Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Απόψε,  κρατήστε ενός λεπτού σιγή 
για τους απεγνωσμένους και τους λυπημένους,
του κόσμου τους αδικημένους  και τους προδομένους,
για όλους αυτούς που δεν έχουν έναν ώμο να ακουμπήσουν
κι ένα χέρι δικό τους, να τους κρατήσει τρυφερά

Απόψε,  κρατήστε ενός λεπτού σιγή
για τους πεινασμένους και τους διψασμένους,
για τα παιδιά που με αγωνία στα μάτια ρωτάνε
ποιος ορίζοντας άραγε να κρύβει την αλήθεια του αύριο;

ποιος μεγάλος  να ξέρει, ένα παραμύθι να μου πει;

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Πόσο ζηλεύω τα σμάρια των πουλιών
Όταν πετάνε ψηλά στον ουρανό
Και στις φωλιές τους πίσω πάνε.
Με δίκασες, με καταδίκασες  χωρίς να φταίω
και σαν απόκληρος  τώρα  πλανιέμαι,
Κοιτάζω σ’ Ανατολή και Δύση
Γυρίζω τα μάτια μου σε Νότο και Βορρά.
Κι αναρωτιέμαι, μα πότε θα γυρίσω εγώ;

Και μέρα νύχτα η μοναξιά με βασανίζει!

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Ο γεροπλάτανος, χιλιοχρονισμένος πια,
 καμπούριασε κι έγειρε στον χωμάτινο δρόμο,
χωρίς ένα ανθό,  μόνο σκόνη στα σταχτιά του φύλλα
κι από κάτω στη ρίζα, χορτάρι,
αν και πολλοί αποζήτησαν τη σκιά του
ελάχιστοι τον πρόσεξαν τόσο καιρό,
 όμως αυτός όλους τους είδε,
τους θυμάται  να τρέχουν να προφτάσουν

και να φεύγουν ένας ένας.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Άγριος είναι και κακοτράχαλος ο δρόμος,
Πυκνό, γεμάτο αγκάθια  χόρτο τον στενεύει,
Μου ‘χουν ξεσκίσει ρούχα, μα και σάρκα,
Ξεραμένα κλαδιά μου φάγανε τα πόδια,
Όμως δεν νοιάζομαι, δεν λοξοδρομώ, προχωρώ
Για την όχθη των ορχιδέων και για μάζεμα λωτών.


Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Μια ατέλειωτη νύχτα

Απ’ έξω ο κήπος βαθύς , ασάλευτος και γαλήνιος
Κι η κάμαρα άδεια και μικρή,
Με  κουρτίνες , μέρες κατεβασμένες,
Μια και κανένας δεν περνάει πια απ’ εδώ.
Η αιώνια νύχτα συνεπής στην ώρα της πλησιάζει,
Πάλι άγρυπνος απόψε, κρυμμένος ανάμεσα στα φρύδια της,
Στη σκοτεινή ρηχή αυλακιά, θα παραμονεύω ν’ ακούσω
Τους διαλείποντες θορύβους που φευγαλέα
Θα παρουσιάζονται στα αραχνιασμένα παραθύρια
Το ξέρω πάλι σε λίγο θ’ αρχίσει, το σφυροκόπημα των ψιθύρων
Να συντροφεύει το σεληνόφως,
Τα χείλια της σαν υγραίνονται, τα βλέφαρα της σαν κλείνουν,
Μια ακολουθία της άνοιξης , μέσα σε μια χειμωνιάτικη νύχτα,
Ήχοι βαθιά κρυμμένοι που κρατούν συντροφιά
Του κεριού σαν κλαίει,  σε μια ατέλειωτη νύχτα. 

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Γυναίκα!

Γυναίκα σκοτεινή και μυστήριο, Γυναίκα γυμνή και φως σαν ήλιος,
Πηγή μιας άνοιξης που δεν γνώρισε κανείς  ακόμα
Τίποτε δεν είναι πιο ζωντανό, τίποτε πιο ωραίο από το λίκνισμα σου
Μεγάλωσα στη σκιά της αναμονής σου
Προσμένοντας  τη γλύκα των χεριών σου
Ψάχνω ένα μεθύσι , πιο δυνατό απ’ το πιοτό
Κι η σκέψη σου σαν παλάμη θλίψης  χρωματίζει  τα όνειρα μου
Χείλη δαρμένα από ανέμους, βρεγμένα απ την αλμύρα της θάλασσας
Και με παλάμες  κυρτές που πήραν το σχήμα του στήθους σου
Διατρέχω τις καρπερές πεδιάδες σου που τρέφονται από αίμα
Και η ανάσα σου!  λυπητερή, τρυφερό τραγούδι της αγάπης

Γυναίκα,  ζωή είσαι, που διώχνει μακριά το θάνατο.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Η μορφή σου

Κι αυτός ο μονότονος κι εκνευριστικός  θόρυβος
που δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι όλη νύχτα
δεν είναι η βρύση που χάλασε και στάζει,
είναι οι μέρες μου, που χάνονται σαν σταγόνες νερού,
Κι αυτά τα παράξενα σχέδια ψηλά στο ταβάνι
δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζωή μου
που σαν ιστός της αράχνης ολοένα και κλείνει,
Κι αυτό που ακούγεται  απ’ έξω να σφυρίζει
δεν είναι ο αέρας, παρά τα χείλη μου τα ματωμένα

σαν συλλαβίζουν την μορφή σου.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

15 Ιουλίου 1974

Τι κι αν ήτανε Ιούλης,  εκείνο το πρωινό έριχνε μαύρη βροχή
και τα ρολόγια έδειχναν  ώρες σκοτεινές, άγνωστες, ώρες απελπισιάς,
 κι οι δείχτες στο πέρασμα τους αφήναν  πίσω τους
τον θρήνο των μανάδων, των χήρων και των αδελφών,
Η ζωή άλλαξε μεμιάς, δεν θα ήταν ίδια ποτέ,
κάποιος έμπαινε για δυο λεπτά  στον αστυνομικό  σταθμό και εξαφανιζόταν,
κάποιου του κτυπούσαν τη πόρτα του σπιτιού και  δεν ξανάβγαινε  ποτέ,
κάποιοι κυκλοφορούσαν κουρελιασμένοι από τα μαρτύρια και τα ηλεκτροσόκ
και κάποιοι πήγαν μια βόλτα με φίλους και δεν επέστρεψαν ποτέ,
τους βρήκανε μετά τ’  αδέσποτα σκυλιά  σε τάφους θαμμένους ομαδικά
να κρατάνε σφιχτά από το χέρι φίλους και με σβησμένα χαμόγελα συντροφικά,
εκείνο το πρωινό έριχνε μαύρη βροχή και ήταν σαν να μην τραγουδήθηκε

ποτέ στη χώρα, το ‘χαίρε, ώ χαίρε λευτεριά’
Πορεία μοναξιάς.

