Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω,
να σβήνω τη δίψα  στη γούβα του λαιμού σου
Άσε με να χαϊδεύω και να μυρίζομαι τα σεντόνια
που πριν αγκάλιασαν το σώμα σου
Άσε με ν’ αναπνέω απ’ την ανάσα σου
καθώς σφιχτά και δυνατά θα σε φιλώ στο στόμα
Άσε με να ταξιδεύω με τα χείλη στο κορμί σου
να τρέμω με το ρίγος της σφριγηλής κοιλιάς σου
Άσε με ν’ ανθίζω στην άβυσσο ανάμεσα στα στήθη σου
και να ξεψυχώ στο άγγιγμα τ’ αστράγαλου σου
Άσε με να σ’ αγαπώ όπως εγώ θέλω

σταγόνα αίμα να γενώ , να θρέφω τη καρδιά σου.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Ο χρόνος δεν με λογάριασε,
με μάσησε και μ’ έφτυσε
κι έφθασα στο τέρμα δίχως να το καταλάβω
μέσα σε μια μόνο νύχτα

οι αναμνήσεις πιο πολλές από τα όνειρα μου
που δεν πρόλαβα και τ’ άφησα πίσω
φυλαγμένα μέσα σε ένα συρτάρι

όσα κι αν γίνουν, όσα ακόμα δεν έγιναν
να θυμάσαι , δεν θα σταματήσω ποτέ να σ’ αγαπώ

σ’ αισθάνομαι να στέκεις εκεί, αόρατη,
να με παρακολουθείς σαν φτιάχνω
τις βαλίτσες για τον επόμενο  σταθμό,
δεν σ’ αποχαιρετώ γιατί βιάζομαι, όμως θα σε περιμένω

να έρχεσαι, τα απογεύματα και τις Κυριακές.

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Μετά από τόσο καιρό
τι δύσκολο να σε δω και να σου χαμογελάσω,
να καμωθούμε κι οι δυο ότι είναι όλα όπως παλιά,
να μιλήσουμε για μια ζωή που να μας ανήκει
να πω ότι γνωρίζω κάθε μονοπάτι στο κορμί σου
ν' αναπνεύσω τη μυρωδιά σου και να πω
στα σίγουρα ότι είναι η δική σου

Μετά από τόσο καιρό
πώς να μιλήσουμε γι' αυτά, τα απλά πράγματα
που νοστιμεύουν και δίνουν γλύκα στη ζωή μας,
μόνο το αγκάθι του να ζούμε μακριά ο ένας απ’ τον άλλο,
κάνει τη  γουλιά του καφέ  ακόμη πιο πικρή
κι εφιάλτες τα όνειρα που κουβαλάει η αγρύπνια

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Θάλασσα

Τις πρωινές ώρες ο ήλιος χύνεται
ποτάμι χρυσό στη θάλασσα
κουβαλώντας τα όνειρα της νύχτας
και τους στεναγμούς αδικαίωτων ερώτων

Μονοπάτι χαράσσει τη νύχτα
το ωχρό φεγγάρι στα σκοτεινά νερά της,
και σαν φανάρι φέγγει στις λαβωμένες ψυχές
που βγαίνουν στάζοντας τον πόνο που τις μαραίνει

Κλαίνε τα κύματα και σαλεύουν
σαν αγάπη νεκρή π’ ανασαίνει,
θάλασσα,  στήθος πανέμορφης γυναίκας,

που ‘γινες αλμυρή από το δάκρυ των αγαπημένων.