Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013


Όταν βαραίνουνε τα σύννεφα

ξέρει ο ποιητής, και βλέπει
 

Σκιές στους τοίχους γίγαντες

να φυτεύουνε όνειρα

να σπουδάζουν οράματα

 Ακούει, λαθρέμπορων φωνές

να σπρώχνουνε το χαμόγελο σε γέλιο

 
Σεργιάνι βγαίνει, σ’ ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες

με χιλιάδες ηλιοτρόπια να λατρεύουν το φως

Παραλογίζεται και φωνάζει

Πως Θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;
Ξέμεινε η νύχτα από νεκρούς και κήπους
κι εγώ βυθισμένος σ’ ένα φθινόπωρο δίχως προσδοκίες
με το κρύο χειμώνα της μοναξιάς στα μάτια
να κυλώ αφημένος στην αγκαλιά του Αχέροντα
φορώντας τη θλίψη κατάσαρκα
ηδονικά δοσμένος στης μοναξιάς το πηχτό κάλεσμα.
Ευωδιάζει το μαραμένο τριαντάφυλλο που έχω ριγμένο στο στήθος μου
και το φεγγάρι σαν χρυσή ελιά στο γκρίζο μάγουλο τ’ ουρανού
λάμπει καθώς χορταίνει με σάρκινη τροφή.
 

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013


Εμείς!!

 
Πόθοι λευκοί σαν κρίνοι, σταλάζουν άλικο αίμα,

και κάνουν της  καρδιάς  τα πέταλα ν’ ανοίγουν,

Ξεχνώ καθώς βυθίζομαι μέσα στα μάτια σου, ποιος είμαι

Και όταν μου λες πως μ’ αγαπάς, ανοίγει ο ουρανός,

και το φεγγάρι αμολά τα χρυσά του τα μαλλιά,

κυλούν από ψηλά λιωμένο ασήμι οι Αγγέλοι

και τα σκοτάδια σκορπίζουν, φωτίζουν και καίγουν κάθε δισταγμό

 
Ταξιδεύω, αναζητώντας πάνω στη γυμνή σου σάρκα μια ρωγμή,

Στον κρυμμένο σου κήπο με τα χρυσάνθεμα να μπω,

και με πυρούμενο δαυλό, να πυρπολήσω τα όνειρα σου

σαν κινούμενες φλόγες ανοίγουμε δρόμο προς τον ουρανό

αν και καλά ξέρουμε κι δυο, ότι ο έρωτας και η αγάπη

με το χρόνο, θηρία γίνονται, ξεσχίζουν και ματώνουν

 
Καθώς οι ανάσες μας μπλέκονται ερωτικά

τρυγώ του ιδρώτα σου σταγόνες, που σαν ρουμπίνια

κεντήσαν το κορμί σου, το ξέρω καλά, πως

μια σταγόνα του , ειν’ αρκετή

ξόρκι να γενεί, της μαύρης μοναξιάς μου
 

Αγαπημένη μου, άσε με, ν’ ανασαίνω εγώ για σένα,

να γίνω το στρώμα σου, το σεντόνι και το μαξιλάρι σου,

να γεύομαι τη σάρκα σου, το τρυφερό το άγγιγμα σου

νάμαι σιμά σου την ώρα που το χάραμα,

θ’ ακουμπά τον ήλιο στον μαλλιά σου

Και όταν νυσταγμένα, καλημέρα, στο αέρα θ’ αμολάς

θα σμίγει τότε αρμονικά, με κάθε ήχο απ’ το απαλό κορμί σου,

αμίλητος εγώ, σε μια γωνιά, γλυκά θ’ ανατριχιάζω,

τι μελωδία Θεϊκή! Κοινός θνητός δεν θα λογιέμαι πια,

αλλά, ακροατής των αηδονιών.

 

Έγινε ροζ και γλυκό στα χείλη το τσιγάρο

Φουσκωμένα, καυτά κύματα του νου ορμούν

αδίστακτα, και δυο λέξεις αλύπητα σφαγιάζουν,

Εσύ, εγώ, θρύψαλα γίνονται, κομμάτια και εξαφανίζονται

Και στη θέση τους φυτρώνει, ένας γλυκύτατος ανθός,

Θα το ονομάσω....Εμείς!

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Οδός μοναξιάς

Τι αχρείαστος , και τι σπατάλη αυτός ο θάνατος
Και να παραμένεις άταφος
Καθισμένος σε ένα χαλί, πνιγμένος σε καπνούς
Και στα κτυπήματα ενός σπασμένου παραθύρου
Μιας κάμαρας με γκρεμισμένες πόρτες
Σε σπίτια που οι τοίχοι έχουν σαπίσει
Κι απέξω σβησμένη οδός και νούμερο

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013


Κυνηγός τ’ ονείρου

 

Ο Σελίμ, ξεπρόβαλε δειλά το κεφάλι του από το άνοιγμα της πόρτας. Σαν γροθιά στο πρόσωπο τον κτύπησε το κρύο. Κοίταξε το γειτονικό σπίτι και μετά το αντικρινό. Και τα δύο ήσαν φωτισμένα. Μικρά, πολύχρωμα λαμπιόνια αναβόσβηναν στα τζαμοπαράθυρα. Οι τσιμινιέρες κάπνιζαν. Λίγο πριν κλείσει τη πόρτα έριξε μια ματιά ως το βάθος που έσβηνε ο δρόμος.  Όλα τα φανάρια ήταν αναμμένα. Από τους φανοστάτες κρέμονταν Άγγελοι λευκοί και χρυσαφένιες καμπάνες. Όλα λουσμένα μέσα σε άπλετο ζεστό φωτισμό.  Χαμογέλασε πικρά. « σίγουρα δεν υπάρχει πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση της περιοχής, έπρεπε να το είχα πληρώσει », συλλογίστηκε.« δεν πειράζει όμως, εγώ μπορεί να μην έχω ηλεκτρισμό, αλλά ο μικρός μου ο Αλί, σήμερα πήγε στο σχολείο με φαγητό στη σάκα του, για το διάλειμμα. Αυτό μου είπε η μάνα του, πριν λίγο όταν της τηλεφώνησα. Αχ, καλή μου Ράνια, πόσο μου έχετε λείψει!».

 

Τ’ αγιάζι γλιστρούσε σαν φίδι από τις χαραμάδες και πάγωνε τη  σκοτεινή κάμαρα. Έτριψε μεταξύ τους τις αργασμένες χούφτες του για να ζεσταθεί. Τράβηξε μια χιλιότρυπη κουβέρτα και σκεπάστηκε. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται. Όμως μάταια. Κάθε σφύριγμα του λυσσασμένου αέρα, έφερνε στο μυαλό του και μια ανάμνηση. Σήμερα στην οικοδομή ένας συνάδελφος του τον ρώτησε, « από πού είσαι, ποιά είναι η πατρίδα σου, σε περιμένει κανείς εκεί; ».  Το κρύο του τρυπούσε τα κόκαλα. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά, μήπως και ζεσταθεί. Μια καμαρούλα, δύο μέτρα επί δύο. Πέντε βήματα όλα κι όλα, και ξανά πίσω. « μπορεί η ελπίδα και τα όνειρα μου να με έφεραν εδώ. Αλλά,ναι, έχω κι εγώ πατρίδα. Την αγαπώ τη πατρίδα μου. Εκεί έχω και οικογένεια. Ναι, αλήθεια σου λέω, έχω και οικογένεια. Μια γυναίκα που την αγαπώ και με αγαπά. Και, έχω κι ένα γιο, θα πρέπει να έχει ψηλώσει τώρα, σωστός άνδρας, θα έγινε ». Αυτά ήθελε να του πει, αλλά ένας κόμπος του έφραξε το λαιμό. Δεν έβγαινε η φωνή του. Κύλησε σαν ένα χοντρό μαύρο δάκρυ, που το σκούπισε  αμέσως, μην το δει κανείς.

 

Από μακριά ακούστηκε μια καμπάνα. Σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και αφουγκράστηκε. Κτυπούσε χαρμόσυνα, αναγγέλλοντας τη γέννηση του Χριστού. Ο ήχος πέρασε στο κεφάλι του και ζωντάνεψε τις αναμνήσεις του. Το μυαλό του ταξίδεψε τρία χρόνια πριν, τη μέρα που του κτύπησε τη πόρτα ένας παλιός γνώριμος του. Τον καλοδέχτηκε. Ήταν φιλόξενος άνθρωπος. Δεν ήταν πλούσιος, όμως από το σπίτι του Σελίμ, δεν έφευγε κανείς χωρίς να κεραστεί και να ξεκουραστεί. Του μίλησε για μια νέα ζωή. Του έδειξε φωτογραφίες με σπίτια φωτεινά. Γυναίκες με ολοκαίνουργια ρούχα να χαμογελάνε. Μαγαζιά τεράστια με λιχουδιές και κάθε λογής νοστιμιά. Του έδειξε τη φωτογραφία ενός αγοριού. Πρέπει να ήταν περίπου πέντε χρονών, στην ηλικία του γιου του, του Αλί. Φορούσε γκρίζο παντελόνι, πουκάμισο άσπρο κολλαριστό και στην ράχη μια ολοκαίνουργια σάκα. Περνούσε εκείνη τη στιγμή το κάγκελο για να μπει στο προαύλιο του σχολείου. Στο πρόσωπο του έλαμπε ένα χαμόγελο ευτυχίας καθώς η μαμά του έδινε ένα σάντουιτς και ένα χυμό. Τον ρώτησε, θυμάται, τότε ο γνωστός. « δεν θα ήθελες να δεις αυτό το χαμόγελο και στου παιδιού σου το πρόσωπο;». Το όνειρο ήδη είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται μέσα στο μυαλό του Σελίμ όταν η φωνή του επισκέπτη του, το διάκοψε στη μέση.

« σου δίνω την ευκαιρία να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα».

« Πέρασαν τρία χρόνια και όμως ακόμα την αναζητώ », η κραυγή του Σελίμ ακούστηκε σαν αντίλαλος μέσα στο γυμνό και μισοσκότεινο δωμάτιο.

 

Ξαφνικά χοντρές σταγόνες βροχής κτύπησαν τη τσίγκινη οροφή του στενάχωρου δωματίου του Σελίμ. Τρόμαξε. Έφερε τα χέρια σταυρωτά μπροστά στο στήθος του και αρχίνησε να τρίβει τα μπράτσα του. Κρύωνε. Τα χείλη του είχαν μπλαβίσει.

Σε λίγο, το νερό άρχισε να στάζει από τη στέγη. Κούρνιασε σε μια γωνιά. Σαν ένα χέρι δυνατό οι αναμνήσεις  τον κρατούσαν δέσμιο στα προηγούμενα τρία χρόνια. Ο τελώνης είχε λαδωθεί και άφησε την καγκελόπορτα της αποβάθρας ανοιχτή. Μεσάνυχτα. Αφέγγαρα. Ο δρόμος για το κυνήγι του ονείρου ξεκινούσε. Μαζί με καμιά δεκαριά άλλους συμπατριώτες του βρέθηκαν μέσα σε ένα σαπιοκάραβο. Τους οδήγησαν στο αμπάρι. Μύριζε πετρέλαιο και κλεισούρα. Τους έριξαν πίσω από στοιβαγμένα εμπορεύματα. « λαθρομετανάστες », για πρώτη φορά άκουε αυτή τη λέξη. Ο Σελίμ, είχε ζητήσει να έχει κι αυτός μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία στ’ όνειρο. Μια ευκαιρία να δει το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του γιου του. Το πλοίο είχε σαλπάρει. Σε λίγες μέρες η μπόχα τ’ αμπαριού έγινε ακόμα πιο βαριά. Γέμισε ανθρώπινο ιδρώτα, ούρα και περιττώματα. Μια μέρα μόνο απέμεινε και θα έπιαναν στεριά. Κάποιοι είχαν σταματήσει να ελπίζουν, κάποιοι δεν θα έφταναν ποτέ. Έφθασαν νύχτα. Κυνηγήθηκαν. Διώχτηκαν. Μπήκαν αρκετές άλλες φόρες σε κλειστά αμπάρια κυνηγώντας το όνειρο και την ελπίδα. Δρόμοι  κλειστοί κι αδιέξοδοι.