Σαν ρετσίνι που κυλάει στην σάπια φλούδα των δέντρων , ο χρόνος,
μπροστά οι μέρες φορτωμένες με τόσες ελπίδες
που δεν μέλλουν να καρπίσουν ποτέ,
και μ’ ένα μαύρο πανί, να τραβούν χωρίς να περιμένουν κανένα
σ ‘ένα χορταριασμένο μονοπάτι, που χρόνια δεν το διάβηκε κανείς,
γεμάτο ίσκιους ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν και δεν φιληθήκανε  ποτέ
και βαρύ φορτίο έχουν στη πλάτη, των νεκροταφείων τους μαραμένους επιταφίους

και μια ασήκωτη και πικρή σαν δάφνη μοναξιά.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Πένθιμος ύμνος της αγάπης

Μην μιλάς, είναι ασέβεια, άκου! οι πέτρες ραγίζουν
καθώς το φέρετρο μιας τελειωμένης αγάπης στο τάφο κατεβάζουν,
και τα δάκρια πικρά, μιλάνε δυνατά, σαν αργοσταλάζουν :
σβήστε τον ήλιο, πάρτε το φεγγάρι,  αλυσοδέστε το, κι ύστερα
μαχαιρωμένο ρίξτε το στο ποτάμι, το νερό του κόκκινο σαν αίμα να το κάνει,
κλείστε τα ραδιόφωνα κι αφήστε ελεύθερα τα σκυλιά, κάντε τα ν’ αλυχτούν
θρήνος και κλάμα ν ‘ ακουστεί, να ξεραθεί η πλάση,
πάρτε  σιδεριές,  ραβδίστε τα τριαντάφυλλα
να πέσουνε τα πέταλα, να μαραθούν, να ξεραθούν
τίποτα όμορφο ξανά να μην υπάρξει
σβήστε τα φώτα, σκεπάστε με μωβ κορδέλες όλα τ’ αστέρια
κι ύστερα ανάψτε ένα μόνο κερί, το φως του να είναι αμυδρό
σκιές τη γη να τη σκεπάσει, πιο σκοτεινή να είναι κι απ’ τον Άδη
σχίστε τα ημερολόγια, καμία εποχή να μην ξανάρθει

μονάχα για πάντα χειμώνας, βαρύς και σκοτεινός,  τον κόσμο να σκεπάσει

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Τ’ όνειρο μου, εσύ!

Πολλές ελπίδες και κρυφοί πόθοι έχουν μαζευτεί στα σύννεφα,
κι οι άγγελοι μ’ απονιά έχουν σφραγίσει τα σύνορα,
παραμονεύουν μόνο οι Eρινύες, αλλά ακόμα κι αυτές επιλέγουν,
έχουν τη δική τους ηθική

Και πέφτει απόψε ένα φως αλλιώτικο,  παράξενα ερωτικό,
ντυμένο με μια γλυκιά μελαγχολία,
κρυώνω,  ακόμα και τα όνειρα μ’ έχουν απαρνηθεί
κι η μοναξιά σαν κρύος αέρας ασελγώντας, σπάζει τη σιωπή

Μόνο ένα  αφύλακτο όνειρο έχει ξεμείνει στη γη
σαν μια πληγή που αιμορραγεί , και βάφει κόκκινα
τα σώματα μας καθώς χύνονται το ένα μέσα στο άλλο,
και πέφτει μια γλυκιά σιωπή από τα  μάτια σου,

γίνεται όμορφη η μοναξιά, όταν τα όνειρα μου γίνονται, εσύ!
Πόθος
Σε παρακολουθούσα, φανερά αποκομμένη,
βυθισμένη ήσουν σ’ ένα κόσμο δικό σου
και κάθε λίγο άλλαζες  καρέκλα,
τα μάτια σου το μαρτυρούσαν καθώς έκλειναν ηδονικά
πως σε μια αγκαλιά φανταζόσουν πως ακουμπούσες
άκουσες το κάλεσμα της βροχής, πέταξες τα ρούχα
κι αφέθηκες στα χάδια της με πρωτόγνωρη λαγνεία,
ξάπλωσες στη λάσπη και κτυπιόσουν
και κάθε τόσο σου ξέφευγαν φθόγγοι και λαρυγγισμοί
στροβιλιζόσουν μαρτυρικά, σαν ναρκωμένη,
βουλιαγμένη σ’  ένα πυρωτικό κι ερωτικό παροξυσμό
κι οι κινήσεις σου φανέρωναν ένα ανικανοποίητο

αρχέγονο και  ζωικό ερωτισμό.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Πρωινή οπτασία

Τι όμορφα που έδεσε στην αμμουδιά το νοτισμένο πρωινό,
κι  αυτή η Μυρωδιά από αλμυρίκια κι οι κραυγές από τους γλάρους,
σαν τραγούδι ξεδιπλώνονταν καθώς ο ήλιος πλενόταν στη θάλασσα,
σαν αγάπη χαμένη, σαν χάδι ξεθωριασμένο,
και να η μορφή σου! Μέσα στο σύθαμπο να αναδύεται από τα κύματα,

βήματα δεν ακούστηκαν, ο αέρας ακίνητος, σιωπή,
κανένα χρώμα δεν είχε πλέον όνομα, και κανένας γνώριμος ήχος,
ήταν σαν να μην είχα ζήσει ποτέ μου, σαν να μην είχα νοιώσει ποτέ
τη γεύση του καλοκαιριού και του κόκκινου κρασιού τη ζάλη

μια στιγμή απέραντη, ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει,
και ποτέ μετά δεν θα υπάρξει ξανά

σε κάθε βήμα σου φύτρωναν κρίνα στην άμμο
και σε κάθε ανάσα σου άνθιζαν, κι έσκυβα να τα μυρίσω

δεν τόλμησα πολλά να σου ζητήσω, παρά μόνο,
δώσε μου μια ανάσα σου παντοτινά να ζήσω

να έχω τη δύναμη ολοκληρωτικά να σ’ αγαπήσω.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Αγάπη

Αγάπη! άκου τι όμορφα ηχεί,
ναι, έτσι θα σε ονοματίζω εγώ, Αγάπη!
αχ! Και να ‘ξερες πόσο όμορφα με γεμίζει σαν σε φωνάζω, Αγάπη!
με τυλίγει απαλά σαν τη βροχή που πέφτει αργά το βράδυ,
Αγάπη! σαν θρόισμα μ’ ακούγεται πρωτοπέτακτου πουλιού,
και πόσο απαλά μου χαϊδεύει τη ψυχή, ανατριχιάζει,
κι αντάμα τραγουδά με τ’ αστέρια σαν τα μαδώ απ’ τον ουρανό
στρώμα να τα βάλω στο δικό σου το κρεβάτι,
Αγάπη!  σαν ψίθυρος απ’ το αίμα π’ αργοκυλάει στο κορμί μου
και συλλαβίζει τ’ όνομα σου, Αγάπη!
σαν αναπνοή μικρού παιδιού ακούγεται,

σσς… μίλα σιγανά μην τυχόν  και τη τρομάξεις.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Η ποίηση

Τι ποίημα  να γράψεις,
όταν πίσω απ’  τη πόρτα που στέκεσαι
δεν υπάρχουν χέρια να τη χτυπήσουν
και μόνο ο άνεμος περνά;

Κρατάς στο χέρι το μολύβι
και με το βλέμμα σου επίμονα  ψάχνεις
να βρεις λέξεις  βαμμένες σ’ αποχρώσεις ελπίδας
και ξεφυλλίζεις αθόρυβα σελίδες
σκεπασμένες από καιρό, με σκόνη και σκουριά
μιας αφόρητα αβάστακτης μοναξιάς

Τι ποίημα να γράψεις,
πέτα το μολύβι και τα λεξικά,
η ποίηση δεν είναι λέξεις
είναι κομμάτια της καρδιάς,

γι’ αυτό και είναι μελαγχολικά.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Στιγμές

Δεν ήταν ο άνεμος, ούτε κι η βροχή
παρά κάτι σπασμένοι φθόγγοι και λέξεις ιδρωμένες
που ξέφευγαν απ’ το λαρύγγι του
καθώς έσκυβε μ’ ευλάβεια και φιλούσε τον αστράγαλο της

Με τα χείλη ανέβηκε πιο πάνω και την στιγμή
που οι ρόγες της άγγιξαν  το στόμα του,
γρύλλισε σαν αγρίμι και με δύναμη και άξεστο τρόπο
χούφτωσε δυνατά τους μηρούς της και την έκανε όρθια δική του,
κι αυτή του έλεγε πρόστυχα λόγια, και με τα νύχια,
τον κρατούσε αιχμάλωτο μέσα στο κορμί της.



Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Πόθος

Νύχτωσε, κι ο πόθος ουρλιάζει,
αγρίμι μοιάζει που ξαγρυπνά,
με  χείλη φλογισμένα ταξιδεύει στο κορμί σου,
ψάχνοντας τον πολύτιμο, κρυμμένο σου ανθό,
γίνεται τότε φιλί υγρό  και τον γλυκοποτίζει,
τα σέπαλα του ανοίγουνε, δροσιά στα πέταλα του
και βίαια γέρνει  ο στήμονας στον ύπερο

κερνώντας τη δίψα του  με άγριο οργασμό

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ιθάκη

Γέμισαν οι δρόμοι ανθρώπους σκυφτούς και σκυθρωπούς
Χωρίς ίχνος χαμόγελο στα χείλη και με βήματα βαριά
Έχουν πεισθεί πως όλα είναι ένα ψέμα
Και καμιά Ιθάκη πλέον δεν τους καρτερά
Άνθρωπε ξύπνα, κοίτα μπροστά σου και προχώρα
Άνοιξε τ’ αυτιά σου στις σειρήνες, πέρνα χωρίς φόβο
Από την Χάρυβδη και τη Σκύλλα,
Ξέχνα το πλάνο φιλί της Κίρκης και την Καλυψώ
Μπορεί ν’ αργήσεις, ίσως στο σπίτι σου γέρος πια γυρίσεις
Όμως σαν φτάσεις και της Πηνελόπης  το κορμί γευτείς
Τότε θα δεις πως άξιζε όλη αυτή η διαδρομή
Και νέος πάλιν θα γενείς, παιδιά θ’ αποκτήσεις

Και μια νέα αυγή για σένα θα ροδίσει

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014


Τώρα είναι αργά

 

Σου είχα χαρίσει έναν ήλιο δικό σου

που καιγότανε μόνο για σένα,

μα δεν σου αρκούσε, κι απερίσκεπτα

τον κλείδωσες σ ένα υπόγειο

κρύο κι υγραμένο για να τον έχεις,

όπως έλεγες και γελούσες,

μετά, τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Τώρα που οι μέρες έγιναν βροχερές

κι έξω φυσάει λεπίδια ο αέρας

και την πόρτα δεν σου κτυπάει κανείς

θυμήθηκες τον ήλιο που ήτανε ολόδικος σου,

πήρες το σκουριασμένο πια κλειδί να τ’ ανοίξεις

μα βρήκες μόνο νεκρές αναμνήσεις

κι αποκαΐδια από μι’ αγάπη που κάποτε

έλαμπε σαν ήλος για να ζεσταθείς.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014


Εσύ

 

Απόψε σε σκέφτομαι πολύ, σιωπή,

ακούγεται μονάχα τ’ όνομα σου

και δεν είναι κανείς, ούτε κι εγώ,

παρά μόνο είναι η φωνή της ψυχής μου που σε καλεί

Απόψε απεγνωσμένα στους δρόμους τριγυρνώ

σαν ναυαγός στη σχεδία κι αργά με καταπίνουν τα σκοτάδια,

κοιτώ τα πρόσωπα των περαστικών κι είναι όλα εσύ

εσύ το ταξίδι, εσύ ο δρόμος, ο ουρανός,

εσύ η διαδρομή, εσύ κι ο προορισμός,

Απόψε σε θέλω πολύ, και σ’ ένα παιγνίδι μέσα

από απανωτούς σπασμούς και σιωπές

ανάβω φωτιές στο κορμί μου να ραγίσω το πηχτό έρεβος

την μορφή σου απόψε που έχω τόση ανάγκη να δω,

κι έχει ένα φεγγάρι χλωμό, μαχαιρωμένο που αιμορραγεί,

μια σταγόνα του είσαι εσύ που θέλω μέσα της να πνιγώ.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014


Απόπειρα γραφής

 

Όλες οι λέξεις απόψε έχουν την ίδια γνωστή φωνή,

χιλιογραμμένες, ανούσιες, χωρίς χρώμα και μυρωδιές,

βαριεστημένα τραβάω ευθείες τεμνόμενες γραμμές,

κι έτσι ξαφνικά, δίχως να το σκεφτώ

χωρίς οίκτο πετώ το παλιό μου τετράδιο που περιέχει

ορθογραφημένες σκέψεις και σημειώσεις, και φωνάζω,

καιρός να γράψω αλλιώς
 

Μαυρομολυβιάζω με πάθος λευκές σελίδες,

με μια αλφαβήτα αλλιώτικη, γεμάτη καμπύλες,

δεν περιέχει σύμφωνα και φωνήεντα

παρά μόνο  μήτρες και φαλλούς

τις παρακολουθώ να συνουσιάζονται

και να σχηματίζουν λέξεις νεογέννητες

που γεννοβολούν όνειρα και ελπίδες ζωής.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014


Άτιτλο


Ίδιοι τελικά οι δρόμοι της ζωής μου; μα πως; δεν γίνεται,

όλο τα ίδια σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο,

μόνο κάποτε κι αραιά με επισκέπτονται τα βράδια στα όνειρα

αλλά και στο ξυπνητό μου, κάτι σιχαμερές κόκκινες παπαρούνες

που μου θυμίζουν πως το αίμα δεν πάει χαμένο και πως γίνεται

μόνιμος εφιάλτης των αδίκων
 

Και νάμαι πάλι στο σταθμό, να ξημεροβραδιάζομαι και να περιμένω,

άραγε μάταια; ποιός να ξέρει; αλλά και τι σημασία έχει πλέον

να διερωτώμαι πόσο απόθεμα ζωής να έχω ακόμα;

Και το πρωινό, ψυχρό σαν δικαστικός επιδότης, τυπικός στο ραντεβού του

έρχεται και παρασέρνει την απόφαση της καταδίκης μου,

και επιδένει με επιδέσμους την πληγωμένη μνήμη που ακόμα αντέχει
 

Δεν θέλω πια να σας μιλώ για τη βροχή, για τον αέρα,

ούτε για τα λουλούδια και τα δέντρα, ούτε γι’ αγάπη,

μα ούτε για τους κρυφούς μοναχικούς θανάτους

απλώνω φτερά σε μια μητριά πατρίδα όπου όλοι ίδιοι είναι οι άνθρωποι,

γκρίζοι με πεσμένα φρύδια και πλατειασμένα στόματα από τα παρακάλια,

και τα μάτια τους πετρωμένα από την προσμονή, κοιτάζουν στο ίδιο αόρατο τοπίο.

