Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014


One night at a bar.

You become a vampire, in a rusty city, filled with rigged lime sticks,

and your every night resembles a womb puffing vipers

without love and respect, dark and deadly,

and you are wandering provocatively naked, in your chains

 Feeding on dreams dipped in the lights of nostalgia

chatting with white, gloomy moons

and the dead leaves of your heart, are now,

full of cool
cry springs

 Bony dogs are staring suspiciously at you


Growling menacingly, at the street’s corner

but as soon as they look at your sorrow eyes, they leave in fear

 Behind the smoke of your cigarette ,

treated to you from my pack , I saw ,

your white flesh shining in the twilight

and the nipples on your breasts appearing

angry beneath your transparent dress

wet from the hot tears of your brown eyes,

I barely managed to glance at your wet look

and I was frightened , I did not dare see your fiery eyes

burning and wanting to say something ,

and your paid kiss, sealing my mouth ever since,

like a stirred sour memory,

with the saltiness of your tears,

I wonder,  how many names you were called by,

by those hungry male mouths of the night?
Will it make any difference not seeing you again?

I'll call you, a woman Saint

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014


Άτιτλο


Ίδιοι τελικά οι δρόμοι της ζωής μου; μα πως; δεν γίνεται,

όλο τα ίδια σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο,

μόνο κάποτε κι αραιά με επισκέπτονται τα βράδια στα όνειρα

αλλά και στο ξυπνητό μου, κάτι σιχαμερές κόκκινες παπαρούνες

που μου θυμίζουν πως το αίμα δεν πάει χαμένο και πως γίνεται

μόνιμος εφιάλτης των αδίκων
 

Και νάμαι πάλι στο σταθμό, να ξημεροβραδιάζομαι και να περιμένω,

άραγε μάταια; ποιός να ξέρει; αλλά και τι σημασία έχει πλέον

να διερωτώμαι πόσο απόθεμα ζωής να έχω ακόμα;

Και το πρωινό, ψυχρό σαν δικαστικός επιδότης, τυπικός στο ραντεβού του

έρχεται και παρασέρνει την απόφαση της καταδίκης μου,

και επιδένει με επιδέσμους την πληγωμένη μνήμη που ακόμα αντέχει
 

Δεν θέλω πια να σας μιλώ για τη βροχή, για τον αέρα,

ούτε για τα λουλούδια και τα δέντρα, ούτε γι’ αγάπη,

μα ούτε για τους κρυφούς μοναχικούς θανάτους

απλώνω φτερά σε μια μητριά πατρίδα όπου όλοι ίδιοι είναι οι άνθρωποι,

γκρίζοι με πεσμένα φρύδια και πλατειασμένα στόματα από τα παρακάλια,

και τα μάτια τους πετρωμένα από την προσμονή, κοιτάζουν στο ίδιο αόρατο τοπίο.

 

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014


Το τίμημα
 

-          Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;

-          οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον απ’ ἐμοῦ  

και πέρασες μπροστά απ’ τα τυφλά μάτια μου το κεφάλι του Ευαγγελιστή
 

Από τότε μέσα στην άπνοια της ζωής μου

σ’ έψαχνα εκεί που όμορφα ανθίζει η σιωπή κι ο άγριος δυόσμος,

στους τόπους που ταξίδευα για να σε συναντήσω κάθε νύκτα,

ποτέ όμως δεν σε είδα, γιατί μόνο όταν κοιμόμουν ερχόσουν εσύ
 

Σε βρήκα χρόνια μετά στους Δελφούς, το βλέμμα  σου

κυμάτιζε σαν αφρός στα χείλη ενός σιντριβανιού

που χύνονται μέσα όλα τα αγριεμένα ποτάμια της ψυχής
 

- Αιματηρή συναλλαγή τελικά η αγάπη μου είπες δαφνομασώντας

 

 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014


Αναμνήσεις

 