 

Η βροχή δυνάμωσε. Το δωμάτιο γέμισε υγρασία. Το κορμί του μελάνιασε από το κρύο κι άρχισε να μουδιάζει. Σκέφτηκε να βγει έξω στη βροχή και να κτυπήσει τη πόρτα του γειτονικού σπιτιού. « Είναι Χριστούγεννα » συλλογίστηκε, « μέρα αγάπης », αυτό του είχε πει τ’ αφεντικό. « Θα με δεχτούν να καθίσω λίγο στη φωτιά, ίσως  να με κεράσουν και ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι ». Δεν μπορούσε να ελέγξει το μυαλό του και βούτηξε πάλι στις αναμνήσεις του. Πριν λίγες μέρες διασταυρώθηκε ο δρόμος του με τη κυρία του γειτονικού σπιτιού.

« καλησπέρα », της είπε, « τι κάνετε μαντάμ; », και μάλιστα στη γλώσσα της. Είχε προσπαθήσει να μάθει τα βασικά, για να μπορεί να συνεχίσει να κυνηγά το όνειρο του. Αυτή γύρισε το κεφάλι αλλού. Της ήταν δύσκολο να του ρίξει μια ματιά φιλική και ένα χαμόγελο. Πόσο μάλλον να  χωνέψει πως είχε για γείτονα ένα μετανάστη. Ένα βραχνό, χοχλακιαστό γέλιο ξεπήδησε από τα παγωμένα στήθια του Σελίμ. Θυμήθηκε τα μούτρα της όταν ένα Κυριακάτικο πρωινό, την ώρα της μπουγάδας, τον επισκέφθηκε τ’ αφεντικό. Του έφερε την απόδειξη ότι είχε στείλει τον μισθό του στη γυναίκα και στο παιδί του. Του έφερε μάλιστα και δώρο για κάποιες υπερωρίες που είχε δουλέψει, αλλά, και για να τον ανταμείψει για την εργατικότητα και το  φιλότιμο του, ένα μικρό τρανζιστοράκι. Μόλις έφυγε τ’ αφεντικό, το άναψε και βρήκε τη συχνότητα που μετάδιδε τραγούδια της πατρίδας του. Εκείνη τη στιγμή ακουγόταν ένα αγαπημένο του τραγούδι. Το άνοιξε στη διαπασών. Του θύμισε τη πατρίδα, τη μάνα, το γιο του και τη γυναίκα του. Άρχισε να τραγουδά δυνατά. Έστειλε τότε η κυρία την αλλοδαπή υπηρέτρια της να του πει να το κλείσει αλλιώς θα καλούσε την αστυνομία.  Αναγκάστηκε να το κλείσει. Πως θα μπορούσε να καταλάβει αυτή πόση ανάγκη είχε αυτό το ξέσπασμα και αυτή τη μουσική. Τον έπαιρνε για λίγο κοντά στους δικούς του ανθρώπους. Και γιατί να νοιάζει τη μαντάμ, τι ανάγκη είχε ένας μετανάστης;

 

Το κορμί του πονούσε. Γέμισε βελόνες. Το μέτωπο του καιγόταν από το πυρετό. Το μυαλό του θόλωσε. Άρχισε να παραλογίζεται. Η παράγκα φωτίστηκε και ζεστάθηκε. Κοίταξε τριγύρω. Στη γωνιά ήταν αναμμένο το τζάκι. O Αλί, ξαπλωμένος στο χαλί ήταν βουτηγμένος μέσα στη θαλπωρή της φωτιάς και στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη, στρογγυλή υδρόγειο σφαίρα. « να, εδώ ακριβώς είναι η πατρίδα μας » φώναζε, και την ίδια στιγμή έδειχνε το σημείο με το δάκτυλο του. Η αγαπημένη του Ράνια, στεκόταν στη κουζίνα και ανακάτευε το ζεστό τους φαγητό, ενώ ένα γλυκό και γεμάτο αγάπη χαμόγελο έκανε το πρόσωπο της να λάμπει. Έξω ο ουρανός έριχνε χαλάζι. Ο θόρυβος στους τσίγκους έφθασε σαν κτυπήματα στην πόρτα, στ’ αυτιά του Σελίμ.« Όποιος και να είναι τέτοια ώρα, να κοπιάσει, έχει θέση στη φωτιά και στο τραπέζι του Σελίμ» φώναξε και πετάχτηκε πάνω. Άνοιξε  τη πόρτα κι όρμησε έξω στο ανεμοχάλαζο, « κοπιάστε, σήμερα είναι μέρα Αγάπης ».

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013


Νάσαι καλά...

 

Με κοίταξες, μου μίλησες και τότε

Η καρδιά χαμογέλασε.

Ψέκασε και το αγέρι με το άρωμα της αγάπης

Τα σχήματα, τα χρώματα λες και βυθίστηκαν

στο καζάνι της ομορφιάς.

Προβάλανε αυθεντικά,

κρύβοντας την αλήθεια.
 

Δεν βιαζόμουν.. είναι όμορφα να περπατά κανείς

Στο δρόμο του έρωτα και της αλήθειας.

Πόσες και πόσες εικόνες απλότητας δεν εισέπραξα;

απαρατήρητες εικόνες που είχανε τόσα να μου πουν,

να μου θυμίσουν, κι ίσως να μου ξαναδιδάξουν

την απλότητα του αυθεντικού και του ωραίου.

Την ομορφιά της αγάπης και του να γνοιάζεσαι.

 

Η μέρα ήτανε διάφανη, λες και τη νύχτα ο ουρανός

έστειλε τη βρόχινη σκούπα του και καθάρισε

Ξέπλυνε τα ψέματα και τις ασχήμιες

Κι’ έτσι καθώς πήγαινα, είδα μια ανθισμένη

λεμονιά και κοντοστάθηκα. Ήθελα να πάρω και μια

ανάσα απ’ το καθημερινό μου λαχάνιασμα.

Την αγωνία του έρωτα

Την κοίταξα και... μέθυσα απ’ τη μυρωδιά

της. Απ’ τη μυρωδιά του αυθεντικού.

Ήταν σαν ένα χαστούκι η ομορφιά που με άγγιξε.

Κοίταξα τα κατάλευκα λουλουδάκια της

 και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα

πρέπει να είναι οι σταγόνες αγνότητας. Κι αναρωτήθηκα...
 

Πέρασες από δίπλα μου τυλιγμένη στα ψεύτικα λόγια σου,

γύρισα να κρατηθώ από τη λεμονιά..
 

Και κάτω απ’ όλ’ αυτά είδα

κάτι όνειρα σαν στημένες λεμονόκουπες που

καρτερούσαν, όπως και τα σκουπίδια,

τον οδοκαθαριστή, να τα μαζέψει.

Και σκέφτηκα ότι ίσως κάποια μέρα, να μαζέψει και τα

ΣΚΟΡΠΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ  ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013


Γράμμα σε σένα, αδερφέ...

 

Κοιτώ τριγύρω μου. Αφουγκράζομαι. Μυρίζομαι την οσμή του αέρα.
Και τότε αντιλαμβάνομαι, αδερφέ μου, ότι ζούμε αυτές τις μέρες μέσα στη σιωπή της υπομονής και της ευλάβειας. Τη σιωπή της καρτερικότητας και της συντροφικής τρυφερότητας. Εμείς που χρόνια τώρα ζούσαμε μέσα σ’ αυτή τη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή της και να την κατανοήσουμε. Να μαγευτούμε από την ομορφιά και τη γλυκύτητα της.

Κοιτώ αυτές τις μέρες τη λαμπρή απλότητα των φωτεινών και διάφανων χρωμάτων που μας χαρίζει ο ήλιος. Αν και χειμώνας, επιμένει να μην κρύβεται πίσω από σύννεφα   και γκρίζες σκιές. Πόσο θα ήθελα, αδερφέ μου, να τον πάρω από το χέρι, έτσι απλά σαν μικρό παιδί, και να τον οδηγήσω στην αλάνα της ψυχής μας. Να τη ζεστάνει και να τη φωτίσει. Να μην μπορούν να κρύβονται στο σκοτάδι, αυτοί που φοβούνται τον ήλιο της αλήθειας. Γιατί, ο ήλιος είναι η θεότητα της αλήθειας και κανένα ψέμα, καμιά αυταπάτη ή πανουργία δεν μπορεί να αντισταθεί στο αποκαλυπτικό του φως. Μας φωτίζει το μονοπάτι, όχι μόνο για να μην φοβόμαστε τις μαύρες σκιές που παραφυλάγουν, αλλά και για να το διαβαίνουμε με αξιοπρέπεια.  Να μας φωτίζει τη διαδρομή του χρόνου και της μνήμης. Μπορεί αυτές τις μέρες να τον απομυθοποιήσαμε, εμείς οι παντογνώστες της αμάθειας, οι πάνσοφοι της ανοησίας και οι λαοπλάνοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν θέλουμε και δεν κατανοούμε πως τα χρώματα του μύθου του, ομορφαίνουν τη ζωή του λαού μας. Γλυκαίνουν τη σκέψη του.

 Αυτές τις μέρες, αδερφέ μου, ζεσταίνομαι με τις ακτίνες του. Και ακούω μέσα από τη σιωπή τους τη φωνή του. Και το παράπονο του. Αυτοί, τον αγνόησαν, και έχουν τους λόγους τους. Μας θέλουν γυμνούς και απομυθοποιημένους για να διαβαίνουμε το μονοπάτι του χρόνου όπως αυτοί επιθυμούν. Και καλά, αυτοί, έχουν τους λόγους τους. Εμείς; Εμείς αδερφέ μου; παρασυρθήκαμε. Δεν ήταν, δυστυχώς, λίγοι αυτοί που είχαν πιστέψει ότι ζούσαν τη πολυτέλεια και τη χλιδή των λίγων. Όμως ήρθαν οι ανατροπές και αποκαλύφτηκε η αλήθεια. Την είδαμε. Τρομάξαμε. Φοβηθήκαμε. Και κουρνιάσαμε στη γωνιά επιτρέποντας τους να μας φορτώσουν το δικό τους έργο. Και αφήνιασαν. Λύσσαξαν αυτοί, που ανακάλυψαν τη αστραφτερή γύμνια τους. Και μέσα στην αγωνία τους έτρεξαν να αρπάξουν οποιοδήποτε κουρέλι. Και μας οδήγησαν στη όχθη της πραγματικότητας. Της σκληρής αλήθειας. Και βλέπουμε τους λάτρεις της παγκοσμιοποίησης, της νέας τάξης πραγμάτων και οικονομίας να παραδίδονται αμαχητί, για ένα κομμάτι κουρελιασμένου ρούχου. Ελάχιστοι είχαν σκεφτεί για το ρούχο της ψυχή μας. Κι  όμως όλα γύρω μας, για το ρούχο της ψυχής μας μιλούν και διδάσκουν.  Τα ρούχα της υλιστικής και πλαστικής παγκόσμιας αγοράς που μας πλάσαραν ως τώρα, είχαν ημερομηνία λήξης. Και οι λαοί δεν ζουν φορώντας αυτό το ρούχο.