 

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014


Το τίμημα
 

-          Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;

-          οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον απ’ ἐμοῦ  

και πέρασες μπροστά απ’ τα τυφλά μάτια μου το κεφάλι του Ευαγγελιστή
 

Από τότε μέσα στην άπνοια της ζωής μου

σ’ έψαχνα εκεί που όμορφα ανθίζει η σιωπή κι ο άγριος δυόσμος,

στους τόπους που ταξίδευα για να σε συναντήσω κάθε νύκτα,

ποτέ όμως δεν σε είδα, γιατί μόνο όταν κοιμόμουν ερχόσουν εσύ
 

Σε βρήκα χρόνια μετά στους Δελφούς, το βλέμμα  σου

κυμάτιζε σαν αφρός στα χείλη ενός σιντριβανιού

που χύνονται μέσα όλα τα αγριεμένα ποτάμια της ψυχής
 

- Αιματηρή συναλλαγή τελικά η αγάπη μου είπες δαφνομασώντας

 

 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014


Αναμνήσεις

 

Σαν ίσκιος τριγυρίζω σ’ ένα εγκατελειμένο χώρο στάθμευσης,

μπερδεμένος στην αποστήθιση παλιών αναμνήσεων,

τώρα πια έχουν ξεθωριάσει σαν σκισμένες αφίσες,

κι όσο πιο παλιές, τόσο πιο βαθιά τ’ αποτυπώματα στο τοίχο,

ανατριχιάζω όταν ακούω να τρίζει βγαίνοντας η βελόνα που τις κρατά,

σαν να μου φωνάζει, μην με πετάς, ακόμα μια ελπίδα μου χρωστάς,

και θα ‘ρχομαι, να με καρτεράς τα βράδια που ξαπλώνεις.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014


Εξουσία

 

Μια βδέλλα είσαι κι εσύ, ρούφα όσο αίμα θες,

φώναξε κι άλλους σαν εσένα αν το θες, άλλωστε αυτό έκανες πάντα

με ξένα δεκανίκια περπατούσες και με Εφιάλτες συνωμοτούσες,

να το ξέρεις όμως καλά, η αληθινή εξουσία, είναι η εξουσία των ονείρων μας

και τα δικά μας όνειρα έχουν το χρώμα και τη μυρωδιά της βρεγμένης γης

έχουν τη λάμψη του ήλιου μας και τη δύναμη τ’ αέρα

έχουμε για λάβαρο τον ουρανό, κεντημένο με αστέρια

και μην ξεγελιέσαι, δεν μας τρομάζει η φτώχεια, η αδικία  κι η μιζέρια,

αντέχουμε, κύμα θα γίνουμε  όλοι μαζί και θα σε πνίξουμε μια μέρα.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες

 

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014


Απουσίες (3)

 

Κι αυτή η νύχτα ξέρει πως να με πονά, και δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι,

κουβαλά μαζί της την απουσία σου, και μου κτυπά τη πόρτα με το δικό σου

το βελούδινο χέρι, ανοίγω μα δεν είναι κανείς, ουρλιάζω,

ακόμα ένα παιγνίδι του σαλεμένου μου μυαλού,

δεν το αντέχω άλλο αυτό το βασανιστήριο κι αυτή τη μυρωδιά σου

που κυκλοφορεί υγρή τις νύχτες στη κάμαρα μου

βάφοντας τους τοίχους με τ’ όνομα σου σε χρώμα

κόκκινο βυθισμένων φύλλων του φθινοπώρου

ούτε αυτό το θόρυβο από τα βλέφαρα σου που δεν λέει να σωπάσει

και τόσο μοιάζει με το θρόισμα των τρεμάμενων χεριών μου την ώρα

που ταξίδευαν στις γόνιμες κοιλάδες του κορμιού σου

δεν τις μπορώ άλλο αυτές τις κραυγές μας, μοιάζουν

σαν τρομαγμένου γλάρου φωνές που ορμούν στη κάμαρα μου

και κρύβονται στις σκιές των δοκαριών
 

Μαζεύομαι στην άκρη ενός σιντριβανιού καταμεσής σου,

φτερούγες πύρινες ξεπηδούν, θέλουν να με καταπιούν

αχ! πόσο μοιάζουν με τετράφυλλο λουλούδι από σάρκα,, 

κι αυτό το φλιτζάνι που άγγιξαν τα δυο σου χείλη, τ’ ακουμπώ ευλαβικά

στ’ αυτιά μου, κι ακούω όλα όσα δεν μου είπανε ποτέ
 

Κι αυτή η νύχτα ξέρει πως να με πονά, με παίρνει απ’ το χέρι

και με κουβαλά πάντα μαζί της σε κακόφημα μέρη και οίκους ανοχής

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014


Απουσία (2)

 

Πως ποθώ απόψε να περάσει γρήγορα το βράδυ

δεν αντέχω ν’ ακούω τους θλιβερούς μονόλογους των νεκρών μου,

κι αυτός ο σκοτεινός κι έρημος διάδρομος της μοναξιάς

πως μου φαίνεται τόσο μακρύς και ατελείωτος,

κοιτώ αυτές τις γκρίζες σκιές που απλώθηκαν στο πάτωμα

και τρομάζω, σαν τεράστια χέρια μοιάζουν, που απειλητικά

ξεφυσούν από απύθμενα και στεγνά πηγάδια και με φωνάζουν
 

Το ξέρω, σαν ξημερώσει κανείς δεν πρόκειται να ψάξει να με βρει,

οι άνθρωποι από καιρό με αποφεύγουν, αφού δεν αντέχουν

τη μυρωδιά της νεκρής μου ψυχής, μόνο κάτι ψωριασμένα βρώμικα

σκυλιά που θα γαβγίζουν θα με μαρτυράνε γρατζουνώντας τη πόρτα μου
 

Αγάπη μου, πως ποθώ απόψε να ακούσω για τελευταία φορά τη φωνή σου,

να ντύσω με τη βραχνάδα της την απουσία σου και να τη κάνω προσκέφαλο μου

πριν στον Αχέροντα ξαπλώσω και σε μήτρα σκοτεινή με οδηγήσει

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014


Ο νεκρός

 

Κάθε σούρουπο κοιτάζω απ’ το παράθυρο στ’ απέναντι σπίτι

τη γυναίκα να σταυροκοπιέται και να σκεπάζει με ευλαβικά  εικόνες της Παναγίας,

τη βλέπω ν’ απλώνει τα χέρια και να καρφώνει ένα φεγγάρι χειμωνιάτικο

στο διάφανο πέτο τ’ ουρανού, κι ας είναι καταμεσής τ’ Αυγούστου,

φωτιά που καίγεται κι αλλάζει σχήματα το κορμί της, καθώς

ετοιμάζεται αργά με στοιχειωμένες κινήσεις αναρωτιέμαι,

ποιας ανάγκης ανέμους άραγε αγκαλιάζει κ’ ερωτεύεται;

η μεταμόρφωση αέναη και πληθαίνουν οι ρυτίδες του σάπιου της τοίχου

ο αέρας βαρύς, μυρίζει, κάποιος ανάμεσα μας είναι νεκρός, φωνάζει,

τώρα που βραδιάζει θα  βρούμε στ’ αλήθεια ποιός είναι.