Σαν ίσκιος τριγυρίζω σ’ ένα εγκατελειμένο χώρο στάθμευσης,

μπερδεμένος στην αποστήθιση παλιών αναμνήσεων,

τώρα πια έχουν ξεθωριάσει σαν σκισμένες αφίσες,

κι όσο πιο παλιές, τόσο πιο βαθιά τ’ αποτυπώματα στο τοίχο,

ανατριχιάζω όταν ακούω να τρίζει βγαίνοντας η βελόνα που τις κρατά,

σαν να μου φωνάζει, μην με πετάς, ακόμα μια ελπίδα μου χρωστάς,

και θα ‘ρχομαι, να με καρτεράς τα βράδια που ξαπλώνεις.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014


Εξουσία

 

Μια βδέλλα είσαι κι εσύ, ρούφα όσο αίμα θες,

φώναξε κι άλλους σαν εσένα αν το θες, άλλωστε αυτό έκανες πάντα

με ξένα δεκανίκια περπατούσες και με Εφιάλτες συνωμοτούσες,

να το ξέρεις όμως καλά, η αληθινή εξουσία, είναι η εξουσία των ονείρων μας

και τα δικά μας όνειρα έχουν το χρώμα και τη μυρωδιά της βρεγμένης γης

έχουν τη λάμψη του ήλιου μας και τη δύναμη τ’ αέρα

έχουμε για λάβαρο τον ουρανό, κεντημένο με αστέρια

και μην ξεγελιέσαι, δεν μας τρομάζει η φτώχεια, η αδικία  κι η μιζέρια,

αντέχουμε, κύμα θα γίνουμε  όλοι μαζί και θα σε πνίξουμε μια μέρα.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014


Τώρα, είναι αργά

 

Δεν μ’ άκουσες που ήρθα, έστω κι αν μπήκα από μπροστά

την κύρια είσοδο του σπιτιού, όπως την έλεγες,

τρόμαξες για μια στιγμή σαν την άκουσες να τρίζει

ύστερα όμως, χαμογέλασες γιατί νόμισες πως δεν είχε κλείσει καλά

και την άνοιξε μ’ ένα φύσημα του ο αέρας
 

Καθόσουνα στο καναπέ και κοίταζες ένα άλμπουμ

πολυχρονισμένο με κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες

κάθισα δίπλα σου, έτσι όπως συνήθιζα,

αλήθεια θυμάσαι; με πρόσεξες ποτέ;
 

πάλι όμως δεν μου μίλησες και καμώθηκες πως δεν με είδες, έτσι έκανες πάντα,

μετά σηκώθηκες, σ ακολούθησα, και μπήκες στο δωμάτιο,

αυτό που όταν έφυγαν τα παιδιά το χρησιμοποιούσα για γραφείο

μύριζε μούχλα κι άνοιξες το παράθυρο να μπει φως και καθαρός αέρας
 

Έκανες να καθίσεις στη καρέκλα μου, αλλά μετάνιωσες

και στάθηκες στο πλάι φυλλομετρώντας μια στοίβα

από σημειώσεις κι ατέλειωτα ποιήματα μου,

πέρασες το χέρι σου απαλά, τα χάιδεψες, πήρες ένα στη τύχη

και το διάβασες, για πρώτη σου φορά διάβαζες δικό μου ποίημα

σε κοίταζα με ανείπωτη χαρά και πρόλαβα να δω ένα σου δάκρυ

ίσως και να μου φάνηκε, πάντως εγώ το είδα να κυλά στο μάγουλο σου 
 

Στη ζωή τις ήθελα τις φροντίδες, την έγνοια, και έστω ένα μικρό χάδι

τώρα τι να τα κάνω; αυτά είναι για τους ζωντανούς όχι για τους πεθαμένους

σου φώναξα κι έφυγα όπως μπήκα, πρέπει να μ’ άκουσες,

ναι, είμαι σίγουρος, μ’ άκουσες, γιατί με πρόλαβε το κλάμα σου

στη μέση του κήπου με τους κατιφέδες