Κοιτώ τον ήλιο, αδερφέ μου, αυτές τις μέρες, και τότε συνειδητοποιώ. Οι μέρες αυτές είναι εκείνες που μπορούν να μας διδάξουν την αλήθεια του και την αλήθεια των ανθρώπων. Και να μας ντύσουν με το ρούχο της ψυχής. Και αν εκείνοι δεν το κατανοήσουν γρήγορα, είναι σίγουρο ότι θα δουν τη ζωή και τις μέρες τους να συρρικνώνονται και να μικραίνουν. Αυτοί που φόρεσαν τα πλούσια ρούχα της φθήνιας, θα αρχίσουν να βολεύονται με τα κουρέλια και να ζουν το Γολγοθά , χωρίς Ανάσταση. Εμείς όμως που φορέσαμε το ρούχο της ψυχής δεν φοβόμαστε τη γύμνια. Γιατί, ξέρουμε καλά πως εκεί κρύβεται και η αλήθεια. Και δεν μας τρομάζει η αλήθεια. Γιατί η αλήθεια είναι γυμνή. Όπως γυμνά είναι τα μπράτσα του εργάτη. Όπως γυμνός είναι ο μαστός της μάνας που θηλάζει. 

Αδερφέ μου, ο ήλιος είναι ο πρώτος ηγέτης του κόσμου, όπως ακριβώς ήταν και οι αληθινοί επαναστάτες. Οι επαναστάτες που κρύβονται μέσα σε γυαλιστερά ρούχα και στο σκοτάδι, είναι οι επαναστάτες της κουκούλας και σκιές που φοβούνται τη δύναμη του ήλιου. Τρομάζουν τη γύμνια. Και ο ήλιος, και η αλήθεια δεν κρύβεται πίσω από ιδέες-σκιές.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Αύριο...


Κάθε βράδυ ξαναγυρίζω, στο ίδιο μέρος

Και μπροστά στο καθρέπτη

Φορώ  τ’ αληθινό μου πρόσωπο

Όσες φορές και να ξαναγύρισα

Ποτέ  ο ίδιος δεν ήμουνα

Στα κουρασμένα μάτια μου

Ξεχειμωνιάζουν οι μάταιες μέρες μου

Άδειες σαίτες στον αργαλειό

Το χρόνο  μου υφαίνουν

Στάλα – στάλα η ζωή μου χάνεται

Αύριο θα γράψω ένα ποίημα

Αύριο.......

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

15 Ιουλίου



Πως άλλαξε έτσι ξαφνικά ο καιρός

Ο καύσωνας του Ιουλίου, ίσως να φταίει,

Η υγρασία του μεσοκαλόκαιρου, ποιός να ξέρει

 

Καίνε απ’ τον  ιδρώτα τα μάτια μου

Και από το λαιμό μου κρέμονται σαν χάντρες

Τεράστια, βρώμικα και δυσκίνητα ζώα

Έγειρα να κοιμηθώ,  κι ας είχα χάσει

Τα πάντα, σαν σε μια παρτίδα, μονόπολης

Ελπίζοντας την άλλη μέρα πως θα κέρδιζα

 

Και όμως ο αέρας βαρύς, ούρλιαζε,

‘ πάμε παρακάτω’, και με ματωμένο μαντίλι

Σφούγγιζε τα λιπώδες χείλη του.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Γεύση της θλίψης


απόψε,

Το μαύρο της ψυχής μου

λεκιάζει το γαλάζιο τ' ουρανού

και την γαλήνη του

ρυτιδιάζουν, γεμίζοντας

τον γκρίζες πτυχές,

ανείπωτοι πόθοι,

πυρωτικοί στεναγμοί

 

απόψε

βουτηγμένος στη σιωπή

βγαίνω για μοναχικούς περίπατους

σαν άνεμος γυροφέρνω τη πόρτα σου

ξενύχτης αλήτης, ευλαβικός προσκυνητής

 

απόψε

στρώνω την μοναξιά,

για σεντόνι μου

και μιμούμαι το θάνατο

και για μοιρολόι

ακούω το κλάμα τ' ουρανού

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

                                                     Kαταραμένο πάθος
                      Σχόλια του Άριστου Τσιάρτα κατά την παρουσίαση του βιβλίου.



