεσάνυχτα, κι οι φωνές μέσα μου δεν λένε να σωπάσουν,
μα εγώ αντιστέκομαι, δεν υπηρετώ τα λόγια,
κι αν υποκύψω και γράψω κάποιες λέξεις
απόψε θα είναι θλιμμένες, θα είναι μελαγχολικές ,
αιρετικές κι αναρχικές, θα είναι φωτιά, νερό και λάβα,
Δεν θα είναι ποίημα, ούτε καν στίχος,
θα σβήνουν και θα χάνονται,
δεν θα μπορούν να μείνουν στο χαρτί, γιατί θα είναι,
παιδιά της θάλασσας, παιδιά τ’ ανέμου,  και θα μένουν ζωντανά

μονάχα όταν ελεύθερα  πετούν και ταξιδεύουν.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω,
να σβήνω τη δίψα  στη γούβα του λαιμού σου
Άσε με να χαϊδεύω και να μυρίζομαι τα σεντόνια
που πριν αγκάλιασαν το σώμα σου
Άσε με ν’ αναπνέω απ’ την ανάσα σου
καθώς σφιχτά και δυνατά θα σε φιλώ στο στόμα
Άσε με να ταξιδεύω με τα χείλη στο κορμί σου
να τρέμω με το ρίγος της σφριγηλής κοιλιάς σου
Άσε με ν’ ανθίζω στην άβυσσο ανάμεσα στα στήθη σου
και να ξεψυχώ στο άγγιγμα τ’ αστράγαλου σου
Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω

σταγόνα αίμα να γενώ , να θρέφω τη καρδιά σου.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Ο χρόνος δεν με λογάριασε,
με μάσησε και μ’ έφτυσε
κι έφθασα στο τέρμα δίχως να το καταλάβω
μέσα σε μια μόνο νύχτα

οι αναμνήσεις πιο πολλές από τα όνειρα μου
που δεν πρόλαβα και τ’ άφησα πίσω
φυλαγμένα μέσα σε ένα συρτάρι

όσα κι αν γίνουν, όσα ακόμα δεν έγιναν
να θυμάσαι , δεν θα σταματήσω ποτέ να σ’ αγαπώ

σ’ αισθάνομαι να στέκεις εκεί, αόρατη,
να με παρακολουθείς σαν φτιάχνω
τις βαλίτσες για τον επόμενο  σταθμό,
δεν σ’ αποχαιρετώ γιατί βιάζομαι, όμως θα σε περιμένω

να έρχεσαι, τα απογεύματα και τις Κυριακές.

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Μετά από τόσο καιρό
τι δύσκολο να σε δω και να σου χαμογελάσω,
να καμωθούμε κι οι δυο ότι είναι όλα όπως παλιά,
να μιλήσουμε για μια ζωή που να μας ανήκει
να πω ότι γνωρίζω κάθε μονοπάτι στο κορμί σου
ν' αναπνεύσω τη μυρωδιά σου και να πω
στα σίγουρα ότι είναι η δική σου

Μετά από τόσο καιρό
πώς να μιλήσουμε γι' αυτά, τα απλά πράγματα
που νοστιμεύουν και δίνουν γλύκα στη ζωή μας,
μόνο το αγκάθι του να ζούμε μακριά ο ένας απ’ τον άλλο,
κάνει τη  γουλιά του καφέ  ακόμη πιο πικρή
κι εφιάλτες τα όνειρα που κουβαλάει η αγρύπνια

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Θάλασσα

Τις πρωινές ώρες ο ήλιος χύνεται
ποτάμι χρυσό στη θάλασσα
κουβαλώντας τα όνειρα της νύχτας
και τους στεναγμούς αδικαίωτων ερώτων

Μονοπάτι χαράσσει τη νύχτα
το ωχρό φεγγάρι στα σκοτεινά νερά της,
και σαν φανάρι φέγγει στις λαβωμένες ψυχές
που βγαίνουν στάζοντας τον πόνο που τις μαραίνει

Κλαίνε τα κύματα και σαλεύουν
σαν αγάπη νεκρή π’ ανασαίνει,
θάλασσα,  στήθος πανέμορφης γυναίκας,

που ‘γινες αλμυρή από το δάκρυ των αγαπημένων.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Συναντηθήκαμε  τυχαία σ’ ένα νυχτερινό χορό,
ήταν αναμαλλιασμένη, ωχρή, χωρίς ηλικία
και στριφογύριζε χαμένη μέσα στο πλήθος
μ’ αδιάκοπη κίνηση σαν ατελείωτος καταρράκτης         

