Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Και συ!

Εσύ μου μιλούσες, κι εγώ
ταξίδευα μέσα στα σπλάχνα σου,
άκουγα το αίμα σου καθώς κυλούσε
ποτισμένο με τις ακραίες και αδίστακτες ορμές σου,
και σ’ έπινα σταλιά – σταλιά , και  συ
με αιχμαλώτιζες με δεσμά που δεν θα λύνονταν ποτέ,
το ήξερες,  και  συ γελούσες,
μα εγώ δεν σ’ άκουγα, δεν μ’ ένοιαζε
ότι δικό σου για πάντα εσύ θα με κρατούσες,
σε φυλακή που θα είχε το σχήμα του κορμιού σου
και ποτέ μου δεν θα χόρταινα, και σαν επαίτης,
υποταγμένος στην  ηδονή που υπόσχεται

η γλύκα του φιλιού σου, θα σ’ αποζητούσα.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ο σάρκινος βολβός!

Και να! στέκομαι πάλι τ’ απομεσήμερο πίσω απ’ το παράθυρο με τις μωβ κουρτίνες και κοιτάζω τους περαστικούς. Αναμένω να δω ακριβώς την ίδια ώρα, την ίδια  μαύρη άμαξα και τον οδηγό της με το ψηλό καπέλο. Το ξέρω πως οι μαύρες κουρτίνες θα είναι τραβηγμένες αλλά, παράξενο, μπορώ να δω από μέσα. Ένα μαονένιο φέρετρο σκεπασμένο με άγρια τριαντάφυλλα, μαύρα κι αυτά, και κάθε φορά ένας νέος μαραμένος σάρκινος βολβός. Είμαι σίγουρος πως και πάλι αυτή η ίδια μυρωδιά θα πλανάται στον αέρα, λιβάνι και λιωμένο λεμονανθό. Μπροστά από  τ’ άλογα, μαύρα κι αυτά, θα περπατάν με τάξη, αργά και βαριά, κοπέλες ντυμένες με μαύρο φόρεμα και στον ώμο ριγμένη μια δαντέλα μωβ. Θα φοράνε μαύρα γυαλιά και στο χέρι από ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, και τα μαλλιά τους λυμένα,  θα μυρίζουν σάπιο χώμα. Ο αέρας θα κουβαλά σκόνη από χώμα και θα μου γεμίζει τα στήθη. Όμως εγώ θα πρέπει να το υπομένω, δεν γίνεται να μην καρτερώ. Σε λίγο θα φανούν οι λευκοί σκαντζόχοιροι να ακολουθούν τη πομπή. Φορτωμένοι πατημένες σάρκες να προκαλούν τα ερπετά, και να τα γαντζώνουν θανάσιμα στα μεγάλα τους αγκάθια. Και πιο πίσω μαύρα, κουτσά σκυλιά, πληγιασμένα, κι από τις σάπιες σάρκες τους θα πέφτουν λευκά πεινασμένα σκουλήκια. Έχουν κι αυτά ρόλο να παίξουν, ίσως και τον πιο σημαντικό. Θα μπουν μαζί με τη τελευταία χωμάτινη φτυαριά που θα σκεπάσει το λευκό φως, θα φάνε τη περίσσια σάρκα από κάθε βολβό, για να βγει το άσβεστο λευκό, κοκαλένιο φως της νύχτας. Το φως της ημέρας μου θολώνει τα μάτια, δεν το αντέχω, όμως το υπομένω, δεν μπορώ να μην καρτερώ. Με τυλίγει και σαν χέρι μ’ ανεβάζει ψηλά. Το κορμί μου γίνεται διάφανο, ανάλαφρο, και ένα λευκό φως ξεπηδά από τα σπλάχνα μου. Καίει. Όμορφες χλωμογάλαζες και λευκές αποχρώσεις με σκεπάζουν σαν πλάκα θανάτου, και είναι όλα τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Ακούω τα βήματα τους,  και η αυστηρή, με τάξη πομπή πλησιάζει, στην ίδια ώρα ακριβώς. Βάζω το πρόσωπο στο τζάμι, παράξενο, το κορμί μου διαχέεται και το διαπερνά, σαν μια γλώσσα από φως γαλάζιο ταξιδεύει στον αέρα και σκεπάζει το μαονένιο φέρετρο. Πρώτη φορά το κοιτώ από τόσο κοντά και μια πικρή γεύση από πατημένη δάφνη μου στεγνώνει το στόμα γιατί, σήμερα είναι πιο άδειο από ποτέ. Κοιτώ μην με βλέπει κανείς, και δειλά παριστάνω  τον βολβό, και είναι τόσο ωραία να νοιώθεις πως είναι η σειρά σου να παριστάνεις τον βολβό. Οι απ’ έξω, τον ίδιο πάντα σκοπό και θλιμμένοι να ακολουθάνε σταθερά και με τάξη τη πομπή, να είναι λυπημένοι, δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο βολβός, φτάνει ν’ ακολουθάνε και να είναι όλα στην εντέλεια και στη σειρά. Μόνο που τώρα ξεπηδούν στα πλάγια, πίσω κι από μπροστά,  ξετρελαμένοι καλόγεροι που χορεύουν σε ήχους μαγεμένου σουραυλιού, ανάβουν φωτιές και καίνε βιβλία και στίχους. Και η πομπή συνεχίζει, η τάξη δεν πρέπει για κανένα λόγο να διασαλευτεί. Κόκκοι από χώμα, τσιμπούρια και σταγόνες αίμα, σχηματίζουν στον αέρα άυλες γυναικείες μορφές. Σκυφτές, μαντηλοφόρες και μοιράζουν μαύρες ελιές, κομμάτια σταρένιου ψωμιού και μια γουλιά από κρασί. Ανοίγω το στόμα για να  φωνάξω, μην λυπάστε, κεράστε άφθονο κρασί, σπάστε τη σειρά σας, πατήστε τα στεφάνια και για σήμερα μόνο, αντί σε μαονένιο φέρετρο, απλώστε λευκό πανί και αφήστε το βολβό στο λευκό φώς να βγει. Μα τη φωνή μου δεν την ακούει κανείς,  μια φτυαριά από χώμα, γεμάτη λευκά σκουλήκια, μου φράζει το στόμα. Στενεύουν τα στήθη μου, ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος από ποτέ, και το λευκό φως μικραίνει συνεχώς, γίνεται μια χτικιάρικη φλόγα σε καντήλι που καίει λάδι, προφυλαγμένο πίσω από ένα κομμάτι τζάμι θαμπό, πάνω σε ξύλινο μαύρο σταυρό. Σαν γλώσσα από λευκή φωτιά, στέκομαι για λίγο στον αέρα, και βλέπω την πομπή να ακολουθεί, με αυστηρότητα και τάξη. Αύριο πάλι, σειρά έχει ο επόμενος βολβός.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση

Δίκαιο είχαν τα καθεστώτα, οι  εξουσίες κι οι θρησκείες
που φοβηθήκανε την ποίηση,
γιατί η τρυφερότητα της είναι πιο δυνατή
απ’ τη δική τους σκληράδα και βαρβαρότητα,
άδικα όμως θελήσανε να σκοτώσουν το ποιητή,
γιατί έπρεπε να γνωρίζουν, πως οι ποιητές δεν είναι θνητοί,
και το αίμα τους καθώς  θα κυλά απ’ τα δολοφονημένα σώματα τους
θα κουβαλά μαζί του, εκείνες τις λέξεις που έμειναν στο λαιμό τους,
λέξεις που θα  πνίξουν τους φονιάδες, και θα τους ρίξουν
στη περιφρόνηση και τη καταφρόνια.


σε όλους τους δολοφονημένους ποιητές

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Όλα στην αναμονή, σε εκκρεμότητα
κανείς δεν είν’ εδώ,
μόνο η μυρωδιά που πλανάται στη κάμαρα
κι εκείνος ο ανεπαίσθητος, αχνός ήχος απ’ το αίμα
μαρτυράνε πως κάποιος ίσως, να ζει εδώ,
ονειρεύεται  πως  έχει φύγει, πως δεν υπήρξε ποτέ,
μια γλυκιά απουσία είναι και ένα γλίστρημα μέσα στη σιωπή
πως κοιμάται με αγκαλιά τα  λόγια της νύχτας,
αυτά που προφέρονται προσεχτικά
μην τρομάξουν και ξυπνήσουν οι λέξεις,
και θορυβήσουν απρεπώς ,
η μοναξιά δεν είναι μόνη

πλήθος έχει αδελφών. 

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Κι όμως εσύ αγαπημένη μου
κάθε μέρα λούζεσαι, κτενίζεσαι
και μου δίνεσαι  σαν όστια
βουτηγμένη σ’ απόσταγμα παπαρούνας
Βασανιστικά σε γεύομαι
 ηδονικά, νωχελικά, αργά
σαν  θάνατος  γεμίζεις τα σπλάχνα μου,
κι ένα δίχτυ βαρύ με αγκαλιάζει
μια πρωτόγνωρη γλυκιά ακινησία
λύνονται τα κόκαλα μου
κλείνουν τα μάτια μου από μια νύστα ασύνορη

κι εγώ εξακολουθώ να σ’ αποζητώ ακόμα περισσότερο

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα
Τώρα έμαθα, έστω κι αργά ν΄ αγαπώ τη βροχή,
Τη παρακολουθώ π’ αφήνεται στα χέρια τ’ ανέμου
Να παραδέρνει αμέριμνη, και ξενυχτάω όλη τη νύχτα μαζί της,
Την ακούω καθώς λούζει τον βασιλικό και με λεμονανθούς
Την αυλή σου να γεμίζει, και είναι τόσο όμορφο το πρωινό
Καθώς μια αχτίδα, σαν δραπέτης απ’ τα σύννεφα, ροδίζει

Έτσι ομορφαίνει και το βλέμμα μου, σαν σε κοιτώ, Γυναίκα

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Γυναίκα

Στις χρυσές ώρες των δειλινών
Χάνονται τα σύνορα, σμίγει σώμα με σώμα
Ανάσα με ανάσα, κι αίμα με αίμα,
Φλέγεται ο ουρανός
Κι ανοίγει σαν ένα λουλούδι κόκκινο,
Που στάζουν δάκρια από τ’ άρωμα του
Και μου θυμίζει εσένα,
Γλυκιά, μα και άγρια,
Γλυκοφιλούσα, Θεά ανώνυμη,
Πόσο σ’ αγαπώ, Γυναίκα!        

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Αγάπη.

Μίλα μου σιγά, η καρδιά μου σ’ ακούει,
είναι σιμά σου γιατί σ΄ αγαπά,

Μίλα μου ψιθυριστά, η ψυχή μου σ’ ακούει
πάνω στη δική σου ακουμπά

Μην μου μιλάς, εγώ σ’ ακούω

τα μάτια σου στα μάτια μου μιλάν.