Το καταραμένο πάθος είναι η Τρίτη μυθιστορηματική δουλεία του Γιάννου Λαμπή. Προηγήθηκε η Ιοκάστη και ακολούθησε πριν από δύο χρόνια το Ψάξε μέσα στη σιωπή σου. Όλες του οι συγγραφικές απόπειρες χαρακτηρίζονται από τόλμη και ευρηματικότητα. Το κ.π. είναι όμως το πιο τολμηρό και πληθωρικό ιδιοσυγκρασιακά. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς καταφεύγουν στην ασφάλεια του καθιερωμένου, του γνώριμου του οικείου ο Λαμπής αγγίζει ζητήματα προκλητικά, δύσκολα και σύνθετα που δεν τολμούμε, δεν θέλουμε ή αδυνατούμε να προσεγγίσουμε. Συνάμα το κπ είναι και το πιο ώριμο, το πιο σπαρακτικό και το πιο ανθρώπινο κατά την άποψη μου μυθιστόρημα. Ότι κάνει ειδικά το κπ να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, προσδίδοντας ωριμότητα στο έργο, είναι ότι ο συγγραφέας ενώ ελέγχει απόλυτα το υλικό του, αποστασιοποιείται από τον εαυτό του και το θέμα του δίνοντας στο συγγραφικό του έργο μεγαλύτερη εμβέλεια. Όπως επίσης και το ότι ο συγγραφέας κατορθώνει να ξετυλίγει το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο του έργου του και να παρακολουθεί ταυτόχρονα και ισορροπημένα την ιδιωτική ζωή, τα πάθη και την ψυχολογία των ηρώων του. Τα πρόσωπα στο κπ έχουν τη δική τους βαρύνουσα υπόσταση, τη δική τους μοίρα τα δικά τους πάθη. Διαγράφονται και σκιαγραφούνται ως χαρακτήρες που ζουν στο μισοσκόταδο την δική τους ύπαρξη και αντιδρούν με το δικό τους τρόπο. Αξιοσημείωτη είναι μάλιστα η ικανότητα του συγγραφέα να φέρνει τους ήρωες του σφόδρα αντιμέτωπους με τους οικείους τους καθώς και η δύναμη στην περιγραφή των συνειδητών ή ασυνείδητων τους αντιδράσεων. Ο συγγραφέας φωτίζει, προκαλεί και δοκιμάζει, με εξοντωτικό τρόπο τις αντιδράσεις των ηρώων του σε οριακές καταστάσεις αναδεικνύοντας ένα γενικότερο προβληματισμό για την ανθρώπινη φύση, για την ποιότητα και τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων. Στο έργο, και στη ζωή του θα πρόσθετα, δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει ή να σοκάρει. Δεν επιχειρεί να παρουσιάσει την προσέγγιση του, την αντίληψη του ως ένα ολογράφημα του κόσμου. Ο τίτλος του έργο αποτελεί και τη συνολική νοηματική του κατακλείδα. Προδιαθέτει για τη δράση και την απόληξη της πορεία των ηρώων του. Θαλεγα ότι στις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες το έργο έχει συμβολικές προεκτάσεις αποτελώντας μια επίκαιρη και συγκλονιστική μαρτυρία μια πιστή αναπαράσταση μικρών και μεγάλων δραμάτων που βιώνουν πολλές οικογένειες. To μυθιστόρημα έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς μια μεγαλοαστική οικογένεια της Λεμεσού με όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέλειας φαινομενικά οικογένειας. Ο γιός τους ο Χρίστος ομοφυλόφιλος στέλλεται εσώκλειστος σε σχολείο της Ιταλίας ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η εικόνα μιας καθωσπρέπει και με υπόληψη οικογένειας, να γλυτώσει από την κοινωνική απαξίωση και καταδίκη ενώ διαχειρίζεται το μυστικό κάτω από συνθήκες απόλυτης σιωπής. Όμως ο θάνατος του Χρίστου στην Ιταλία οδηγεί την οικογένεια σε εκρηκτικές καταστάσεις. Ο καθρέφτης της τέλειας οικογένειας ραγίζει και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας τότε <τα μυστικά αρχίζουν να ξεφυσούν σαν σκορπιοί>. Από την άλλη η κόρη της Οικογένειας διατηρεί σχέση με ένα ανερχόμενο αστέρα της δικηγορίας στην πόλη, τον Αλέξη, ο οποίος έχει πάθος με τη χαρτοπαιξία. Το πάθος του αυτό το οδηγεί σε πλήρη προσωπική, οικονομική, ψυχική χρεοκοπία και εξαθλίωση, σε μια αυτοκαταστροφική και αδιέξοδη πορεία με ολέθριες συνέπειες για τον εαυτό του, τους ανθρώπους του τη σχέση του με τη Μαρίνα. Ο συγγραφέας ισορροπεί την κατά κανόνα ρεαλιστική και επίκαιρη του αφήγηση με μια παράμετρο υπέρβασης χωρίς να γίνεται παράταιρη ή άστοχη η συμπλοκή των δύο επιπέδων αφήγησης. Δύο επιπέδων αφήγησης που χαρακτηρίζονται από συνθετική πληρότητα και τα οποία ο Λαμπής φροντίζει να χειρίζεται προσεκτικά και με συνέπεια. Τον εθισμό στο τζόγο του Αλέξη και την οικογενειακή διαχείριση της ομοφυλοφιλίας του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας που επιτρέπει στο συγγραφέα να κτίσει μια πολυκύμαντη πλοκή που είναι ικανή να τροφοδοτήσει περισσότερα του ενός μυθιστορήματα. Τα πρόσωπα του προσπαθούν αγωνιωδώς να αντιτάξουν στην πνιγηρότητα του κόσμου τους ένα λόγο για να ζούν. Αναζητούν καταφύγιο σε μια μυστική και απεγνωσμένη ζωή που καθίσταται απώτατο όριο επιβίωσης και επιφέρει την αδιέξοδη κατάληξη και το οδυνηρό τέλος. Επιπλέον εγκαθιδρύει ένα πλαίσιο αφήγησης, διόλου δραματικό, που έχει ως βάση το έργο αλλά ταυτόχρονα το υπερβαίνει. Τούτο συμπληρώνεται από το γλωσσικό πλούτο και τη λεπταισθησία που υπογραμμίζει αντιστικτικά τη ζοφερότητα των εξιστορήσεων. Η καλοδουλεμένη ανέλιξη της πλοκής προκαλεί και διεγείρει την αγωνία και το συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη. Η χαρτογράφηση του ψυχικού κόσμου των ηρώων είναι αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης του συγγραφέα και ο αναγνώστης πρέπει να παρακολουθεί με προσοχή τα χνάρια που αφήνει με τις λέξεις ο συγγραφέας για να ανταμωθεί με τα πρόσωπα της τέχνης του και τους ήρωες του. Ο Λαμπής αποτυπώνει την πιο λεπτή ψυχολογική του παρατήρηση με δυναμική στοχαστικότητα. Καταπιάνεται και περιγράφει ανθρώπους με συμβολικό βάρος που υφίστανται τη βασανιστική τους συμβίωση, την ολέθρια πορεία τους στη ζωή, την αδυναμία να ζήσουν την ιδαιτερότητα τους, την αποξένωση από το περιβάλλον τους που είναι αποτέλεσμα της διαφορετικότητας τους και την απεγνωσμένη προσπάθεια τους να βρουν ψυχικές, οικογενειακές και κοινωνικές ισορροπίες. Στην περιγραφή της εξάρτησης στον τζόγο , στη ρουλέττα, του Αλέξη, ο οποίος καταφεύγει κρυφά τις νυχτες καζίνο στην Κερύνεια για τη ρουλέττα. Η χρήση της ρουλέττας δεν είναι καθόλου τυχαία. Όπως επίσης και το μανιχαικό σχήμα μαύρο/κόκκινο ναι/όχι που σε τελική ζωή παραπέμπει στο ζωή/θάνατος. Σε αυτό το αυτοκτονικά διαδυκό σχήμα, η έννοια του χρόνου διαστρεβλώνεται ενώ νικητής και χαμένος, ραγισμένα και παραπαίοντα πρόσωπα, εναλλάσονται στο ρόλο θύτη και θύματος. Σε αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι δεν ποντάρουν τα λεφτά τους αλλά την ίδια τη ζωή τους. Σε αυτή τη μάχη με το πεπρωμένο ότι πολύτιμο αυτοκαταργείται. Διαβάζω από το βιβλίο <Γύρω από το τραπέζι της ρουλέττας κάθονταν ακόμα τρείς άνδρες και μια γυναίκα. Κάθισε στο κέντρο του τραπεζιού και καθώς έβγαζε τις μάρκες και τις έστηνε μπροστά του στη σειρά, αναλόγως με την αξία τους, βάλθηκε να μελετά τα πρόσωπα τους. Μορφές σμιλεμένες από την δύναμη του πάθους. Πρόσωπα ρουφηγμένα από την απουσία ονείρων και επιθυμιών. Μάτια αποξηραμένα που αν κάποιο δάκρυ κυλούσε, σίγουρα θα χανόταν μέσα στις χαράδρες και τα φαράγγια της πίκρας, του πάθους και της απόγνωσης που κουβαλούσαν. Όχι εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς. Απόψε είναι η τελευταία φορά που υποκύπτω στο πάθος μου, συλλογίστηκε και ένα αναστεναγμός έφυγε από τα ξεραμένα από την αγωνάι χείλη του. Πόσες φορες είχε πει τα ίδια λόγια.> Ο συγγραφέας οικοδομώντας προσεκτικά το ψυχογράφημα του Αλέξη θυμίζει έντονα τις σκηνές του Εντγκαρ Αλλαν Πόε ο οποίος περιγράφει το τζόγο ως το μέγιστο των παθών επειδή όπως λέει <μπαίνει στο αίμα σου>. Ο Λαμπής προσδίδει στη συμπεριφορά και την εξάρτηση του Αλέξη στη Ρουλέττα διαστάσεις μεταφυσικές αλλά και ενός ανίερου και αυτοκαταστροφικού πάθους, που καταδυναστεύει τη ψυχή του. Αναδεικνύει τη μοίρα των τυχερών παιχνιδιών: το ξαφνικό πέρασμα από τον πλούτο στη φτώχεια, από την τύχη στην ατυχία και αντιστρόφως. Η τράπουλα, η ρουλέττα τα ζάρια αποτελούν μανιχαικά φετίχ και ξόρκια της σύμπτωσης. Όπως ακριβώς στους ήρωες του Ντοστογιέφσκι όπου ο συγγραφέας των Δαιμονισμένων δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί από τα χρέη του εξαιτίας του τζόγου φέρνοντας τη συμφορά στον ίδιο και την οικογένεια του. Ο Αλέξης πλήρως χρεοκοπημένος και σακατεμένος, με ακυρωμένη πια την καθόλα υποσχόμενη προσωπική και επαγγελματική του πορεία, καταφεύγει σε τοκογλύφους, που φέρνουν εκβιασμούς, απειλές, την πλήρη απώλεια της περιουσίας του και την εξαθλίωση του. Η περιγραφή των διελεύσεων της πράσινης γραμμής, η ατμόσφαιρα του καζίνο στην κερύνεια, ο συγχρωτισμός εκ και τκ παικτών με άτομα του υποκόσμου, το στήσιμο της επιχείρισης σύλληψης τους δίνουν στο βιβλίο έντονα χαρακτηριστικά αστυνομικού μυθιστορήματος. Προσδίδουν όμως στον τζόγο και τα χαρακτηριστικά όχι μόνο ενός κοινωνικού αλλά και πολιτισμικού φαινομένου αφού περιέχει ικανά στοιχεία του πάθους και ακραίων συνδιαλλαγών που οδηγούν την ανθρώπινη προσωπικότητα στα όρια της. Επιτρέψτε μου αγαπητοί φίλοι να πω ότι στο βιβλίο του ο Γιάννος, χωρίς να υποκύπτει στην ευκολία του εντυπωσιασμού ή του μελοδραματισμού, ξεθάβει σκελετούς που η κάθε κυπριακή οικογένεια έχει θαμμένους στα ντουλάπια της. Και αυτοί οι σκελετοί στο βιβλίο του Λαμπή ζουν στη σιωπή. Οι σιωπές του Λαμπή, στοιχείο και των τριών μυθιστορημάτων του, αυτές οι σκοτεινές περιοχές στο φάσμα του λόγου του πιστοποιούν την ωριμότητα του ως συγγραφέα που ξέρει ότι τα σημαντικότερα πράγματα δεν εκφράζονται με λόγια. Από την άλλη δίνουν σπάνια υποβλητικότητα στον φαινομενικά νατουραλιστικό λόγο του. Η τέχνη της σιωπής κορυφώνεται στο δράμα των γονιών κατά ένα τρόπο που επιβάλλει ένα σεβασμό στα παθήματα τους. Η μητέρα προσπαθεί απεγνωσμένα να πνίξει τον πόνο και την οργή της σε μια ατμόσφαιρα ψυχικής/εσωτερικής διαπάλης. Στην αρχή, συγκλονισμένη από το θάνατο του παιδιού της, αντιδρά και δεν πιστεύει δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία του γιου της. Στη συνέχεια αντιμετωπίζει και διαχειρίζεται στωικά και με μεγαλοψυχία την αποκάλυψη της αλήθειας για την ιστορία και τη διαδρομή του παιδιού της τόσο με το σύζυγο της όσο και με το δολοφόνο του παιδιού της. Μα και ο πατέρας που κάτω από το κάλυμμα της σιωπής, κυρίως της εικόνας του, λουφάζει ένα πληγωμένο ζώο. Aρνείται πεισματικά να εξωτερικεύσει την απελπισία του από το θάνατο του παιδιού του και επιδίδεται ακόμα και όταν το δράμα αποκαλύπτεται σε όλες του τις πτυχές σε μια ιεραποστολική προσπάθεια να μην κυλήσει ένα δάκρυ . Ουσιαστικά τα μεγάλα δράματα των δύο ηρώων του, τα πάθη τους και οι πολυκύμαντες και δύσκολες διαδρομές τους περνούν μέσα απο τις σελίδες του μυθιστορήματος με ένα σιωπηλό και βουβό τρόπο. Γι αυτό τα δράματα τους είναι εκρηκτικότερα και πολύ βαθύτερα απ οσο φαίνονται. Οι περιγραφές του είναι σπαρακτικές, αγωνιώδεις και βασανιστικές. Κυρίως όμως υπαινικτικές από την άποψη της διεξοδικής καταγραφής αόρατων κυματισμών, πλάγιων και έμμεσων παραπομπών . Ο συγγραφέας υπαινίσσεται πράγματα που σίγουρα μπορούσε αλλά δεν θέλησε να πεί απερίφραστα ή απροκάλυπτα αφήνοντας στον αναγνώστη ευρύ πεδίο αποκάλυψης. Είναι πρόσωπα που είναι καθημερινά δίπλα μας γύρω μας που αγνοούμε, κάνουμε υποκριτικά πως δεν υπάρχουν, που πολλές φορές εξοβελίζουμε όπως η οικογένεια Παπαδάκη και πολλές άλλες οικογένειες, ζουν στο μισοσκόταδο και διατηρούν μια κολοβή και ανάπηρη σχέση με το άμεσο και ευρύτερο τους περιβάλλον. Ο Λαμπής διαπραγματεύεται το βιβλίο του σε δύο επίπεδα και κινείται γύρω από δύο ακανθώδη και εξαιρετικά επίκαιρα θέματα για τα οποία διεξάγεται έντονη και φορτισμένη συζήτηση στη δημόσια σφαίρα και την κοινωνία. Ό ίδιος αγωνιά ψάχνει και μελετά για τα θέματα αυτά. Όμως δεν χρησιμοποιεί το μυθιστόρημα ως πρόσχημα για να εκθέσει τις πολιτικοκοινωνικές του απόψεις. Τον ενδιαφέρει πρωτίστως η μυθιστορηματική του περιπέτεια σε όλες τις εκφάνσεις της. Δεν απλουστεύει, δεν αποτιμά, δεν κατακεραυνώνει. Προσπαθεί και πετυχαίνει, να ανασυνθέσει την πορεία μιας οικογένειας γύρω από τον άξονα της αποδοχής της σεξουαλικής διαφορετικότητας και της διαχείρισης του πάθους τζόγου, με καταιγιστικές περιγραφές, με εικόνες, με φευγαλέες στιγμές, με υπόκωφα δράματα, που έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη γενική έκβαση του διαλόγου που διεξάγεται για τα δύο αυτά ζητήματα. Απεικονίζει με διεξοδικότητα το αίσθημα της απόγνωσης στο απόγειο του, χωρίς να αφήνει κανέναν άνοιγμα στο μελοδραματισμό και την κενή αισθηματολογία. Μένει μόνο ο απολογισμός του Αλέξη, αποκαμωμένος και συντετριμμένος πια να δηλώνει <Τελικά οι άνθρωποι μεταξύ μας διαφέρουμε…στον ορίζοντα που κοιτάμε> Επιπλεον, το βιβλίο του είναι ένα αφήγημα ευρέως φάσματος έχει έντονες, βαθιές, επίκαιρες και συμβολικές προεκτάσεις. Είναι εν πολλοίς μια μυθιστορηματική τοιχογραφία της εποχής μας με επιμέρους ψηφίδες που οδηγούν στη σημερινή γενικευμένη κρίση. Το γήρας των ιδανικών, η δραματική κατάρρευση ενός κόσμου-μοιραία για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, αποδιοργάνωση κάθε άμυνας των προσώπων απέναντι στο μοιραίο,όνειρα και πεποιθήσεις που διαψεύστηκαν, άνθρωποι καταρρακωμένοι σκιές και φαντάσματα που περιπλανιούνται εξαθλιωμένοι και αβοήθητοι στο παρόν. Ακριβώς γι αυτό το λόγο ο Λαμπής δίνει με το βιβλίο του μια χαρακτηριστική, πανοραμική και πιο χυμώδη εικόνα της ζωής και της κοινωνίας της Κύπρου του σήμερα.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013


Η δική μου γιορτή

 

Πέφτω να κοιμηθώ, έτοιμο είναι

το χωμάτινο κρεβάτι, και το

μαξιλάρι καμωμένο από κλώνια

αποξεραμένα, πολύχρονου κυπαρισσιού

 
Για σεντόνι, ένα κομμάτι

ουρανού, και στο προσκεφάλι,

ένα τρεμάμενο αστέρι

με φλόγα χλωμή, να τρεμοπαίζει

στο χάδι του ακοίμητου ανέμου
 

Για προσευχή, άσε, τον ήχο

να ακουστεί, εκείνον τον ξερό,

καθώς σαπίζουν, ραγίζουν

και σπάζουνε τα φύλλα.