 

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014


Συναπάντημα

 

Είναι αλήθεια ότι ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες πραγματικά

και τώρα δακρύζεις ακούγοντας  ένα δελτίο μεταθανάτιων ειδήσεων,

ίσως δεν γνώριζες ότι η διαδρομή που έκανες ήταν κυκλική,

όσο μακριά και να πήγαινες, κάποτε μοιραία θα σ΄ έφερνε κοντά στους όμοιους σου

και μετά από μια χαμένη πορεία να ψάχνεις να συναντήσεις το παλιό σου εαυτό,

κατακτητής, διψασμένος για κορμιά που δεν έμελλε να αγαπήσεις ποτέ

κι όταν έκανες  έρωτα νόμιζες ότι πραγμάτωνες μια φυγή, μιαν όμορφη απόδραση

λες ότι, δεν εκμεταλλεύτηκες και δεν καταχράστηκες αλλά συντρόφευες

σ ένα κυνήγι νέων συναισθημάτων διαρκείας

τώρα στέκεσαι όμως εδώ, απέναντι μου και με κοιτάς

λες πονάς, ναι σίγουρα πονάς, γιατί η ιστορία των νικημένων

γράφεται πάντα με αίμα και απώλειες, κι εσύ που δεν φοβόσουν κανένα

και όλους τους νικούσες, τώρα σιωπάς στα κτυπήματα των αναμνήσεων

φωνάζοντας ότι τα όνειρα,  ψέματα είναι τελικά,

και αυτή η λήθη, αυτή η λέξη που μου τσαμπουνάς συνέχεια στ’ αυτιά,

αυτή η λήθη και η συμφιλίωση με το δήμιο του αύριο, δεν είναι δυνατή,

γιατί αυτή είναι η αόρατη πλευρά της πραγματικότητας που πονά

είναι μια φωνή που ακόμα δεν είπε τη τελευταία της λέξη,

εσύ κι εγώ τώρα επιτέλους συναντιόμαστε στ’ αλήθεια

συνδαιτυμόνες που μοιραζόμαστε την ήττα αλλά δεν επιδεικνύουμε τις ουλές μας

γιατί οι πιο βαθιές δεν είναι ορατές

θέλεις τώρα να σ αγκαλιάσω σφιχτά, να σου κτυπήσω τρυφερά τη πλάτη και να σου πω, γεια, και να
 
προσέχεις, θα το κάνω, αλλά ίσως και να μην χρειαστεί να στο πω, θα το νοιώσεις από τη δύναμη της
 
 αγκαλιάς

όμως μην θλίβεσαι, γιατί αυτό σου το ταξίδι σου πρόσφερε πολλά

σου αφαίρεσε και  σου ακύρωσε τη ταυτότητα και σε μεταβίβασε στη διαφορετικότητα, έτοιμος
 
είσαι πλέον να αποδεχτείς το ανείπωτο,

και σε φίλεψε με μια συνείδηση που φουρτουνιάζει και δεν βολεύεται

και ξέρεις πλέον καλά, πως η ζωή περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα,

τον πόθο για γυναικεία κορμιά, για την αλήθεια, την δικαιοσύνη και την αποδοχή.

Οι φίλοι μου

 

Οι δικοί μου οι φίλοι έχουν τη μεζούρα της αλήθειας στη καρδιά

και φοράνε ένα μαύρο κυκλάμινο στ’ αμίλητα τους χείλη,

έχουν σημαδεμένα κορμιά από τις μηχανές παραγωγής

και δίνουν όρκους του μεσημεριού πίσω από τις θημωνιές

 

Με φλογισμένες ανάσες κάνουν έρωτα γελώντας δυνατά

και τρώνε σε εστιατόρια με βρώμικα αποχωρητήρια και λιγδιασμένα τραπέζια

γεμάτα με ξεκούμπωτα θηλυκά και γυμνά αντρίκεια στήθη

και το βράδυ στο φως του λυχναριού, πίσω απ’ τις μισάνοιχτες γρίλιες

ψάχνουν σιωπηλά στο ευρετήριο απωλειών

 

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014


Αφέλεια...

 

Πόσο αφελής ήμουν τελικά, νόμιζα πως μπορούσα να σε κατακτήσω,

να διεισδύσω μέσα σου χωρίς απώλειες, χωρίς να γενώ αιχμάλωτος σου,

νόμιζα πως σαν χαρταετός θα έσχιζα τον ουρανό σου

ελεύθερος θ’ αλήτευα κι ύστερα μακριά σου θα πετούσα

δεν μπόρεσα να δω όμως πως πίσω μου ένα σπάγγο αμολούσα
 

Κι αυτοί οι ερωτικοί μας στεναγμοί, οι ηδονικές φωνές μας,

και τα αγαπημένα μας βρώμικα λόγια που ψιθυρίζαμε γελώντας,

πίστευα πως θα ξεχαστούν και σαν ηχώ θα σβήσουν,

να όμως που πάλι γελάστηκα και τελικά κατέληξαν να είναι

σημάδια ανεξίτηλα  στης κάμαρας το τοίχο
 

Κι όλα εκείνα τα ατελείωτα ζευγαρώματα και οι δυνατές αγκαλιές μας

δεν τ’  αντιλήφθηκα πως ήταν μια νέα αρχή  κάθε φορά που τελειώναμε,

και μια νέα ένωση εκεί που διαμελίζαμε τα κορμιά μας

κι εκείνο το βλέμμα σου καθώς δραπέτευε από τα  μάτια  σου,

τα σβησμένα από της ηδονής τη γλύκα, μ ένα μικρό θάνατο

χαμογελώντας με κερνούσε

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Ναυαγός


Μεσοπέλαγα ερημικό νησί είναι το κορμί σου, άλλο εγώ δεν θέλω, γι’ αυτό ναυάγησα και σύρθηκα στις άγριες ακτές σου Και τώρα να’ μαι ξαπλωμένος στην πυρωμένη άμμο σου να επαιτώ λίγο νερό, στάλας δροσιά να πιω απ’ τα φιλιά σου και χωρίς καμιά ντροπή να σου προσφέρω την αγάπη μου ντυμένη μ’ εκείνες τις λέξεις τις βρώμικες που συνοδεύουν το πιο λαμπρό μυστήριο της σάρκας που καίγεται από λαχτάρα κι ύστερα να σ’ ορκιστώ πως θα υπηρετώ τα μάτια σου θα σκαρφαλώνω στους λόφους του κορμιού σου και με τα χείλη μου θα σβήνω τον πόθο των χειλιών σου

Έτσι, ίσως λέω έτσι,

 

Την αποσαρκωμένη σκιά σου σκάβω με τα νύχια μου

ψάχνοντας χαραμάδα μέσα σου να χωθώ

έτσι , ίσως λέω έτσι, μπορέσω να σ’ αγαπήσω ακόμα περισσότερο

και χωρίς να φοβάμαι, το θάνατο μου να υποδεχτώ, χαρίζοντας του

όλα τα όνειρα μου για σένα, ανέγγιχτα έτσι θα μείνουν,

δεν θα μαραθούν  στο πέρασμα των ημερών

έτσι , ίσως λέω έτσι, θα υπάρχω για πάντα, μέσα σου θα ζω,

θ’ αναπνέω απ΄την ανάσα σου,  θα δροσίζομαι στα χείλη σου

και με τη φωνή σου αιώνια θα φωνάζω, σ’ αγαπώ

 