Έμοιαζε  αιθέρια κι είχε μαρμάρινο βλέμμα ,
άπλωσα τα χέρια μου να τη προφτάσω
αλλά  ξεγλυστρούσε σαν άμμος
και γέμιζαν λουλούδια με μαύρο ανθό

Συνεπαρμένος απ’ τη φλόγα της κι απ’ την έκσταση
χοροπηδούσα και  γρύλλιζα σαν να ζευγάρωνα με ξωτικό,
με κοίταξε κι  άρχισε να κλαίει

σαν ελαφίνα που βρίσκεται σε οργασμό.
Βουλιάζω μέσα σε δυο δικές σου λέξεις,
Μικραίνω κι εξαφανίζομαι σε μια άτακτη πληρότητα
Η ψυχή μου περιπλανιέται ψαχουλεύοντας
Γυμνή έξω από το σώμα
Κυλώ στο κενό με θανάσιμη αδράνεια
Καίγομαι κι αρχίζω να ζω ανεξάντλητα
Ακολουθώ ένα φως άσβεστο

Ίδιο με τις δικές σου λέξεις, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Δεν είναι που το φεγγάρι απόψε είναι ωχρό, και μελαγχολώ
είναι γιατί  χαϊδεύω το  μισό απ’ το κρεβάτι μου, κι είναι αδειανό.
Δεν είναι γιατί η νύχτα είναι σκοτεινή και με τρομάζει
είναι που μοιάζει με το χρώμα των θηλών σου, και σ αποθυμώ.
Δεν είναι η βροχή που με γεμίζει θλίψη
είναι γιατί μοιάζει με τον ιδρώτα που κεντά τις ρόγες σου
και κυλά ανάμεσα στην άβυσσο των κρυσταλλένιων σου βυζιών.
Δεν είναι η αψάδα του χώματος που με τρελαίνει
είναι που η μυρωδιά σου που πλανιέται στην κάμαρα μου.
Δεν είναι που  ο αέρας  φυσά υγρός και με πονά
είναι η υγρασία ανάμεσα στα πόδια σου
που με κερνά με σύνδρομο στερητικό.


Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή « Νυκτερινές εφιδρώσεις»

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Κι αυτό το σάπιο εβένινο συρτάρι,
πως μου πονά το κεφάλι!
γεμάτο ίσκιους  που με προσπέρασαν
απ’  όσους αγαπάω  π’  ο χρόνος μας χώρισε,
απόκαμα, μονάχος  τώρα περπατάω.
Τρίζει σαν τ’  ανοίγω,
πως τα κατάφερες; θαρρώ πως με ρωτάει.
Στην μαύρη κορνίζα δίπλα μου
μια φωτογραφία μου κοιτάζω,
μα είναι τα μάτια μου θολά,
όμορφη κάποτε θα ‘τανε

πριν τη βάλουνε σε τάφο.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Μάταια έμεινα ξύπνιος  όλη  τη νύκτα,
τίποτα δεν συνέβηκε κι η ώρα κύλησε
χωρίς κανείς να μου κτυπήσει τη πόρτα,
μόνο ο αέρας λίγο πριν ξημερώσει βρόντηξε τα σάπια παράθυρα,
δεν μπόρεσα όμως να αναγνωρίσω κάτι, μόνο σκοτάδι και σιωπή,
δεν είχα τίποτε πλέον να υπερασπιστώ,
λούφαξα στη γωνιά μου και έκλεισα τα μάτια
δεν μπόρεσα όμως ούτε και να ονειρευτώ,
λίγο πριν φέξει το φως, ζωγράφισα με αίμα την απουσία,
έγειρα το κεφάλι και μαύρα  πουλιά
φώλιασαν στις άδειες κόγχες των ματιών μου.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Γράμμα …..