 
Μην γελαστείς να έρθεις το πρωί να με φωνάξεις,

μην αφήσεις κλάμα ν’ ακουστεί

 
Τον ύπνο μου δεν πρέπει να χαλάσεις

Είναι δικιά μου, αληθινά,

Ετούτη η γιορτή.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

‘Καταραμένο Πάθος’,
 
ένα μυθιστόρημα που θα σας οδηγήσει μέσα από οδυνηρά συναισθηματικά μονοπάτια και απροσδόκητες ανατροπές, μέχρι να επέλθει η λύτρωση και να δώσει απάντηση σε όσους έχουν ποτέ αναρωτηθεί αν είναι δυνατόν να υπάρχει συγχώρεση ακόμα και όταν ο πόνος είναι δυσβάστακτος.

Μετά τον αινιγματικό θάνατο του Χρίστου, η οικογένεια Παπαδάκη παρασύρεται σε μια οδυνηρή και ατελείωτη δίνη. Ο καθρέπτης της 'τέλειας’ οικογένειας ραγίζει και τα μυστικά αρχίζουν να ξεφυσούν από τις ρωγμές σαν σκορπιοί, δηλητηριάζοντας τις ζωές και τις σχέσεις τους και φέρνοντας τους αντιμέτωπους με βασανιστικά διλήμματα και ερωτήματα.

Πόσο καλά γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τον σύντροφο μας ή τον ερωμένο μας;

Πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε την διαφορετικότητα τους ακόμα και τα πάθη τους;

Τζόγος, έρωτας, δολοπλοκίες, ομοφυλοφιλία.

Πάθη που κρύβονται επιμελώς από τα σαρκοβόρα μάτια της κοινωνίας.

Πόσο καλά προφυλαγμένα είναι όμως, και πόση δύναμη έχουμε για να τα ξεπεράσουμε;

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

" Η ποίηση είναι η έκρηξη της ψυχής και τα ποιήματα είναι τα κομμάτια της σε μορφή μελανιού"
Γιάννος Λαμπής
4/5/2013

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013


Μάνα

 

Ωσάν τα σκασμένα απ’ τη δίψα

χωμάτινα χείλια της γης

αχνίζουν καθώς ρουφάνε με λαχτάρα

τις νερένιες σταγόνες της βροχής,

όμοια κι’ κι’ η ψυχή μου

γλυκαίνει μ’ ανείπωτη ηδονή

όταν στα σπλάχνα μου μια λέξη

αργοστάζει, Μάνα, και με κερνά

γαλήνη και δύναμη ζωής.

 

02/05/2013

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

 Το ζειμπέκικο της Αφροδίτης.

Σε ντύσανε μ' αγιόκλιμα κι ανθούς της λεμονιάς,
σε σκλαβοπάζαρο σε πάνε,
κι εσύ κεντάς τη λέξη, υπομονή

νύχτα φωτιά, φώτα σβηστά,
και αυτοί να σε τραβάνε
σε υπόγεια με χνώτα, βρώμικα

Τσιγγάνικα παζάρια γύρω σου και σε πουλάνε
κι αδελφός σου νταβατζής,
σαν Πόρνη που απ τα βυζιά της στέρεψε το γάλα
σμήνη απίστων το'χουν πιεί.

κόβεις το ρόδι της φύτρας και κρατάεις,
όρθια πλάτη και χούφτα ανοιχτή,
άπορη στον άπορο μοιράζεις,
της ανάγκης το δικό σου το ψωμί

σταυρώνεσαι μα τελεσφόρα ανασταίνεις
του ονείρου σου τη διαδρομή
αψηφάς σπιούνους, δοσιλόγους
πιστή στο ραντεβού σου
που σου'χουν ορίσει οι θεοί.

πως η απελπισία κάνει τον άνθρωπο θεριό
όμως δεν κλαίς γιατι στη θάλασσα το δάκρυ φτάνει
Κι’ εσύ θα τη πικράνεις, κι’ θάλασσα πρέπει να είναι αλμυρή

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Η Θαλασσοφορούσα

Με ρημάξανε το κρίμα και τ’ άδικο
Με κυνηγάνε βρίζοντας θεοί κι ανθρώποι
Και καθώς μέσα στης βάρβαρης νύχτας τη φρίκη
Των βαρβάρων το κύμα χυμά
Του θανάτου τα δόντια στο σώμα μου, λυγάν
Όμως μέσα μου το δίκιο ανθίζει και δεν σωπά
Πετά φτερούγες κι απλώνει, με νύχια
Το κορμί τ’ άδικου κεντά
Και καθώς του κορμιού μου κομμάτια σάρκας πετιόνται
Χιλιάδες άλλοι κλώνοι βλαστούν, γιγάντιοι,
Τους θεούς ν’ αδράξουν κερνώντας
Ανθούς πικρούς και καταφρόνια
Με τη μεζούρα του ήλιου, μέσα
Στην καρδιά του θεού το άδικο δεν χώρα
Το θαλασσόβρεχτο λευκό νυφικό σου,
Κράτα καρδιά μου ψηλά.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

απορία

Ποιό χέρι Εφιαλτικό
χάραξε με ουλές την Αφροδίτη
κι ασκήμισε, για πάντα, ο κόσμος;

Ποιό στόμα τη βύζαξε
κι έμεινε χλωμό, βυθισμένο, το
άλλωτε ροδαλό της στήθος;

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013


Για την Άνοιξη των Ανθρώπων

 

Ζούμε σε καιρούς πονηρούς και χαλεπούς. Τρέχουμε σαν αλαφιασμένοι αστοί να προλάβουμε. Να προλάβουμε όμως, τι; Το χρόνο; Το αύριο;

Ξεχνάμε μάλλον πως το αύριο, είναι μια μακρινή υπόθεση και δεν μπορούμε να το αγγίξουμε αν δεν περάσουμε πρώτα από το σήμερα. Αν δε ζήσουμε το τώρα δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσουμε το αύριο. Κι όμως το ξεχνάμε και μαζί χάνουμε την ευκαιρία να ζήσουμε και να γευτούμε τις χαρές της ζωής.

 

Ψάχνουμε για το ωραίο και για το όμορφο για να νοιώσουμε ευτυχισμένοι. Αναγέρνουμε το κεφάλι, κοιτάμε ψηλά και τρέχουμε για να τα βρούμε, σκουντουφλάμε, πέφτουμε και τσακιζόμαστε. Κι όμως αν κοιτάξουμε χαμηλά, στο ύψος των ματιών μας και απλώσουμε τα χέρια μας τότε θα αγγίξουμε την ομορφιά και το ωραίο, γιατί η ομορφιά είναι όλα αυτά τα απλά πράγματα, που γεμίζουν τη ζωή μας, τα ασήμαντα και μικρά, που επαναλαμβάνουμε πολλές φορές μέσα στο μικρόκοσμο της καθημερινότητας μας. Δεν τα προσέχουμε όμως, τα τσαλαπατάμε, τα προσπερνάμε τυφλωμένοι από την απληστία και το ανικανοποίητο εγώ μας. Κοίτα τα κρίνα και τα αγριόχορτα στους αγρούς. Κοίτα πώς χαίρονται το άγγιγμα του ήλιου και το μουρμουρητό του ανέμου; Μια χούφτα χώμα και μια σταλιά ικμάδας χρειάζονται.

 

Εσύ ανικανοποίητε και άπληστε άνθρωπε τι παραπάνω από όσα έχεις χρειάζεσαι; Νομίζεις πως σου λείπουν πολλά και στο κυνήγι τους καταστρέφεις κι αυτό που έχεις. Στάσου μια στιγμή. Σκέψου. Γιατί να αφήνεις τα πάθη να σε κυριαρχούν και να μην επιτρέπεις στη καρδιά σου ν’ ανακαλύψει πάλι απ’ την αρχή την απεραντοσύνη του μικρού κόσμου, την αιωνιότητα του βουνού και την αγέραστη άνοιξη των πεύκων; Να μάθει όσα μπορούν να της πουν ο καθάριος ουρανός και τα χρώματα του ορίζοντα; Γιατί κάνεις τόσο δύσκολο και μάταιο το ταξίδι σου; Γιατί να επιτρέπεις στα λάθη και στα πάθη σου να σε εγκλωβίζουν και να μην μπορείς ν’ ακούσεις την αιώνια ψαλμωδία του ανέμου, να μην αφήνεις την ψυχή σου να γρικηθεί την άηχη κουβέντα του χορταριού και της γης, να μην της επιτρέπεις να μάθει την κραυγή της πέτρας που κατρακυλά στο βουνοπλάγι που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μικρός ύμνος της αλήθειας και της αιωνιότητας;

 

Και όμως κάποτε το αντιλαμβάνεσαι και η καρδιά σου τρεμουλιάζει. Ζητά μια ανάσα για να ξεκουραστεί. Το καταλαβαίνεις και φοβάσαι. Ιδρώνεις. Αλήθεια! Πόσο πολύ θα ήθελες να το κάνεις! Όμως κάτι δεν σε αφήνει. Κι όλο τρέχεις. Κι όλο κινάς. Για πού; Ακόμα δεν ξέρεις; Μήπως σταμάτησες να κάνεις όνειρα; Αλίμονο! Αν δεν μπορείς να ονειρεύεσαι, αν δεν μπορείς να βρεις το σκοπό σου μέσα από το όνειρο σου, πώς περιμένεις να το βρεις στον έξω κόσμο;

 

Τα χρόνια είναι σκληρά, πέτρινα και πονούν. Ματώνουν. Γιατί μας χτυπούν χωρίς σταματημό με βιαιότητα. Κι ο κόσμος που ζούμε «γέννησε» λύκους. Και τους γέννησε η ανυπαρξία της ηθικής του, αλλά προπάντων, η έλλειψη οράματος. Εκτός κι αν αυτό που ζούμε είναι το προοίμιο του κόσμου που οραματίζονται. Ζούμε σε χρόνια δύσκολα γιατί ακριβώς την απουσία του οράματος, την έλλειψη ιδεών οικουμενικού χαρακτήρα, τα έχουν αντικαταστήσει οι πολιτικοί, οι τεχνοκράτες και οι εξουσίες. Οι θρησκείες. Τα πολιτικά συστήματα. Οι συναγωγές και οι στοές. Οι δεξαμενές σκέψης και σχολές συμπεριφοράς. Και «δούλεψαν» καλά αυτή την έλλειψη οραμάτων και μας καθοδήγησαν να πιστέψουμε πως αυτό που  ζούμε είναι ο καλύτερος κόσμος. Είναι, δήθεν, αυτό που εμείς έχουμε ονειρευτεί.

 

Προσκυνούμε ψεύτικους, εφήμερους και πλαστικούς θεούς. Κι όμως, οι άνθρωποι που τολμούν να ονειρεύονται και ν’ αγωνίζονται δεν σκύβουν το κεφάλι παρά μόνο σ’ έναν ήλιο. Τον ήλιο της δικαίωσης και της αξιοπρέπειας. Γι' αυτό κι εγώ, δεν θα προσκυνήσω τις μοντέρνες και πρόσκαιρες θεότητες γιατί αύριο θα τις έχουν απαρνηθεί ακόμα κι' αυτοί οι ίδιοι που τώρα τις λατρεύουν. Και γιατί ξέρω καλά, όπως κι εσύ, ότι ένας λαός που αλλάζει θεότητες, όπως τα πουκάμισά του, σε κάνει να τρομάζεις για το αύριο του.