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014


Η απουσία

 

Νύχτωσε. κι έτσι κουλουριασμένος στη γωνιά της κάμαρας μου

κάνω παρέα με τις απουσίες μου κι αγκαλιάζω τη μοναξιά,

κι ο θάνατος πάντα εδώ, ακοίμητος, θορυβώδης μέσα στη σιωπή του

κι αυτό το βαρύ συναίσθημα ότι αμέλησα το καθήκον μου,

κάτι έχω ξεχάσει κι ίσως δεν προλαβαίνω να κάνω

και το αίμα μου δεν ηρεμεί,  κι αυτές οι λέξεις,

αχ! αυτές οι λέξεις που αργοσαλεύουν κοιμισμένες και αιωρούνται

μέσα στο δωμάτιο μου κι είναι γεμάτες ανυπόφορη αναμονή

τι να θέλουν άραγε να μου πουν; έλα όμως που φοβούμαι να τις ξυπνήσω,

τις βλέπω να κινούνται κυκλικά με χάρη, και ν’ αποθέτουν κύκλους
 
τον ένα πάνω στον άλλο με ακρίβεια, σχηματίζοντας ένα πέρασμα με φως,
 
αναρωτιέμαι που να οδηγεί, κι αυτός ο ανεπαίσθητος θόρυβος που κάνουν είναι θλιβερός,

σαν τον ματωμένο άνεμο που ξετρυπώνει μέσα από αγκάθια ξερά,

ναι αυτό θα κάνω, θα προσποιηθώ ότι δεν τις βλέπω, δεν τις ακούω

ή ακόμα καλύτερα θα προσποιηθώ τον θάνατο μου.

 

Βαδίζοντας στη κόψη του έρωτα

 

Αγάπη μου, απόψε δεν ψάχνω λόγια όμορφα για να σου πω

και δεν ξέρω από που ν’ αρχίσω, χάνω τον έλεγχο,

κάνω πέρα τα προσχήματα, σπάζω τα καθώς πρέπει,

στα πόδια σου γονατιστός σκύβω κι υποκλίνομαι

στ’ ολόγυμνο κορμί σου, οσμίζομαι τον ιδρώτα σου

σαν ζώο ορέγομαι το μέλι που κρύβεις στη πηγή σου,

και σε παρακαλώ, χάνω τον εαυτό μου, φλέγομαι

ποθώ σαν κάστρο να σε κουρσέψω, έτσι χωρίς αβρότητα,

άλλωστε δεν τη χρειαζόμαστε αφού το ξέρεις σ’ αγαπώ,

έλα κι εσύ αφέσου, στα χέρια μου να σε κρατώ με δύναμη

και με τη βιασύνη ενός αγροίκου αρσενικού που θέλει μόνο

να σε κατακτήσει, το πόθο το πυρωτικό για σένανε να σβήσω
 

Αγάπη μου, θέλω να δω τα μάτια σου να κλαίνε

όχι από πόνο αλλά απ’ την υπέρτατη ηδονή

αφού πριν από κάθε σου κύτταρο, πρώτα το μυαλό,  οργασμό

πρωτόγνωρο, δυνατό, καταρρακτώδη απόψε θα γνωρίσει

 

Αγάπη μου, απόψε θέλω να χωθώ όσο πιο βαθιά μπορώ

στ’ όμορφο κορμί σου, τα σπλάχνα σου να τα γευτώ,

ν’ αγγίξω τη ψυχή σου, κι η φωνή σου βραχνή, πηχτή, και

περισσότερο θερμή απ’ το ίδιο σου το σώμα

να με παρακαλάει, και με πρόστυχη τόλμη οι κινήσεις σου

να φανερώνουν έναν ακράτητο ζωικό ερωτισμό

μια πείνα μόνο για σάρκα που φλέγεται για σένα

 

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014


The foreigner

Alone, counting my steps on the road

people and lights, flashing around me

feeling I’m touched by the wave of loneliness.

I looked around me gazing at golden angels

Alive, made of paper and plastic

looking at me and saying that

I had, like you had, like everyone had

the right to enjoy and my share of dreams

Yes! To the dream that you live with your eyes open

and your soul throwing away all the old burdens

mesmerized by beauty and love.

I, like you, would  like to walk the street

Loaded with bags and packages,

Wrapped in colourful paper and glittering ribbons

getting into my den and putting them in a row

A toy train for Selim, a doll for Rania

A shawl painted with the colors of love, for Samira

So maybe I can soften the pain of their absence

and quench my soul that freezes in my loneliness.



A political refugee, a hunter of a dream

An illegal immigrant of joy and hope

‘Rasiint’ is my name not 'foreigner'

my loved ones
are away, in another land

and only my thought can touch them.

Looking at the sky

I stacked upon a falling star

My own gift

‘I miss you…I love you so much’.

 

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014


Πορεία

 

Ξεριζώθηκα από τα σπλάχνα ενός αυθύπαρκτου, ζωντανού κι ακοίμητου κόσμου

Αυτός είναι η μάνα μου και με κοιτά ατάραχα με μάτια που συνέχεια κινούνται

Μέσα μου κατοικούν ακόρεστοι θεοί, που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω μου φορτωμένη με
 
ηθικές επιταγές κι έχουν στόματα ανοικτά που αχόρταγα χάσκουν στάζοντας αίματα και κομμάτια
 
σάρκας δικής μου και των αδελφών μου

Τι σημασία έχει αν φωνάζω δυνατά ή πνίγομαι στη σιωπή

Αν βρίζω ή αν προσεύχομαι, αν μαχαιρώνω ή χαϊδεύω

Πιστά, ναρκωμένος την ακολουθώ στο τάφο που η ίδια για μένα έχει σκάψει

Στην πορεία μου συζητώ για τις ποιότητες της μοναξιάς μου, εκεί μονάχα

βρίσκω τον εαυτό μου και τον λόγο της γέννησης μου, και καθώς

αντιλαμβάνομαι το αμεταβίβαστο και το πολύτιμο της ύπαρξης μου

τα μάτια της ξεχειλίζουν με ξαφνικές στάσεις, και

μια ανταύγεια του παρελθόντος καθρεπτίζεται μέσα τους,

Ο Θεός ορίζει το θάνατο μου, ο Θεός κατοικεί εντός μου.