Αγαπημένη μου. Η απουσία σου με γεμίζει απέραντη θλίψη και πόνο, που μόνο η σκέψη σου μπορεί να απαλύνει. Από τότε που σε συνάντησα  ρέω  προς το μέρος σου αργά και  σταθερά. Θαυμάζω το χαμόγελο σου, λατρεύω τα δάκρια σου, προσκυνώ κάθε κύτταρο του κορμιού σου,  μα περισσότερο αγαπώ την ψυχή σου.  Αγαπημένη μου,  το αίμα είσαι που μέσα μου κυλά, ο αέρας είσαι π’ αναπνέω, μην σταματήσεις ποτέ να μ’ αγαπάς, γιατί θα σβήσω. Ευλογημένος είμαι που υπήρξα, έστω και για μια στιγμή, στη ζωή σου.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Βουλιάζω μέσα στην άβυσσο της κενότητας
πνίγομαι απ’ τη βαλτωμένη κοινοτυπία των όχλων
η απόγνωση με πλημμυρίζει και γίνεται οργή
κι η μελαγχολία τρόπος διαφυγής

Αγκαλιάζω με μανία τη ζωή και μ’ αγάπη το θάνατο
χορταίνω με τη χαρά και ξεδιψώ με την απέραντη θλίψη
αποζητώ τη μοναξιά κι ανασαίνω μέσα απ’ τη συντροφικότητα
μετατρέπω σε ποίηση τη κραυγή του απελπισμένου

Δίνω γροθιά στη σάπια κοινωνία και ξοδεύω το αίμα μου
στην ανατολή ενός κλεμμένου κόσμου μέσα

απ’  τα όνειρα του ορφανού και τις ελπίδες τ’ αδικημένου.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Γερασμένη πια η πόλη
και στις αργασμένες παλάμες της απλώνονται κήποι
γεμάτοι αρρωστημένα τριαντάφυλλα
Οι άνθρωποι δεν κυκλοφοράνε πια
και τα ψόφια πουλιά στοιβάχτηκαν  κάτω στις ρίζες των δέντρων
Με γλυφό νερό και μαύρο γάλα ποτίζουν  τα βρέφη
κι ο αέρας κουβαλά μονάχα  κλάμα
Οι αναμνήσεις νίκησαν τις αντοχές μου
κι οι  γρίφοι στα στόματα των σκύλων
άλυτοι παραμένουν, σαν τάφοι ανοιχτοί

καρτερικά προσμένουν.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Οι μέρες μου…

Βαριές είναι κι ατελείωτες οι μέρες μου
ωχρά και πνιχτικά τα πρωινά
κι αυτές οι αχτίνες του ήλιου
φίδια είναι που με τυλίγουν και δεν μ’ αφήνουν ν’ ανασάνω
Κι όλοι αυτοί οι σκυθρωποί άνθρωποι που με κοιτάζουν
με βλέμμα παράξενο μέσα από μάτια νεκρών
λυσσασμένα σκυλιά είναι σε σώμα δαιμονισμένης γυναίκας
και χάνομαι μέσα στα φριχτά τους ουρλιαχτά

Αργά το δείλη ξαλαφρώνω και νοιώθω ξανά ν’ αναπνέω
κι όσο η μπότα της νύκτας το φως σκοτώνει
γίνομαι κάμπια, τρυπώ το κέλυφος που με περιζώνει
βγαίνω στα σκοτάδια κι αρχίζω τότε να ζω
σμίγω με τις  γκρίζες σκιές, παθιάζομαι καθώς
πίνω σταγόνες από μαύρα και πικρά νυχτολούλουδα

που θα σβήσουν με το πρώτο φως.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Άτιτλο

είναι κάτι βράδια βουβά και σκοτεινά
π’ όμορφα κρύβουν το δάκρυ στο σκοτάδι
το βλέπει μόνο το φεγγάρι και

ουρλιάζει σαν τσακάλι που πονά

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Παραίνεση

Η ποίηση είναι μια ανοιχτή πληγή
Και τα ποιήματα  αίμα
Οι στίχοι είναι λεπίδες
Γι’ αυτό, πρόσεχε, μην χαθείς μέσα στη ποίηση, θα σε πεθάνει
Μην διαβάζεις μεμιάς ένα ποίημα, θα πνιγείς από το αίμα
Ένα στίχο μονάχα διάβαζε την μέρα
Μια χαρακιά θα σου χαρίσει που, ίσως,

λέω ίσως, επουλωθεί την επόμενη μέρα

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Μοναξιά

Πόσο όμορφη φαντάζει η μοναξιά,
Σαν ποτάμι μ’ ολόχρυσα νερά,
Και στις όχθες, κίτρινα κεφαλάκια οι παπαρούνες
Χορεύουν στα τραγούδια π’ αραδιάζει ο αέρας