                                                

Μην αρκείσαι σ’ αυτά που οι άλλοι σου προσφέρουν. Να φοβάσαι! Να τρέμεις μόνο και μόνο με την ιδέα πως κάποια στιγμή, κάποιο πρωί θα ξυπνήσεις και θα έχεις πλέον συνηθίσει να αρκείσαι σ’ αυτά μονάχα που σου δίνουν. Σ’ αυτά που προσπαθούν να σε πείσουν ότι είναι αρκετά. Διεκδίκησε  αυτά που σου ανήκουν και πάλεψε για το δικό σου όνειρο. Το όνειρο που έχει την δική σου μυρωδιά, το δικό σου χρώμα και σχήμα. Κάνε το δικό σου ταξίδι  και να είσαι σίγουρος ότι στο τέρμα όταν φτάσεις και σταθείς, και κοιτάξεις μπροστά σου τους ανοιχτούς ορίζοντες, θα αφουγκραστείς το γέλιο των ανθρώπων, το μεστό γέλιο των παιδιών, θα νοιώσεις τις ανάσες και θα αναπνεύσεις τις μυρωδιές της ζωής που κουβαλά μαζί του το ποτισμένο με αλμύρα αεράκι που ξεπηδά μέσα από τις νοτισμένες ανατολές .

Μέσα από αυτή την προσπάθεια  και το δικό σου ταξίδι, θα συναντήσεις ανθρώπους σαν και σένα. Ανθρώπους που μέσα σας βαθιά έχετε  την ίδια λαχτάρα και την ίδια ελπίδα. Ανθρώπους που μοιράζεστε το ίδιο όνειρο. Να ζήσετε μια απλή, ήσυχη και ζεστή ζωή, γεμάτη αγάπη και κατανόηση. Συντροφικότητα και αλληλοσεβασμό. Και το κέρδος σου θα είναι μεγάλο. Γιατί σπουδάζοντας και μελετώντας όλους αυτούς τους ανθρώπους, θα αρχίσεις  να κατανοείς τις δικές σου αλήθειες.

 

Θα συναντήσεις όμως και ανθρώπους χωρίς όνειρα και φιλοδοξίες. Ανθρώπους που παρασύρθηκαν από ψεύτικους μύθους. Μύθους καταναλωτικούς και με ημερομηνία λήξεως. Ανθρώπους που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι οι αληθινοί μύθοι θέλουν να διδάξουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και τότε θα  συνειδητοποιήσεις  ότι η καρδιά σου αντέχει τους μύθους όσο μπορεί να ονειρεύεται. Και πρέπει να συνεχίσεις να ατενίζεις τους ορίζοντες που ανοίγονται μπροστά σου και να τους γεμίζεις με τη σιωπή σου. Γιατί, τα μεγάλα οράματα γεννώνται μέσα στη σιωπή.

 

Ναι, τα χρόνια είναι σκληρά, σαν γρανιτόπετρες, και πονούν. Κόβουν σαν καλοακονισμένες λεπίδες. Κι είναι πέτρινα τα χρόνια που ζούμε. Είναι χρόνια μιας άνευ ορίων χυδαιότητας, μιας καχεκτικής ηθικολογίας που χρησιμοποιούν οι ανίεροι που μας εξουσιάζουν. Κι εκείνοι που τους μιμούνται, ίσως αυτοί να είναι και οι πιο πολλοί.

Είναι χρόνια που λάμπουν εξωτερικά, αλλά όσο αστραφτερή κι αν είναι η εξωτερική πλευρά των πραγμάτων, άλλη τόση είναι και η ρυπαρότητα του εσωτερισμού. Σκοτεινά και κρύα τα χρόνια που ζούμε. Κι ανήθικα. Κι αυτό τα κάνει ακόμη πιο οδυνηρά.

Σήμερα οι πάνσοφοι του κόσμου που μας κυβερνούν, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή εξουσίας, δυστυχώς φορούν πανάκριβα κοστούμια, αλλά έχασαν την πανοπλία του πολεμιστή. Εκείνη την πανοπλία με τα βαθιά σημάδια του αντιπάλου, τη γεμάτη λασπουριά από τα πεδία των μαχών, όπου σαν άντρες βίαιοι και κεραυνίσιοι, με τα χείλη να ματώνουν απ’ την προσπάθεια, έδιναν τον υπαρξιακό τους αγώνα.

Τον αγώνα της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας. Σήμερα οι κατ’ ευφημισμό πολεμιστές είναι ή προσπαθούν να παρουσιαστούν «πεντακάθαροι» κι αστραφτεροί λες και κινούνται σε διάφορες πασαρέλες. Ή μήπως στ’ αλήθεια είναι μόνο για κάποιες καταναλωτικές παραστάσεις και κάποιος άλλος -αθέατος- κινεί τα νήματα όχι μόνον των κινήσεών τους, αλλά και της σκέψης τους;

 

Εξουσίες.

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ δεν κατάφερα ν’ ακουστεί η φωνή μου.

Γιατί ποτέ μου δεν στάθηκα με τόλμη, με παρρησία απέναντι σ’ αυτούς που φωνασκούν. Δεν κοίταξα κατάματα αυτούς που καμώνονται πως δήθεν με σκέφτονται και λυπούνται στη θλίψη μου, και κορδωμένοι πάνω από τα συντρίμμια μου τάζανε ταξίδια σαν γραφεία ταξιδιωτικά σε καιρό προσφορών. Ναι! Είμαι όχλος γιατί δεν κατάλαβα πως μου αποσιωπούσαν ότι έξω από το αγκυροβόλι μου παραμόνευαν θύελλες και συμφορές. Μου πρόσφεραν γαλήνια δήθεν θάλασσα και μου τάζανε ούριους ανέμους, μα ήταν μικρό και τρύπιο το καραβάκι που μου δώσανε, με σπασμένο κατάρτι, δίχως δοιάκι και τρύπια πανιά.

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι η εξουσία είμαι εγώ, είμαστε εμείς. Πώς γελάστηκα; Πώς γελαστήκαμε τόσοι άνθρωπο μαζί; Τώρα το αντιλαμβάνομαι και το νοιώθω. Νοιώσε το κι εσύ. Άσε το να κυλήσει μέσα στο αίμα σου. Να ποτίσει το σώμα και την ψυχή σου. Ας το φωνάξουμε μαζί. Εξουσία δεν είστε εσείς οι πολιτικοί και τα συστήματα. Εξουσία είμαστε εμείς, όλοι μαζί.

 

Μια πλημμυρίδα από φωνές και χρώματα γύρω μου, λες κι ο μυστικός τους στόχος είναι να πνίξουν τη φωνή μου. Και προπάντων εκείνων που τολμούν να ονειρεύονται και σκέφτονται διαφορετικά από εκείνους. Ναι! Είμαι όχλος γιατί δεν κατάλαβα πως κι αυτοί φοβούνται εκείνους που κλείνουν τ’ αυτιά τους στη φωνή της δικής τους λογικής και αυτούς που τολμάνε να ξεδιπλώσουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της δικαίωσης, της συναδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων. Ναι! Τώρα το κατανοώ. Φοβούνται, τρέμουν αυτούς που τολμούν να αγναντέψουν μακρινούς ορίζοντες, πιο πέρα από αυτούς που οι ίδιοι μπορούν να κοιτάξουν. Μέσα τους μια κρυφή επιθυμία τους κατατρώγει. Ένα όνειρο θεριεύει και τους κατακαίγει. Πώς θα μας κλέψουν τη φωνή, τα όνειρα και την ελπίδα; Και είναι τόσο δειλοί και θρασείς που θα απλώσουν τα χέρια τους να μας κουρελιάσουν τα πανιά της καρδιάς μας, είτε στα φανερά, είτε ακόμα και στα κρυφά φτάνει να μας δουν να γυρνάμε  στα δικά τους γνώριμα ακρογιάλια και να χορτάσουν ακόμα περισσότερο την ακόρεστη φιλοδοξία τους για την προβολή του μεγάλου ΕΓΩ τους. Γι’ αυτό και τους βλέπεις τόσο μίζερους. Ποτέ τους δεν κατάλαβαν ότι τη ζωή χαίρεται εκείνος που πολεμά μαζί της, εκείνος που αντιστέκεται, εκείνος που δεν βολεύεται στην αλάνα του Εγώ, εκείνος που λέει εμείς, εκείνος που βλέπει τη ζωή μέσα από τα μάτια και τα όνειρα των άλλων.

 

Όμως αυτός ο χειμώνας του πνεύματος και του πολιτισμού, που οι ‘δεξαμενές σκέψης' φέρανε με τόση ασέβεια. Κι αυτή η οικονομική ανέχεια που σαν γκρίζο φόρεμα έχει ντύσει τις καρδιές των ανθρώπων, δεν φεύγει με το πέρασμα μιας ώρας, μιας μέρας, ενός χρόνου, αλλά με το δικό μας αγώνα, την δική μας επανάσταση και με την πίστη ότι κάποια στιγμή θα έρθει η Άνοιξη του Ανθρώπου. Το ξέρεις καλά αθεράπευτα ρομαντικέ άνθρωπε, εσύ που σκέφτεσαι με τη καρδιά σου πως δίχως όνειρα, πάλεμα και τόλμη, τα μεγάλα ταξίδια δεν γίνονται. Δεν αγναντεύονται νέοι ορίζοντες και δεν χαράσσεις καινούργια πορεία. Αρνήσου το διάβα μέσα από τις λεωφόρους που χαράσσουν οι τυλιγμένοι σε γυαλιστερά κοστούμια πολιτικοί. Κλείσε τ’ αυτιά  στα μεγάλα λόγια που σήμερα ακούς βγαλμένα με στόμφο από λιγδιασμένα χείλη που δεν έχουν  χορτάσει ακόμα από το βρώμικο φαγοπότι. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο τριγμοί από ένα σαθρό σύστημα και μια σάπια κοινωνία, που αυτοί οι ίδιοι έχουν με τόση επιμέλεια φροντίσει να διαβρώσουν.

 

Το ξέρεις πάρα πολύ καλά πως τα όνειρα και η ελπίδα γεννώνται και μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Γι’ αυτό μην αφήσεις τις τυλιγμένες στη γλύκα των υποσχέσεων φωνές των τσακαλιών να σε παρασύρουν μακριά από τη δυνατή φωνή της σιωπής σου. Κι αν ακόμα τους ακούσεις να ουρλιάζουν, εσύ δεν πρέπει να φοβάσαι αλλά να προχωράς. Και όσο πιο πολύ αλυχτούν τόσο περισσότερο να πιστεύεις ότι είσαι στο σωστό δρόμο. Να φοβηθείς όταν αυτά σωπάσουν. Γιατί εκείνα θα ξέρουν ότι είσαι στο χείλος του γκρεμού και θα σ’ αφήσουν να πέσεις.

