Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Η μορφή σου

Κι αυτός ο μονότονος κι εκνευριστικός  θόρυβος
που δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι όλη νύχτα
δεν είναι η βρύση που χάλασε και στάζει,
είναι οι μέρες μου, που χάνονται σαν σταγόνες νερού,
Κι αυτά τα παράξενα σχέδια ψηλά στο ταβάνι
δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζωή μου
που σαν ιστός της αράχνης ολοένα και κλείνει,
Κι αυτό που ακούγεται  απ’ έξω να σφυρίζει
δεν είναι ο αέρας, παρά τα χείλη μου τα ματωμένα

σαν συλλαβίζουν την μορφή σου.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

15 Ιουλίου 1974

Τι κι αν ήτανε Ιούλης,  εκείνο το πρωινό έριχνε μαύρη βροχή
και τα ρολόγια έδειχναν  ώρες σκοτεινές, άγνωστες, ώρες απελπισιάς,
 κι οι δείχτες στο πέρασμα τους αφήναν  πίσω τους
τον θρήνο των μανάδων, των χήρων και των αδελφών,
Η ζωή άλλαξε μεμιάς, δεν θα ήταν ίδια ποτέ,
κάποιος έμπαινε για δυο λεπτά  στον αστυνομικό  σταθμό και εξαφανιζόταν,
κάποιου του κτυπούσαν τη πόρτα του σπιτιού και  δεν ξανάβγαινε  ποτέ,
κάποιοι κυκλοφορούσαν κουρελιασμένοι από τα μαρτύρια και τα ηλεκτροσόκ
και κάποιοι πήγαν μια βόλτα με φίλους και δεν επέστρεψαν ποτέ,
τους βρήκανε μετά τ’  αδέσποτα σκυλιά  σε τάφους θαμμένους ομαδικά
να κρατάνε σφιχτά από το χέρι φίλους και με σβησμένα χαμόγελα συντροφικά,
εκείνο το πρωινό έριχνε μαύρη βροχή και ήταν σαν να μην τραγουδήθηκε

ποτέ στη χώρα, το ‘χαίρε, ώ χαίρε λευτεριά’
Πορεία μοναξιάς.

Σαν ρετσίνι που κυλάει στην σάπια φλούδα των δέντρων , ο χρόνος,
μπροστά οι μέρες φορτωμένες με τόσες ελπίδες
που δεν μέλλουν να καρπίσουν ποτέ,
και μ’ ένα μαύρο πανί, να τραβούν χωρίς να περιμένουν κανένα
σ ‘ένα χορταριασμένο μονοπάτι, που χρόνια δεν το διάβηκε κανείς,
γεμάτο ίσκιους ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν και δεν φιληθήκανε  ποτέ
και βαρύ φορτίο έχουν στη πλάτη, των νεκροταφείων τους μαραμένους επιταφίους

και μια ασήκωτη και πικρή σαν δάφνη μοναξιά.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Πένθιμος ύμνος της αγάπης

Μην μιλάς, είναι ασέβεια, άκου! οι πέτρες ραγίζουν
καθώς το φέρετρο μιας τελειωμένης αγάπης στο τάφο κατεβάζουν,
και τα δάκρια πικρά, μιλάνε δυνατά, σαν αργοσταλάζουν :
σβήστε τον ήλιο, πάρτε το φεγγάρι,  αλυσοδέστε το, κι ύστερα
μαχαιρωμένο ρίξτε το στο ποτάμι, το νερό του κόκκινο σαν αίμα να το κάνει,
κλείστε τα ραδιόφωνα κι αφήστε ελεύθερα τα σκυλιά, κάντε τα ν’ αλυχτούν
θρήνος και κλάμα ν ‘ ακουστεί, να ξεραθεί η πλάση,
πάρτε  σιδεριές,  ραβδίστε τα τριαντάφυλλα
να πέσουνε τα πέταλα, να μαραθούν, να ξεραθούν
τίποτα όμορφο ξανά να μην υπάρξει
σβήστε τα φώτα, σκεπάστε με μωβ κορδέλες όλα τ’ αστέρια
κι ύστερα ανάψτε ένα μόνο κερί, το φως του να είναι αμυδρό
σκιές τη γη να τη σκεπάσει, πιο σκοτεινή να είναι κι απ’ τον Άδη
σχίστε τα ημερολόγια, καμία εποχή να μην ξανάρθει

μονάχα για πάντα χειμώνας, βαρύς και σκοτεινός,  τον κόσμο να σκεπάσει

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Τ’ όνειρο μου, εσύ!