Χέρια θανάτου μοιάζουν τα γύρω της γυμνά κλαδιά
Και μαύρες πεταλούδες μέσα τους φωλιάζουν,
Θάνατος όμορφος μου λένε σου ταιριάζει
Κάνε κρεβάτι σου του ποταμιού τα ολόχρυσα σεντόνια

Γλυκά τότε,  μια ανάσα πεθυμιάς με αγκαλιάζει
Να βγω ξανά να σεργιανίσω
Στα δυο ,τα μάτια σου τα καστανά
Και νέκταρ ζωής από τα χείλη σου

Να πιω και να μεθύσω.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Ατελείωτες νύχτες μοναξιάς

Άσαρκα χείλη, άχρωμα, και μάγουλα κερένια
Και κάτω απ’ τα διάφανα βλέφαρα, τα μάτια της,
Αυτά τα μάτια της τα ωχρά που με βλέμμα σβησμένο
Με κοιτάζουν θαρρώ, κι εγώ ριγώ, κι ας ξέρω πως δεν με βλέπουν,
Και τα χέρια της, σαν δυο κρίνα σπασμένα
Νεκρά και μαραμένα, κοίτα πως κρέμονται απ΄ το ξύλινο στρώμα,
Νομίζω πως θα απλωθούν κι αγκαλιά θα μ’ αρπάξουν
Κι αίμα, απ’ τα βουλιαγμένα στήθη της
Οι σάπιες ρώγες της, σταλιά – σταλιά θα με κεράσουν,
Αχ, αυτές οι ατέλειωτες νύχτες πως με τρομάζουν,
Μαύρο γαμπριάτικο πουκάμισο για μένα κεντούν, και
Την μοναξιά ντυμένη νυφούλα, στην αγκαλιά μου βάζουν.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Όμορφη που είναι η νύχτα, ποθητή, κι απαλή σαν χάδι,
τρυφερή σαν χείλη γυναίκας, και γλυκιά σαν ύπνος ,
να έρθει ήσυχα κι αργά, καρτερικά προσμένω
πρώτα πα’ στου κυπαρισσιού τις φυλλωσιές  αθόρυβα να κουρνιάσει,
κι ύστερα απαλά να απλωθεί , χωρίς να την  ενοιώσω
να μ΄ αγκαλιάσει σαν αγαπητικιά, ζεστή ανάσα της μανούλας,
και όταν απ’ το βυζί της  θα πίνω των αθανάτων  μέλι
μ’ ανεμοτράγουδα να με αποκοιμίσει,
όμορφα να σβήσουν οι ήχοι της ημέρας,
και της αιώνιας νυχτιάς η σιγαλιά

για πάντα ν’ ακουστεί, πέρα ως πέρα.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Ο Χωρισμός

Όμορφους, θλιμμένους φθινοπωριάτικους ήχους
μου κουβάλησαν ο αέρας κι η βροχή,
μου  χτύπησαν  τη πόρτα και τα τζάμια
καθώς  έκλινα στο προσκέφαλο,
σηκώθηκα και περίμενα ν’ αρχίσουν
οι ψίθυροι ν’ ανακατεύονται με τον αέρα,
και το κλάμα των κουρτινών, που πάνω τους σπάζει το σεληνόφως,
( Πώς θα πορευτείς στην Άνοιξη με σπασμένα κλώνια και πέταλα νεκρά;)
τρεμουλιάζοντας, έκλαψε το δίπλα μου κερί,

μα γαλήνη πάλι δεν βρήκα, πόσο σκληρός ο χωρισμός.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Ζωές

Γέλια, και γάργαρες φωνές που χάθηκαν,
Βήματα που τέλεψαν πριν  απόσταση καλύψουν,
Χέρια που άπλωσαν και έμειναν μετέωρα πριν ακόμα αγκαλιάσουν,
Σκέψεις που δεν ειπώθηκαν και έμειναν κρυμμένες,
Υποσχέσεις που δόθηκαν και έμειναν μόνο λόγια,
Όνειρα πουν δεν έλαχε να δουν το φως της μέρας
Νερό που δεν πρόλαβαν χείλη να το πιουν
Να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν
Κι έμεινε στάσιμο, χορτάριασε,
Για αυτές μιλώ, για τις ζωές που δεν πρόλαβαν

Αυγή να προσπεράσουν.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Απολεσθέντες ψυχές