 

Βάλε στόχους και τολμά. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάς πως, τόλμη δεν είναι απλά να ταξιδεύεις ακολουθώντας, αλλά να πηγαίνεις κόντρα στα κύματα και να ακολουθείς τη πορεία που σου χαράζουν τα ιδανικά της αγάπης, της ανθρωπιάς και της συντροφικότητας. Από εσένα εξαρτάται να ακουμπήσεις πάνω στο πόνο και τη θλίψη σου και ν’ αγναντέψεις το αύριο με ελπίδα. Επαναστάτης είναι αυτός που τολμά να αγκαλιάζει τ’ αστέρια, να τα κάνει λάβαρο του και με τη δύναμη του ζεστού και τεκμηριωμένου  λόγου να μάχεται να αλλάξει το κόσμο.

 

Κι ο κόσμος πάντα άλλαζε και πήγαινε μπροστά από τους λίγους. Οι λίγοι άνοιγαν δρόμους, οι λίγοι άναβαν φωτιές για να ζεστάνουν την παγωμένη ερημιά της απόγνωσης, της μοναξιάς και των αδιεξόδων. Οι λίγοι είναι αυτοί που έπαιζαν τη ζωή τους για τη ζωή των λαών, και λίγοι είναι αυτοί που τολμούν να κουβαλούν μέσα στις καρδιές του την άνοιξη και το χαμόγελο για να φωτίσουν τις συννεφιασμένες καρδιές των ανθρώπων και τις γκρίζες σκιές της σκέψης.

 

*****

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ δεν άκουσε τη κραυγή μου. Γιατί πάντα ήθελε να σκύβω το κεφάλι μου και  να δηλώνω την υποταγή μου. Γιατί ποτέ μου δεν ερεύνησα και πίστεψα, γιατί δήθεν, είχα την ανάγκη να πιστέψω για να μην χάσω το δρόμο μου και γιατί ήθελα να ξεφύγω από τα προβλήματα της καθημερινότητας μου. Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ δεν είδε την οργή μου, γιατί πίστεψα πως ο Θεός ξεχωρίζει τους ανθρώπους σ’ αυτούς που κάνουν το σταυρό τους. Σ’ αυτούς που στέκονται υποτακτικά και σκύβουν το κεφάλι. Τώρα όμως το νοιώθω. Νοιώσε το κι εσύ. Ας το φωνάξουμε μαζί. Εκκλησία είναι το σώμα μου και ο θεός μου είναι η δύναμη της ψυχής μου. Είναι η καρδιά μου. Δεν είναι εκεί που είναι οι πολλοί αλλά εκεί που στέκει ο ένας και πονά. Εκεί που στέκεται όρθιος ο άνθρωπος και κοιτάζει αγέρωχα γεμίζοντας με αγάπη τους ορίζοντες που ξανοίγονται μπροστά του.

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ δεν τόλμησα να κοιτάξω πέρα από το δάκτυλο που μου έδειχνε τ’ αστέρια. Τώρα όμως κοιτώ. Χάνομαι με ευλάβεια στον ορίζοντα μπροστά μου. Με πλημμυρίζει μια δύναμη παράξενη. Ζαλίζομαι γιατί πρώτη φορά βλέπω, αντιλαμβάνομαι τι είναι πραγματικό αλλά και πόσα άλλα είναι ουσιαστικά, αλλά αθέατα από την δουλική ματιά μου. Πέταξε τα ρούχα της υποταγής. Ξεγυμνώσου και φόρα μόνο τη ψυχή σου. Μπες μέσα στο νερό. Άσε το να σε τυλίξει. Το νοιώθεις, είναι ζωντανό! Κλείσε τα μάτια και χάιδεψε το. Νοιώσε τη δύναμη του να ξεπηδά και να τυλίγει το κορμί σου. Εκεί είναι και ο Θεός. Στο νερό, στη δύναμη της φωτιάς, στα φτερά του αέρα, στην ανθρώπινη ψυχή. Ναι! Είμαι σίγουρος. Είναι εκεί που έχει ζωή. Ακατάπαυστη είναι η κίνηση του και σαρώνει στο πέρασμα του. Δεν χαμογελά. Αγριεύει, πίνει και μεθά, καίει, γκρεμίζει και τραγουδά. Ναι! Τώρα το νοιώθω. Δεν είναι εκεί μαζί με τους πολλούς. Δεν σκύβει το κεφάλι. Δεν αγαπά τη μιζέρια, τους υπηρέτες αλλά ούτε και το βασιλιά. Αγαπά αυτούς που τολμούν. Αγαπά αυτούς που βάζουν το στήθος μπροστά και σπρώχνουν βουνά. Αγαπά τους επαναστάτες. Αγαπά τους αλήτες που γυροφέρνουν τη γυναίκα. Και η γυναίκα είναι έρωτας. Και ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή.

 

Κοίτα τη μέλισσα. Μπες και ζήσε μέσα στη κυψέλη. Μια ακατάπαυστη κίνηση, ενέργεια και δημιουργία. Για κοίταξε όμως καλύτερα. Δεν είναι οι βασίλισσες, οι κηφήνες, ούτε ακόμα και οι εργάτριες που την κρατάνε ζωντανή. Είναι οι επαναστάτες. Αυτοί που σαν μια εργάτρια βρει γύρη και καλεί όλη τη κυψέλη να  πάνε να τη τρυγήσουν, αυτοί ανοίγουν φτερά γι’ αλλού.  Δεν ακολουθούν τον όχλο, παρά μόνο ψάχνουν, παλεύουν, και δίνουν νέα διέξοδο. Έτσι κρατιέσαι και στη ζωή. Δεν πας με τους πολλούς και στη σιγουριά. Γίνε το λοιπόν κι εσύ μέλισσα επαναστάτης.

 

*****

 

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ποτέ μου δεν κατάφερα να ξεφύγω από τη δύναμη των παλιών  συνηθειών και των παθών μου. Ναι! Είμαι όχλος γιατί πάντα ακολουθούσα τον ίδιο δρόμο που μου έμαθαν από παιδί. Ναι! Είμαι όχλος και όσον και να το θέλω δεν μπορώ να ξεχωρίσω από το πλήθος. Κάτι με κρατά δεμένο, φυλακισμένο, βουτηγμένο στη αδιαφορία όπως και σένα. Τώρα όμως στέκομαι. Ψυχανεμίζομαι. Τρομάζω καθώς σκύβω και κοιτάζω. Δυο μπάλες από σίδερο είναι δεμένες στα πόδια μου. Αυτές με κρατάνε στη γη. Στο ένα μου πόδι, το δεξί, είναι τα πάθη μου. Και στο άλλο το αριστερό είναι οι συνήθειες μου. Και γύρω μου χιλιάδες γκρίζες σκιές, σαν ερινύες, ορμάνε και τρώνε τη σάρκα από την ίδια μου την ψυχή. Ιδρώνω σαν τις αναγνωρίζω. Είναι οι φοβίες που δεν μ’ αφήνουν να ανοίξω φτερά και να πετάξω. Να αγναντέψω με μάτι καθαρό, γαληνεμένο, ορίζοντες που ούτε στα όνειρα μου δεν τόλμησα να δω.

Ναι! Είμαι όχλος γιατί βλέπω, αντιγράφω και συμπεριφέρομαι δουλικά, όπως κι οι άλλοι στο δικό τους το κορμί. Μα τώρα το ξέρω. Δεν είναι δικό μου το σώμα. Δεν μου ανήκει το φτιαγμένο από χώμα, βρώμικο κορμί. Ξένο είναι, δανεισμένο για να ζυμωθεί, να σμιλευτεί, μέχρι που να πλαντάξει μέσα του, η ψυχή μου. Ναι! Αυτή μόνο μου ανήκει, η ψυχή. Αυτή που σαν σιχαθεί και κουραστεί αφήνει τη σάρκα και γίνεται αέρας να κατακτήσει όλη τη γη. Πάρε μια χούφτα χώμα το πρωί. Μοσχοβολά από τη πρωινή πάχνη. Ζούληξε το μέσα στα χέρια σου. Μυρμήγκια, ζωύφια και σκουλήκια. Είναι γεμάτο ζωή. Ανέμισε το στον αέρα, στον ήλιο. Πάρε το στα χέρια το απόγευμα. Ξεραμένη σκόνη. Βρωμοκοπά και είναι άδεια από ζωή. Έτσι φθαρτό είναι και το σώμα σου. Σαλεύει, κινείται, μετακινεί βουνά, μόνο σαν θέλει η ψυχή. Και αυτή η ικμάδα πρωινής δροσιάς είναι η ζωή. Είναι η αναπνοή του αθέατου. Και σαν ανδρειωθεί και δεν χωρά η ψυχή σου μέσα σε μια χούφτα χώμα και αγκομαχά, τότε Αυτός ξεραίνει το σώμα. Γεμίζει σάπιες πληγές και διαλύεται. Αμολιέται τότε η ψυχή. Και γίνεται άνεμος. Γίνεται βοριάς ανελέητος και σε εξανεμίζει.

 

Ναι! Είμαι όχλος γιατί ενώ γνωρίζω ότι οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι της καθημερινότητας με φθείρουν, με φυλακίζουν στο σκοτεινό κελί της στασιμότητας, τρομοκρατούμαι  σαν όλους τους άλλους, στην ιδέα και μόνο της αλλαγής. Και από μόνος μου παγιδεύομαι στο βόλεμα της συνήθειας. Καθοδηγούμε από τις συνήθειες μου, χωρίς να αναρωτηθώ, αφού είμαι σκλάβος τους, γιατί να μην είμαι σκλάβος των καλών συνηθειών;  Πνίγομαι στο βάλτο της απραξίας και της ατολμίας. Επιτρέπω στη λογική να υποτάσσει τα συναισθήματα μου για να βαδίζει η ζωή μου μέσα στην ασφυκτική κορνίζα της μονότονης ορθότητας που δεν είναι τίποτα άλλο από το πλαίσιο του μονόχνοτου όχλου. Από φόβο ξεχνώ ότι όταν το συναίσθημα μπαίνει μπροστάρης, βάζοντας τη ψυχρή λογική στην άκρη και στο περιθώριο, η ζωή μας μεταμορφώνεται, γεμίζει εκπλήξεις, αποκτά ενδιαφέρον και νόημα. Ναι, τα λάθη είναι σίγουρα πιο πολλά. Οι απογοητεύσεις συνεχής και ο πόνος καμιά φορά εξοντωτικός. Όμως αυτό είναι και το τίμημα της αληθινής ζωής. Και μόνο με αυτό το τρόπο μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε έννοιες περίπλοκες, που όμως την ίδια ώρα είναι τόσο φανερές και ξεκάθαρες.

 

Ο Δρόμος.