Πολλές ελπίδες και κρυφοί πόθοι έχουν μαζευτεί στα σύννεφα,
κι οι άγγελοι μ’ απονιά έχουν σφραγίσει τα σύνορα,
παραμονεύουν μόνο οι Eρινύες, αλλά ακόμα κι αυτές επιλέγουν,
έχουν τη δική τους ηθική

Και πέφτει απόψε ένα φως αλλιώτικο,  παράξενα ερωτικό,
ντυμένο με μια γλυκιά μελαγχολία,
κρυώνω,  ακόμα και τα όνειρα μ’ έχουν απαρνηθεί
κι η μοναξιά σαν κρύος αέρας ασελγώντας, σπάζει τη σιωπή

Μόνο ένα  αφύλακτο όνειρο έχει ξεμείνει στη γη
σαν μια πληγή που αιμορραγεί , και βάφει κόκκινα
τα σώματα μας καθώς χύνονται το ένα μέσα στο άλλο,
και πέφτει μια γλυκιά σιωπή από τα  μάτια σου,

γίνεται όμορφη η μοναξιά, όταν τα όνειρα μου γίνονται, εσύ!
Πόθος
Σε παρακολουθούσα, φανερά αποκομμένη,
βυθισμένη ήσουν σ’ ένα κόσμο δικό σου
και κάθε λίγο άλλαζες  καρέκλα,
τα μάτια σου το μαρτυρούσαν καθώς έκλειναν ηδονικά
πως σε μια αγκαλιά φανταζόσουν πως ακουμπούσες
άκουσες το κάλεσμα της βροχής, πέταξες τα ρούχα
κι αφέθηκες στα χάδια της με πρωτόγνωρη λαγνεία,
ξάπλωσες στη λάσπη και κτυπιόσουν
και κάθε τόσο σου ξέφευγαν φθόγγοι και λαρυγγισμοί
στροβιλιζόσουν μαρτυρικά, σαν ναρκωμένη,
βουλιαγμένη σ’  ένα πυρωτικό κι ερωτικό παροξυσμό
κι οι κινήσεις σου φανέρωναν ένα ανικανοποίητο

αρχέγονο και  ζωικό ερωτισμό.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Πρωινή οπτασία

Τι όμορφα που έδεσε στην αμμουδιά το νοτισμένο πρωινό,
κι  αυτή η Μυρωδιά από αλμυρίκια κι οι κραυγές από τους γλάρους,
σαν τραγούδι ξεδιπλώνονταν καθώς ο ήλιος πλενόταν στη θάλασσα,
σαν αγάπη χαμένη, σαν χάδι ξεθωριασμένο,
και να η μορφή σου! Μέσα στο σύθαμπο να αναδύεται από τα κύματα,

βήματα δεν ακούστηκαν, ο αέρας ακίνητος, σιωπή,
κανένα χρώμα δεν είχε πλέον όνομα, και κανένας γνώριμος ήχος,
ήταν σαν να μην είχα ζήσει ποτέ μου, σαν να μην είχα νοιώσει ποτέ
τη γεύση του καλοκαιριού και του κόκκινου κρασιού τη ζάλη

μια στιγμή απέραντη, ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει,
και ποτέ μετά δεν θα υπάρξει ξανά

σε κάθε βήμα σου φύτρωναν κρίνα στην άμμο
και σε κάθε ανάσα σου άνθιζαν, κι έσκυβα να τα μυρίσω

δεν τόλμησα πολλά να σου ζητήσω, παρά μόνο,
δώσε μου μια ανάσα σου παντοτινά να ζήσω

να έχω τη δύναμη ολοκληρωτικά να σ’ αγαπήσω.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Αγάπη

Αγάπη! άκου τι όμορφα ηχεί,
ναι, έτσι θα σε ονοματίζω εγώ, Αγάπη!
αχ! Και να ‘ξερες πόσο όμορφα με γεμίζει σαν σε φωνάζω, Αγάπη!
με τυλίγει απαλά σαν τη βροχή που πέφτει αργά το βράδυ,
Αγάπη! σαν θρόισμα μ’ ακούγεται πρωτοπέτακτου πουλιού,
και πόσο απαλά μου χαϊδεύει τη ψυχή, ανατριχιάζει,
κι αντάμα τραγουδά με τ’ αστέρια σαν τα μαδώ απ’ τον ουρανό
στρώμα να τα βάλω στο δικό σου το κρεβάτι,
Αγάπη!  σαν ψίθυρος απ’ το αίμα π’ αργοκυλάει στο κορμί μου
και συλλαβίζει τ’ όνομα σου, Αγάπη!
σαν αναπνοή μικρού παιδιού ακούγεται,

σσς… μίλα σιγανά μην τυχόν  και τη τρομάξεις.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Η ποίηση

Τι ποίημα  να γράψεις,
όταν πίσω απ’  τη πόρτα που στέκεσαι
δεν υπάρχουν χέρια να τη χτυπήσουν
και μόνο ο άνεμος περνά;

Κρατάς στο χέρι το μολύβι
και με το βλέμμα σου επίμονα  ψάχνεις
να βρεις λέξεις  βαμμένες σ’ αποχρώσεις ελπίδας
και ξεφυλλίζεις αθόρυβα σελίδες
σκεπασμένες από καιρό, με σκόνη και σκουριά
μιας αφόρητα αβάστακτης μοναξιάς

Τι ποίημα να γράψεις,
πέτα το μολύβι και τα λεξικά,
η ποίηση δεν είναι λέξεις
είναι κομμάτια της καρδιάς,

γι’ αυτό και είναι μελαγχολικά.