 Χλωμό και μελαγχολικό απόψε το φεγγάρι,
σαν μάτι θολό απ’ την αλμύρα  πικρών δακρύων,
π’ αργοκυλάνε  και σβήνουν ημερομηνίες και όνομα,
και τα σταλάζουν περίτεχνα, σε πλάκα από μάρμαρο λευκό

Ακούω τα δέντρα που συζητάνε και κλαίνε απ’ έξω στην αυλή μου,
μοιρολογούν για τα φύλλα  που χάθηκαν,
και τα ρόδια που μαράθηκαν και πίκρανε ο καρπός τους

Πόσο θα ‘ θελα να τους πω,  όμως μια φτυαριά χώμα πνίγει τη φωνή μου,
όλα έγιναν καθώς ήταν πρέπον να γίνουν,
μια μολυβιά ακόμη στο κατάστιχο, απολεσθέντων ψυχών 

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Ανοιξιάτικη σταγόνα

Στα πέταλα μιας παπαρούνας, σταγόνα ασημοκοπάει
μέσα της κάθεται πλάσμα αιθέριο και φωτεινό,
που τραγουδά κι όλο γελά και ρόδο στα χέρια της κρατά,
τον γιο  της αγάπης ψάχνει για να βρει
και δώρο  να του κάνει, μοναδικό, να του ταιριάζει,
λουλούδι κόκκινο, βαμμένο με το αίμα απ’ την καρδιά της,

διάφανο, σαν φως που φέγγει στα όνειρά της..

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Μοναξιά (5)

Ήρθε και πάλι απόψε η ώρα, την καρτερούσα,
Που απλώνονται ίσκιοι στη κάμαρα μου,
Με βρήκε καθισμένο στη ψάθινη καρέκλα
Μπροστά απ’ το τραπέζι το παλιό,
Ένα πιάτο κι ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί γλυκό
Και στη μέση ένα κερί ν’ αχνοφέγγει
Η πόρτα πάντα ανοικτή, κανείς όμως δεν μπαίνει
Μόνο σκόρπιοι ψιθύροι απ’ τον κήπο,
Το ξέρω δεν είναι άνθρωποι, κουβέντες είναι
Μεταξύ των λουλουδιών, και γέλιο

Σάπιων, νεκρών ψυχών.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Οι φίλοι μου

Στο παραθύρι μου απόψε, το φεγγάρι έχει σταθεί
Και στάζει μια πρωτόγνωρη γλυκιά μελαγχολία
Δέστε τι όμορφα που δακρύζει το ραγισμένο μου γυαλί!
Κάθε σταγόνα που κυλά, μια ανάμνηση είναι
Στιγμή που για πάντα εχάθει στου χρόνου το λάκκο το βαθύ
Απλώνω τα χέρια στο φως του το χλωμό
Μα είναι κρύο κι η ψυχή μου ανατριχιάζει
Κι ο άνεμος που αγκαλιάζει τ’ αντίκρυ κυπαρίσσι,
Όλο λεξούλες μ’ αραδιάζει, δεν τις νοώ, δεν τις καταλαβαίνω,
Το ξέρω είναι μάταιο να καρτερώ το χρόνο πίσω να γυρίσει
Θα βγω στο δρόμο μου, στη στράτα τη δική μου
Και θα τρυγώ λεμονανθούς, και τους παλιούς,
Καλούς μου φίλους θ’ ανταμώσω,
Θα τους κερνώ γλυκό κρασί και θα ‘ναι