Και να! Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου

απρόσκλητες εισβάλλουν στη κάμαρα μου

Μου κτυπάνε τα βλέφαρα και μου γρατζουνάνε τα μάτια

κι ότι αγγίζουν το κάνουν διαμάντια, κι  απ’ έξω τα πρώτα γαυγίσματα,

οι πρώτοι ήχοι κι οι λεπτομέρειες των δρόμων να γλιστράνε ως εδώ

κουβαλώντας αντιθέσεις  χρωμάτων, συμβιβασμούς

κοινωνικές διαφορές ανισότητες και προσαρμογές των ηθών
 

Η πρώτη γουλιά του καφέ στο καφενείο με τη ψάθινη καρέκλα

κι οι μυρωδιές απ’ το παραδίπλα φούρνο να μου γαργαλάνε τη μύτη

Τα πρώτα κλαψουρίσματα των βρεφών και οι φωνές της μάνας

και να ο πρώτο κόμβος να αιωρείται μέσα μου

να θέλει να σταθεροποιηθεί, αλλά δεν μπορεί, μετεωρίζεται

και ανεβοκατεβαίνει απ’ το στομάχι στο λαιμό μου
 

Περαστικοί με βαριά και βιαστικά βήματα σηκώνουν σκόνη

που κατακάθεται στο μυαλό μου, και δεν με αφήνει να δω

αυτά που θέλω να δω , παρά μόνο αυτά που φαίνονται

Κι όμως είμαι σίγουρος, τα ένοιωσα αυτά τα μάτια χθες το βράδυ να με κοιτάζουν

μέσα από τα σκούρα τζάμια μιας μαύρης λιμουζίνας που ήταν εκεί όλο το βράδυ

ακίνητη στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά τους την έσκασα, τους κοιτούσα μέσα από τη
 
κλειδαρότρυπα της ντουλάπας μου, και δεν άναψα καθόλου το φως στο δωμάτιο μου
 

Πίνω το κρύο νερό απ’ το βρεγμένο ποτήρι και αναρωτιέμαι

μήπως όλα ήταν της φαντασίας μου. Ο ήχος του όχλου μεγαλώνει

και σχηματίζει κάτι ασαφές, αβαρές αλλά και δραματικό μέσα μου, αναρωτιέμαι μήπως ήταν απλώς
 
 ένα ρομαντικό ραντεβού ή ακόμα μια τυχαία σύμπτωση και

προσπαθώ να ακυρώσω την οδυνηρή πραγματικότητα
 

Μπαίνω στο μπάνιο και κοιτάζομαι στο θαμπωμένο καθρέπτη

και επιβεβαιώνω ακόμα μια φορά, πως ένα κομμάτι μου έχει μείνει,

για πάντα χαμένο, κάπου εκεί στη κάμαρα που είχα κοιμηθεί.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014


 

Καθεστώτα

 

Νότες μακρινές από μια σκουριασμένη φυσαρμόνικα

κουβαλούσε στις πλάτες του χθες αργά το δείλης ο αέρας

και μια παρέλαση από ήχους και χρώματα γέμισε τη κάμαρα μου,

ήταν απ’ τους ίσκιους των δολοφονημένων μου αδελφών που έμειναν άταφοι

κι απ΄ τις φωνές των παιδικών μου φίλων που είναι στις φυλακές,

στα υπόγεια μπουντρούμια κι οργώνουν τους βράχους με τα νύχια τους,

των πεινασμένων, των διψασμένων όλου του κόσμου

που δαγκώνουν τις λέξεις και στάζουν αίμα, κι έχουν το σκοτάδι για φίλο τους,

ήταν απ’ τις κραυγές αυτών που δεν ήξεραν και δεν είχαν ιδέα από εμβατήρια,

ήρωες, ακάθιστους ύμνους και ιστορία αλλά τους ένωνε η ίδια δίψα

για δικαιοσύνη, κι από φόβο κι άγνοια έστηναν οδοφράγματα κι έκαναν διαδηλώσεις,

ήταν απ’ το θόρυβο των αργασμένων παλαμών των συντρόφων μου

καθώς με τη σάρκα τους σταματούσαν το βόλι από οπλισμένο χέρι αδελφικό,

δεν έκλαψα, δύο σταγόνες δάκρυ είναι  αρκετά, γιατί καλά το ξέρω

το κλάμα είναι άσκοπη φλυαρία και δυναμώνει τη μοναξιά που επιβάλλουν των καθεστώτων τα
 
αιμοσταγή κι απάνθρωπα θηρία.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014


μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη 

 

Απόψε πάλι μια αφόρητα κι αβάσταχτα οδυνηρή μοναξιά

φορώντας άρωμα επιταφίου στα μαλλιά ψηλαφίζει τις πληγές μου

Κλείνω τα μάτια ν’ αφήσω το φως απ’ έξω αφού η θλίψη

γι’ αυτούς που πενθούν είναι ντυμένη στους ίσκιους

και με σπασμένες φτερούγες ζητιανεύω απ’ το φεγγάρι λίγη φωτιά

ν’ ανάψω τη λαμπάδα του ολονύχτιου μου θρήνου

Μια ηχώ, σαν σταγόνα αίματος ξεφεύγει απ’ τη κόγχη των χειλιών σου
 
-σσσς,  μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014


Ποιός Θεός;

 

Το φεγγάρι απόψε διστάζει να βγει,

και τ’ αστέρια είναι σαν παιδάκια ορφανά, χλωμοκίτρινα,

όμοια με δάκρια αλμυρά που στέγνωσαν κι έγιναν

μικρές ατέλειες στον απέραντο τ’ ουρανού μαύρο καμβά

Το είδα κρυμμένο πίσω απ’ ένα σύννεφο κι άχνιζε σαν μακρινή πυρκαγιά

το χέρι του έτρεμε καθώς σημείωνε στο δεφτέρι του

όνειρα, ελπίδες, προσευχές και γλυκές προσμονές

Το ‘δα να σβήνει ντροπιασμένο και τ’ άκουσα να μουρμουρίζει με θυμό,

-σε ποιόν δίκαιο θεό να παραδώσω του πεινασμένου την ευχή,

και πως να του εξηγήσω ότι είναι απλά για μια μπουκιά ψωμί;

 

 

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014


Η γυναίκα π’ αγαπώ

 
Τα φρύδια της γυναίκας π’ αγαπώ είναι σαν γέφυρες καμαρωτές

που τις περπατάω στ’ απογεύματα μου τα μοναχικά

Τα μάτια της είναι σαν λίμνες που στις όχθες τους κάθομαι

κι ακούω ήχους  να σβήνουν σαν φλοίσβος μαγικός

Οι ώμοι της είναι από μάρμαρο λευκό και πάνω τους

σβήνουν σαν καταρράκτες τα μαλλιά της τα σγουρά

Ο λαιμός της είναι λεωφόρος καμωμένος από λευκό κοράλλι

χίλιες νύχτες τον ανεβοκατεβαίνω με πόθο ερωτικό
 

Τα στήθη της γυναίκας π’ αγαπώ είναι σαν κάμπος με στάχυ χρυσό

π’ ολονυχτίς το θερίζω και μου χαρίζει της ζωής πολύτιμο καρπό

Οι ρώγες της είναι σαν κρήνες που στάζουν αγιασμό

αχόρταγος πίνω και δροσίζω τον πόθο μου τον πυρωτικό

Η κοιλιά της είναι σαν δάσος απλωμένο σε άσπρη αμμουδιά

γεμάτο κρυφές σπηλιές που από μέσα τους αχνίζουν φωτιές ερωτικές

Τα πόδια της είναι από μάρμαρο, κολώνες τορνευτές,

δείχνουν το δρόμο προς το λιμάνι της που είναι σαν θόλος τ’ ουρανού
 

Η γυναίκα π ΄αγαπώ έχει στα μάτια της φωτιές

κι όταν με κοιτά η ψυχή μου σαν περιστέρι φτεροκοπά

Η αναπνοή της είναι σαν δροσιά σε φύλλα γιασεμιού

και τα στήθια μου γεμίζω παίρνοντας απ’ αυτή πνοή

Με ποτίζει νέκταρ με τα λόγια της και μου δίνει δύναμη να ζω

στο στέρνο μου όταν γέρνει γίνομαι θεός.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014


