Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Βουλιάζω μέσα στην άβυσσο της κενότητας
πνίγομαι απ’ τη βαλτωμένη κοινοτυπία των όχλων
η απόγνωση με πλημμυρίζει και γίνεται οργή
κι η μελαγχολία τρόπος διαφυγής

Αγκαλιάζω με μανία τη ζωή και μ’ αγάπη το θάνατο
χορταίνω με τη χαρά και ξεδιψώ με την απέραντη θλίψη
αποζητώ τη μοναξιά κι ανασαίνω μέσα απ’ τη συντροφικότητα
μετατρέπω σε ποίηση τη κραυγή του απελπισμένου

Δίνω γροθιά στη σάπια κοινωνία και ξοδεύω το αίμα μου
στην ανατολή ενός κλεμμένου κόσμου μέσα

απ’  τα όνειρα του ορφανού και τις ελπίδες τ’ αδικημένου.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Γερασμένη πια η πόλη
και στις αργασμένες παλάμες της απλώνονται κήποι
γεμάτοι αρρωστημένα τριαντάφυλλα
Οι άνθρωποι δεν κυκλοφοράνε πια
και τα ψόφια πουλιά στοιβάχτηκαν  κάτω στις ρίζες των δέντρων
Με γλυφό νερό και μαύρο γάλα ποτίζουν  τα βρέφη
κι ο αέρας κουβαλά μονάχα  κλάμα
Οι αναμνήσεις νίκησαν τις αντοχές μου
κι οι  γρίφοι στα στόματα των σκύλων
άλυτοι παραμένουν, σαν τάφοι ανοιχτοί

καρτερικά προσμένουν.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Οι μέρες μου…

Βαριές είναι κι ατελείωτες οι μέρες μου
ωχρά και πνιχτικά τα πρωινά
κι αυτές οι αχτίνες του ήλιου
φίδια είναι που με τυλίγουν και δεν μ’ αφήνουν ν’ ανασάνω
Κι όλοι αυτοί οι σκυθρωποί άνθρωποι που με κοιτάζουν
με βλέμμα παράξενο μέσα από μάτια νεκρών
λυσσασμένα σκυλιά είναι σε σώμα δαιμονισμένης γυναίκας
και χάνομαι μέσα στα φριχτά τους ουρλιαχτά

Αργά το δείλη ξαλαφρώνω και νοιώθω ξανά ν’ αναπνέω
κι όσο η μπότα της νύκτας το φως σκοτώνει
γίνομαι κάμπια, τρυπώ το κέλυφος που με περιζώνει
βγαίνω στα σκοτάδια κι αρχίζω τότε να ζω
σμίγω με τις  γκρίζες σκιές, παθιάζομαι καθώς
πίνω σταγόνες από μαύρα και πικρά νυχτολούλουδα

που θα σβήσουν με το πρώτο φως.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Άτιτλο

είναι κάτι βράδια βουβά και σκοτεινά
π’ όμορφα κρύβουν το δάκρυ στο σκοτάδι
το βλέπει μόνο το φεγγάρι και

ουρλιάζει σαν τσακάλι που πονά