Οι νύχτες μου ζεστές, στα χέρια τους φιλί γλυκό θα δώσω.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Απόψε σ΄ αποθύμησα πολύ, έλα,
Στη γωνιά μας τη μικρή θα ‘μαι, και θα σε περιμένω
Στίχους για σένα εγώ θα γράφω απάνω στο κορμί σου
μόνο εσύ θα τους ακούς, μόνο εσύ θα τους καταλαβαίνεις
Κάθε δικό σου κύτταρο, ένας ολάκερος κόσμος είν’  για μένα
Και τα μάτια σου, αχ! αυτοί οι ατέλειωτοι ωκεανοί σου,
Πόσο ποθώ,  για πάντα, μέσα τους να ναυαγήσω
Έλα απόψε, θα σε περιμένω,
Καντήλι είμαι μικρό και τελευμένο,
Μ' ένα σου χάδι, σπινθηροβολώ
και μένω μέχρι το επόμενο σου, αναμμένο.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Το βράδυ.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
να βγω μεταμεσονύχτια στους έρημους κήπους
και να τρυγώ ανθούς που στάζουνε τις κρύες σταγόνες θλίψης,
εκεί όπου μυρίζει σάπιο, και θάνατος υγρός απ’ τα πεσμένα φύλλα,
κι ο άνεμος, νεκρών κουβέντες κουβαλάει,
μάταια με τον χρόνο κανείς  αναμετριέται, λένε,
γιατί η ζωή σταγόνα είναι και κυλάει,
γίνεται κρυστάλλινη λεπίδα και σε προσπερνάει.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
σαν φίλος ν’ ανταμώσω με το φεγγάρι, να του μιλώ,
να το θωρώ, στο κυπαρίσσι σαν καθίσει,
πόσο όμορφο είναι, μελαγχολικό, ωχρό
μαυροντυμένο με ένα κλωνί βασιλικό
στο πέτο, μαραμένο.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ
δεν έχω τίποτε άλλο πια να περιμένω

έγινε η καρδιά μου φίλος με το πόνο.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Απόψε θα ‘ρθεις

απόψε που δεν πνέει έξω καμιά ανάσα
σε προσμένω, δεν γίνεται θα ‘ρθεις,
θα ξεπροβάλεις μέσα από τα δάση,
θα φανείς στην άκρη του φιδίσιου δρόμου,
απόψε το ξέρω, θα ‘ρθεις,
αφού σε ποθεί  η ψυχή μου,
και θα μυρίζεις δυόσμο και βροχή,
σου ‘χω στρωμένο το κρεβάτι
απλώνω στο πάτωμα χαλί
και στο τραπέζι σου ‘χω ζεσταμένο
ψωμί και κόκκινο κρασί,
τι κι αν νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ,
εγώ ακόμα σε προσμένω
κι αρχίνησα να σου μιλώ
τόσο πολύ σε αποθύμησα
π’ ακούω τα βήματα σου
και  νοιώθω στα χείλη μου

γλυκόπικρο φιλί.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Και συ!

Εσύ μου μιλούσες, κι εγώ
ταξίδευα μέσα στα σπλάχνα σου,
άκουγα το αίμα σου καθώς κυλούσε
ποτισμένο με τις ακραίες και αδίστακτες ορμές σου,
και σ’ έπινα σταλιά – σταλιά , και  συ
με αιχμαλώτιζες με δεσμά που δεν θα λύνονταν ποτέ,
το ήξερες,  και  συ γελούσες,
μα εγώ δεν σ’ άκουγα, δεν μ’ ένοιαζε
ότι δικό σου για πάντα εσύ θα με κρατούσες,
σε φυλακή που θα είχε το σχήμα του κορμιού σου
και ποτέ μου δεν θα χόρταινα, και σαν επαίτης,
υποταγμένος στην  ηδονή που υπόσχεται

η γλύκα του φιλιού σου, θα σ’ αποζητούσα.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ο σάρκινος βολβός!