Έλα μην αργείς

 

Κάποιος μπήκε απόψε στα σπλάχνα μου απρόσμενα,

δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του, μάλλον θα ήτανε αεράκι ξαφνικό,

όμοιο με νεκρή ψυχή που μόνο ρωγμές ανοίγει, και καθρεπτίζεται

σαν δήμιου σανδάλια, σε πάγο λείο και λευκό
 

φεύγοντας μ’ άφησε άδειο, και με χέρι κομμένο απ’ τον καρπό,

τ’ όνομα σου ζωγράφιζε το αίμα, καθώς έσταζε κόκκινο, ζεστό
 

τροχισμένο ψαλίδι, κι αυτό το βράδυ η απουσία σου

με σπρώχνει να βγω στους δρόμους σαν τρελός,

σε ψάχνω απεγνωσμένα, όπως δεν σ’ έψαξε κανείς

και ανακαλύπτω τα λόγια τα χαμένα στο φως των αστεριών
 

απόψε αγαπημένη μου, σε προσμένω, έλα μην αργείς,

σε νοιώθω να ανασαίνεις μέσα μου όσο σε σκέφτομαι

κι όλος ο πόνος σβήνει στην άκρη των δικών σου των χειλιών

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014


Παγκόσμια Μάνα

 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

κι ήταν σαν να  έτρεχες μπροστά τον θάνατο να προλάβεις,

και να τον κάνεις δικό σου, μετά σε είδα να κρεμάς τη μαντίλα σου

στα δόντια του χάροντα κι είχες τα στήθια ανοικτά

σαν να σημάδευες την εξουσία της παραφροσύνης

με τη κάνη του πόνου σου για να θάψεις το νεκρό γιο σου
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

γονατισμένη ήσουνα μπροστά σε ένα τσακισμένο σώμα ριγμένο

πάνω σ ένα κρεβάτι χώμα, και καθώς οι ματωμένες άκρες των μαλλιών του ακουμπούσαν στα κομμάτια μιας οβίδας

κόλασης φωτιές έζωναν το κορμί σου και εσύ μάταια έψαχνες ένα όνομα

να φωνάξεις, ξέχασες στη θλίψη σου πως οι Θεοί τα κρατούν μυστικά
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

μα ήσουν αλλιώς, τα μάτια σου ολοένα  βάθαιναν και

το μέτωπο σου ήταν μια τεράστια αυλακιά

και  τα χέρια σου γίνονταν όλο και πιο δισταχτικά, όμοια

με φύλλα ξερά, κι ανίκανα έπεφταν σε ματωμένα σεντόνια

καθώς η λύπη οδηγούσε την αφή σου σε  παλάμες πετρωμένες σε σχήμα γροθιάς

γιατί ήξερες πλέον ότι αγαπάς για πάντα έχει πεθάνει και

πως δεν μπορείς ν’ αναστήσεις τον ήλιο αφού νεκρώσει
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις

κατάλαβα πως μετρούσες όχι με πόσες γέννες, αλλά

με πόσους θανάτους θα έπρεπε να ζήσεις, και σε είδα

να οπλίζεσαι με χαμόγελο για να φοβίσεις το θάνατο,

κι άφηνες ελεύθερα το δάκρυ στη γης για να ποτίσει

κι ας το ένοιωθα πως ήξερες ότι δεν είναι λουλούδια, αλλά

είναι που άνθισαν οι νεκροί γιοι που έθαψες και φυτρώσαν 
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

την ώρα που σφαγιάζαν πάλι την αλήθεια

και τη στιγμή που ματώναν οι κατάλευκες σημαίες,

με σφιγμένη τη γροθιά και μ’ ένα κοπάδι ήχων της λύπης που περίσσευε

αποχαιρετούσες τα παιδιά σου που σαν λυπημένα κρίνα

πέθαιναν και τη μοιραία τους λάμψη εσύ θρηνούσες

θανάσιμο κρύο στο στόμα τους την ώρα που έσβηναν και

φώναζαν τ’ όνομα σου,  Μάνα
 

Μάνα, απόψε σε είδα στις ειδήσεις,

έψαξα στο βλέμμα σου και είδα τη ψυχή σου,

μαύρη είναι η θάλασσα χωρίς τα κύματα της, μαύρη

και της μάνας η ψυχή δίχως τα παιδιά της

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014


Νυχτερινές εφιδρώσεις

 

Κάθε τι απόψε με γυρίζει σε σένα

και στη κόψη της σκέψης σου κόβομαι
 

με φέτες πίκρας γεύομαι την απουσία σου

κι ανάβω – ποτέ δεν ξεχνώ- το φεγγάρι στην ώρα του
 

κοιτώ  στα ιδρωμένα σεντόνια από τα σώματα μας,

απλωμένα τόσα φύλλα ξεραμένα και ούτε ένα γαρύφαλλο
 

πως να ζήσω κρυφά από τις στάχτες μου;

πόσο πιο μέσα να καώ;
 

Τώρα ζω μονάχα σαν σταγόνα αίμα στην άκρη της δαντέλας σου

κι αγαπώ την αγάπη χωρίς κανένα πρόσωπο

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Γιατί η ποίηση μου είναι λυπητερή;


Πήρες στα χέρια σου το παλιό και ξεσκισμένο τετράδιο

με τα δήθεν ποιήματα μου, κι άρχισες να διαβάζεiς
 

Ύστερα με κοίταξες στα μάτια και με ρώτησες

γιατί η ποίηση σου είναι λυπητερή;

απέφυγα να σ’ απαντήσω, άλλωστε

δεν ήξερα και πως να στο εξηγήσω
 

Την άλλη μέρα μπήκες στο σπίτι, πεινούσες είπες,

πήρες μια φέτα ψωμί και μασουλώντας μουρμούριζες

-          πόσο νόστιμο είναι, αλλά και πόσο γλυκό!
 

Χαμογέλασα τότε εγώ, και σου ‘πα,

είναι γιατί όμορφα δένει το σιτάρι με το νερό,

μα πάνω απ’ όλα είναι τ’ αλάτι που το κάνει τόσο γλυκό
 

Πάλι όμως δεν κατάλαβες τι ήθελα να πω,

πως να σου εξηγήσω τώρα εγώ πως κι η ζωή είναι γλυκιά,

γιατί μέσα της υπάρχει κι η λύπη που δένει αρμονικά με την χαρά.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014


Αγάπη

 
Γυναίκες με λευκά, μακριά κι αραχνούφαντα νυχτικά

φυτεύουν κήπους μέσα στ’ όνειρο μου,

έχουν στεφανωμένα μαλλιά με ατρύγητο τριανταφυλλόκηπο

και δέρμα καμωμένο από πέταλα γαρδένιας, τα

βλέφαρα τους λάμπουν από ανεκπλήρωτο πόθο κι ηδονή,

γυμνόποδες ταράζουν τον ύπνο μου και με τυφλώνουν με τα γυμνά τους στήθη

καθώς σκύβουν και με ποτίζουν ροδόσταμο με τα υγρά κρινένια τους χείλη,

με αναπνοή ντυμένη με λέξεις βουβές, μελωδικές σαν προσευχή, ψιθυρίζουν

‘Μην αφήσεις την αγάπη να στερέψει μέσα σου, γιατί τότε πεθαίνεις’.