Και να! στέκομαι πάλι τ’ απομεσήμερο πίσω απ’ το παράθυρο με τις μωβ κουρτίνες και κοιτάζω τους περαστικούς. Αναμένω να δω ακριβώς την ίδια ώρα, την ίδια  μαύρη άμαξα και τον οδηγό της με το ψηλό καπέλο. Το ξέρω πως οι μαύρες κουρτίνες θα είναι τραβηγμένες αλλά, παράξενο, μπορώ να δω από μέσα. Ένα μαονένιο φέρετρο σκεπασμένο με άγρια τριαντάφυλλα, μαύρα κι αυτά, και κάθε φορά ένας νέος μαραμένος σάρκινος βολβός. Είμαι σίγουρος πως και πάλι αυτή η ίδια μυρωδιά θα πλανάται στον αέρα, λιβάνι και λιωμένο λεμονανθό. Μπροστά από  τ’ άλογα, μαύρα κι αυτά, θα περπατάν με τάξη, αργά και βαριά, κοπέλες ντυμένες με μαύρο φόρεμα και στον ώμο ριγμένη μια δαντέλα μωβ. Θα φοράνε μαύρα γυαλιά και στο χέρι από ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, και τα μαλλιά τους λυμένα,  θα μυρίζουν σάπιο χώμα. Ο αέρας θα κουβαλά σκόνη από χώμα και θα μου γεμίζει τα στήθη. Όμως εγώ θα πρέπει να το υπομένω, δεν γίνεται να μην καρτερώ. Σε λίγο θα φανούν οι λευκοί σκαντζόχοιροι να ακολουθούν τη πομπή. Φορτωμένοι πατημένες σάρκες να προκαλούν τα ερπετά, και να τα γαντζώνουν θανάσιμα στα μεγάλα τους αγκάθια. Και πιο πίσω μαύρα, κουτσά σκυλιά, πληγιασμένα, κι από τις σάπιες σάρκες τους θα πέφτουν λευκά πεινασμένα σκουλήκια. Έχουν κι αυτά ρόλο να παίξουν, ίσως και τον πιο σημαντικό. Θα μπουν μαζί με τη τελευταία χωμάτινη φτυαριά που θα σκεπάσει το λευκό φως, θα φάνε τη περίσσια σάρκα από κάθε βολβό, για να βγει το άσβεστο λευκό, κοκαλένιο φως της νύχτας. Το φως της ημέρας μου θολώνει τα μάτια, δεν το αντέχω, όμως το υπομένω, δεν μπορώ να μην καρτερώ. Με τυλίγει και σαν χέρι μ’ ανεβάζει ψηλά. Το κορμί μου γίνεται διάφανο, ανάλαφρο, και ένα λευκό φως ξεπηδά από τα σπλάχνα μου. Καίει. Όμορφες χλωμογάλαζες και λευκές αποχρώσεις με σκεπάζουν σαν πλάκα θανάτου, και είναι όλα τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Ακούω τα βήματα τους,  και η αυστηρή, με τάξη πομπή πλησιάζει, στην ίδια ώρα ακριβώς. Βάζω το πρόσωπο στο τζάμι, παράξενο, το κορμί μου διαχέεται και το διαπερνά, σαν μια γλώσσα από φως γαλάζιο ταξιδεύει στον αέρα και σκεπάζει το μαονένιο φέρετρο. Πρώτη φορά το κοιτώ από τόσο κοντά και μια πικρή γεύση από πατημένη δάφνη μου στεγνώνει το στόμα γιατί, σήμερα είναι πιο άδειο από ποτέ. Κοιτώ μην με βλέπει κανείς, και δειλά παριστάνω  τον βολβό, και είναι τόσο ωραία να νοιώθεις πως είναι η σειρά σου να παριστάνεις τον βολβό. Οι απ’ έξω, τον ίδιο πάντα σκοπό και θλιμμένοι να ακολουθάνε σταθερά και με τάξη τη πομπή, να είναι λυπημένοι, δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο βολβός, φτάνει ν’ ακολουθάνε και να είναι όλα στην εντέλεια και στη σειρά. Μόνο που τώρα ξεπηδούν στα πλάγια, πίσω κι από μπροστά,  ξετρελαμένοι καλόγεροι που χορεύουν σε ήχους μαγεμένου σουραυλιού, ανάβουν φωτιές και καίνε βιβλία και στίχους. Και η πομπή συνεχίζει, η τάξη δεν πρέπει για κανένα λόγο να διασαλευτεί. Κόκκοι από χώμα, τσιμπούρια και σταγόνες αίμα, σχηματίζουν στον αέρα άυλες γυναικείες μορφές. Σκυφτές, μαντηλοφόρες και μοιράζουν μαύρες ελιές, κομμάτια σταρένιου ψωμιού και μια γουλιά από κρασί. Ανοίγω το στόμα για να  φωνάξω, μην λυπάστε, κεράστε άφθονο κρασί, σπάστε τη σειρά σας, πατήστε τα στεφάνια και για σήμερα μόνο, αντί σε μαονένιο φέρετρο, απλώστε λευκό πανί και αφήστε το βολβό στο λευκό φώς να βγει. Μα τη φωνή μου δεν την ακούει κανείς,  μια φτυαριά από χώμα, γεμάτη λευκά σκουλήκια, μου φράζει το στόμα. Στενεύουν τα στήθη μου, ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος από ποτέ, και το λευκό φως μικραίνει συνεχώς, γίνεται μια χτικιάρικη φλόγα σε καντήλι που καίει λάδι, προφυλαγμένο πίσω από ένα κομμάτι τζάμι θαμπό, πάνω σε ξύλινο μαύρο σταυρό. Σαν γλώσσα από λευκή φωτιά, στέκομαι για λίγο στον αέρα, και βλέπω την πομπή να ακολουθεί, με αυστηρότητα και τάξη. Αύριο πάλι, σειρά έχει ο επόμενος βολβός.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση

Δίκαιο είχαν τα καθεστώτα, οι  εξουσίες κι οι θρησκείες
που φοβηθήκανε την ποίηση,
γιατί η τρυφερότητα της είναι πιο δυνατή
απ’ τη δική τους σκληράδα και βαρβαρότητα,
άδικα όμως θελήσανε να σκοτώσουν το ποιητή,
γιατί έπρεπε να γνωρίζουν, πως οι ποιητές δεν είναι θνητοί,
και το αίμα τους καθώς  θα κυλά απ’ τα δολοφονημένα σώματα τους
θα κουβαλά μαζί του, εκείνες τις λέξεις που έμειναν στο λαιμό τους,
λέξεις που θα  πνίξουν τους φονιάδες, και θα τους ρίξουν
στη περιφρόνηση και τη καταφρόνια.


σε όλους τους δολοφονημένους ποιητές

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Όλα στην αναμονή, σε εκκρεμότητα
κανείς δεν είν’ εδώ,
μόνο η μυρωδιά που πλανάται στη κάμαρα
κι εκείνος ο ανεπαίσθητος, αχνός ήχος απ’ το αίμα
μαρτυράνε πως κάποιος ίσως, να ζει εδώ,
ονειρεύεται  πως  έχει φύγει, πως δεν υπήρξε ποτέ,
μια γλυκιά απουσία είναι και ένα γλίστρημα μέσα στη σιωπή
πως κοιμάται με αγκαλιά τα  λόγια της νύχτας,
αυτά που προφέρονται προσεχτικά
μην τρομάξουν και ξυπνήσουν οι λέξεις,
και θορυβήσουν απρεπώς ,
η μοναξιά δεν είναι μόνη

πλήθος έχει αδελφών. 

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Κι όμως εσύ αγαπημένη μου
κάθε μέρα λούζεσαι, κτενίζεσαι
και μου δίνεσαι  σαν όστια
βουτηγμένη σ’ απόσταγμα παπαρούνας
Βασανιστικά σε γεύομαι
 ηδονικά, νωχελικά, αργά
σαν  θάνατος  γεμίζεις τα σπλάχνα μου,
κι ένα δίχτυ βαρύ με αγκαλιάζει
μια πρωτόγνωρη γλυκιά ακινησία
λύνονται τα κόκαλα μου
κλείνουν τα μάτια μου από μια νύστα ασύνορη

κι εγώ εξακολουθώ να σ’ αποζητώ ακόμα περισσότερο

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα
Τώρα έμαθα, έστω κι αργά ν΄ αγαπώ τη βροχή,
Τη παρακολουθώ π’ αφήνεται στα χέρια τ’ ανέμου
Να παραδέρνει αμέριμνη, και ξενυχτάω όλη τη νύχτα μαζί της,
Την ακούω καθώς λούζει τον βασιλικό και με λεμονανθούς
Την αυλή σου να γεμίζει, και είναι τόσο όμορφο το πρωινό
Καθώς μια αχτίδα, σαν δραπέτης απ’ τα σύννεφα, ροδίζει

Έτσι ομορφαίνει και το βλέμμα μου, σαν σε κοιτώ, Γυναίκα

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα

Στις χρυσές ώρες των δειλινών
Χάνονται τα σύνορα, σμίγει σώμα με σώμα
Ανάσα με ανάσα, κι αίμα με αίμα,
Φλέγεται ο ουρανός
Κι ανοίγει σαν ένα λουλούδι κόκκινο,
Που στάζουν δάκρια από τ’ άρωμα του
Και μου θυμίζει εσένα,
Γλυκιά, μα και άγρια,
Γλυκοφιλούσα, Θεά ανώνυμη,
Πόσο σ’ αγαπώ, Γυναίκα!        

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Αγάπη.

Μίλα μου σιγά, η καρδιά μου σ’ ακούει,
είναι σιμά σου γιατί σ΄ αγαπά,

Μίλα μου ψιθυριστά, η ψυχή μου σ’ ακούει
πάνω στη δική σου ακουμπά

Μην μου μιλάς, εγώ σ’ ακούω

τα μάτια σου στα μάτια μου μιλάν.