 

Πώς μπορώ να μιλώ για τη ζωή και να μην αναφέρω τον έρωτα και να μην σκιρτά η καρδιά μου; Να μην ροδοκοκκινίζουν τα μάγουλα και να τρεμοπαίζουν τα κατωσάγωνα μου; Αφού η ζωή είναι ο έρωτας. Και πώς μπορείς εσύ να λες ερωτεύτηκα αν δεν στέκεσαι στην άκρη της τρέλας; Αν δεν ξαπλώνεις ανάμεσα στα κοφτερά δόντια της νύχτας που στάζουν αίμα; Πώς μπορείς να λες αγάπησα, αν δεν βουλιάξεις ολόκληρος μέσα στα πιο ακραία, σκληρά και αρχέγονα ένστικτα και αισθήματα; Αν δεν παραδοθείς στο πάθος του άγριου έρωτα κυνηγώντας συνέχεια τη γλύκα του πρώτου σου φιλιού; Ενός φιλιού από τα χείλη του ίδιου του Θεού που σε κάνουν να το αναζητάς συνέχεια και να το κυνηγάς παθιασμένα. Αλλά και πώς μπορείς να πεις ότι ξέρεις πως μοιάζει ο έρωτας αφού μορφή δεν έχει. Αλλάζει συνέχεια. Σε εξαπατά. Παίζει μαζί σου. Γίνεται ευγενικός, χαρούμενος, μοιράζει ευτυχία. Την ίδια ώρα όμως γίνεται άξεστος. Σκληρός. Ένας συνεχής ανελέητος πόλεμος. Και όσες φορές και να τον δοκιμάσεις πάντα διαφορετικό θα τον αντικρίσεις. Και μην σε τρομάζει αυτό. Είναι λογικό αφού ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Σκέφτεται, ενεργεί και αγαπά διαφορετικά. Μήπως δεν είναι αυτή κι η μαγεία του; Να είναι πάντα απρόβλεπτος, μυστήριος; Ο έρωτας έχει τη δύναμη να σε  κάνει να νοιώθεις ότι μπορείς να γίνεις ο κυρίαρχος του ανέμου. Και η αγάπη που νοιώθεις πρέπει να είναι δημιουργική, ανθοβολούσα, πυρόχρωμη όπως τα όνειρα σου. Ζωοδότρα όπως τα ιερά αισθήματα που φλογίζουν τους ορίζοντες της ζωής. Γι’ αυτό  και πρέπει να είσαι συνέχεια και σφόδρα ερωτευμένος αν θέλεις να λογίζεσαι ζωντανός.

 

*****

 

Γεννήθηκες τη στιγμή που δυο σβώλοι χώματος έσμιξαν. Ενώθηκαν και ο αθέατος έφτυσε ψυχή. Γένηκες ζωή. Θα τεντωθείς, θα συρθείς μέχρι να ορθοκορμίσεις και πάλι να γονατίσεις, να συρθείς και να πεθάνεις. Έχεις ένα ιερό καθήκον. Να σμιλεύσεις την ψυχή σου. Να την κάνεις τόσο πλατειά που να μην τη χωράει το κορμί σου. Να τρίξουν τα τοιχώματα σου και να πεταχτεί στο άπειρο. Στον ορίζοντα που δεν φτάνει η ματιά σου. Από εσένα εξαρτάται. Μέσα από τη σάρκα σου θα πεταχτούν σκουλήκια και κοπριά ή σαν φως καθάριο, λουσμένο στο αγνό λευκό, θα πετάξει η ψυχή σου;

 

Ο δρόμος μου είναι ένα μονοπάτι. Στενό, ανηφορικό και γεμάτο αγκάθια. Από κάτω χάσκει, ανοικτό σαν στόμα πεινασμένου θηρίου η άβυσσος. Και με τραβάνε προς τα κάτω οι δυο σιδερένιες μπάλες που έχω δεμένες στο δυο μου πόδια. Από πάνω σαν μαχαίρια. Σαν λεπίδες κοφτερές είναι οι φοβίες μου. Όπου και αν αγγίξω θα ματώσω. Στα πλάγια του μονοπατιού υπάρχουν μικρές στάσεις. Να κάτσω να ξεκουραστώ, να πάρω μιαν ανάσα. Να σταματήσει λίγο το πετάρισμα της καρδιάς μου. Όμως η δύναμη της συνήθειας, με τραβά δεν με αφήνει. Νοιώθω βαρύς και αδύναμος. Ιδρώνω και τρέμω. Σέρνομαι. Δεν έχω μάθει να περπατώ. Δεν μου επέτρεψαν οι εξουσίες. Γι’ αυτό πρέπει να εξασκηθώ στον δικό μου αγώνα. Πρέπει να παλέψω με σειρήνες που θα με τραβούν μακριά από το στόχο μου, το δρόμο το δικό μου. Περπάτα και συ το δικό σου. Και μην νομίζεις ότι είναι εύκολο. Αλλά και πάλι μην γελαστείς να κλείσεις τ’ αυτιά σου και να δεθείς σε κατάρτια που δεν είναι καν δικά σου. Προετοιμάσου. Γύμνασε την ψυχή και τη καρδιά σου. Γέμισε με βέλη τη φαρέτρα σου και ετοιμάσου για τη μάχη.

 

Μάχες

 

Ξεκινώ με τη πρώτη και τη μεγαλύτερη επανάσταση που μπορώ να κάνω. Ατσαλώνω την ψυχή μου και φωνάζω. Δεν θέλω τίποτε. Είμαι αυτάρκης. Επαναλαμβάνω. Είμαι αυτάρκης! Αφήνω την ηχώ να επιστρέψει κοντά μου. Να περάσει μέσα από τους πόρους του σώματος μου και να με πλημμυρίσει. Να με ταρακουνήσει. Γιατί δεν πρέπει μόνο να το πω, αλλά και να το κάνω πράξη. Σπάζω τις αλυσίδες που με κρατάνε φυλακισμένο στα υλιστικά διλήμματα. Διαλύω τις πέτρες του θέλω που με έχουν φυλακίσει. Τότε μόνο  καταλαβαίνω τι πάει να πει να είσαι ελεύθερος.

 

Γιατί να θέλω τόσα πολλά για να νοιώσω ευτυχισμένος, όταν η ομορφιά, η χαρά και η αποδοχή έχουν να κάνουν με την απλότητα; και ένα μόνο ζητούν. Να είμαι αληθινός! Και η αλήθεια είναι απλή και κατανοητή. Δεν χρειάζονται μεγαλόσχημα λόγια. Φτάνει ένα χαμόγελο, ένα φιλί, ένα ζεστό άγγιγμα. Και τώρα το κατανοώ. Δεν εμπιστεύομαι πλέον το πιο πανούργο και αναξιόπιστο όργανο του κορμιού μου, τη καρδιά. Πως μπορούσα και την πίστευα; Δεν έβλεπα ότι ζούσε, κτυπούσε και θρεφότανε με αίμα. Τώρα όμως το ξέρω. Και είμαι ελεύθερος. Και είμαι γαλήνιος, ψυχρός πολεμιστής.

 

Η ειρήνη της ψυχής μου έχει να κάνει με τον μέσα και τον έξω αγώνα μου. Ο μέσα αγώνας μου έχει να κάνει με τον σεβασμό και την αποδοχή των ονείρων του καθενός. Και ο έξω αγώνας μου έχει να κάνει με μια διαρκή προσπάθεια να σμίξουν όλοι οι άνθρωποι, όποιον θεό και να λατρεύουν, όποια παιδεία και αν κουβαλούν, όποια γλώσσα κι αν μιλούν κάτω από ένα ήλιο που δεν θα φωτίζει όρια και σύνορα. Στέκω και κοιτάζω τους γαλαξίες των χρωμάτων και έχω την αίσθηση ότι αφουγκράζομαι τον κανιβαλισμό των χορτάτων και τις κραυγές των πεινασμένων. Αυτών που ακόμα δεν χόρτασαν και δεν είπαν, φτάνει. Αυτών που δεν τόλμησαν να πουν, δεν θέλω τίποτα.

 

Αυτή η γαλάζια ηρεμία που με τυλίγει γίνεται δρόμος φαντασίας. Γίνεται κόσμος ομορφιάς και μετουσίωση  κάποιου ονείρου. Τρέμει το κορμί μου από τα ουρλιαχτά της μαύρης μου ψυχής. Ακούω. Φωνές που δεν ξεχωρίζω. Δική μου ή κάποιου μου παιδιού;

 

-          Εσύ τι κατάθεσες σ' αυτή την ομορφιά της αθωότητας;

 

Ιδρώνω. Και απαντώ.

 

-          Προσπάθησα να φτιάξω τον κόσμο που αύριο θα ζήσεις, καλύτερο. Προσπάθησα να μεταδώσω στον κόσμο την ομορφιά της συντροφικότητας. Έδωσα το χέρι μου σε χιλιάδες άλλους και όλοι μαζί αγωνιστήκαμε για το καλύτερο. Αγωνιστήκαμε αλλά, ξέρεις, όλοι οι αγώνες δεν δικαιώνονται μεμιάς. Θέλουν υπομονή, ιερή προσήλωση και πάνω από όλα ομοθυμία και κοινή πορεία. Κανείς δεν είναι πιο σοφός απ' τον άλλο. Αλλά όταν η σοφία είναι σκόρπια και διεκδικητική έναντι της σοφίας του άλλου, τότε γίνεται αντίπαλος.

 

Ακούω γέλια και κλάματα μαζί. Φοβάμαι. Ντρέπομαι χωρίς να ξέρω το γιατί.

 

-          Αν κοιτούσατε όλοι μαζί τον ίδιο ορίζοντα, τότε θα μαθαίνατε. Θα γινόσασταν πιο δυνατοί.

-          Μα πώς μπορούσαμε; Άλλωστε είχα την ευθύνη να σου προσφέρω την καλύτερη στέγη και φαγητό.

-          Μα εγώ δεν ζήτησα τροφή. Δεν ζήτησα πολλά. Εγώ μόρφωση ήθελα

-          Μα σε έχω στείλει στα καλύτερα και ακριβότερα σχολεία. Στερήθηκα για σένα.

 

Ένα πικρό χαμόγελο φεύγει από το πρόσωπο του και με κτυπά. Η φωνή του βουτηγμένη στην απογοήτευση.

 

-          Το ξέρω και σε ευχαριστώ. Και μ’ αυτή τη μόρφωση μπορώ να δουλέψω και να θρέψω το κορμί μου. Όμως εγώ ζητούσα μια πιο βαθιά μόρφωση. Κάτι πολύ πιο απλό, πολύ πιο φθηνό, αλλά και πολύ πιο ανθρώπινο και αληθινό.

-          Μα εγώ δεν ξέρω κάτι άλλο. Δεν μου έμαθαν ποτέ.

-          Κι όμως. Εσύ και οι γενιές των πατεράδων και των παππούδων μας σπουδάσατε την ίδια τη ζωή. Αυτό ήθελα και εγώ. Τόσο απλό αλλά και τόσο σημαντικό για να μην μπορούν να με  παρασύρουν οι  μαυλίστρες σειρήνες καλώντας με  να ανοιχτώ στο πέλαγος και να καώ από τις ανάσες των κρυμμένων πειρατών και θηρίων.

 

Ψυχανεμίζομαι. Τρίζουν τα στήθη μου. Πόση αλήθεια κρύβουν τα λόγια του. Γιατί τι άλλο από σπουδή είναι η ζωή; Απλή, αλλά ταυτόχρονα και τόσο βαθιά και αληθινή. Την σπουδάζεις από τη σιωπή της νύχτας και το λαμπύρισμα των αστεριών. Από τους κυματισμούς της θάλασσας και των συννέφων. Από το πέταγμα του σπουργιτιού και το αγκάλιασμα της γλυκομάνας γης. Από τη συντροφικότητα και το σεβασμό. Την αξιοπρέπεια και την αγάπη. Και είναι η πιο σοφή σπουδή.

 

- Μόνο με αυτή τη σπουδή δεν θα μπορούν να με πείσουν, όσον και να προσπαθούν, ότι εγώ αποφασίζω για τη μοίρα μου, ενώ η αλήθεια είναι ότι κάποιος άλλος αποφασίζει. Μόνο με αυτή τη μόρφωση θα αντιλαμβάνομαι ότι με παροτρύνουν ενώ την ίδια ώρα βάζουν σιδεριές στα χέρια μου. Μόνο έτσι δεν θα φοβάμαι το χαμόγελο της συντροφικότητας και τη ζεστή καλημέρα του αγνώστου.

 

Το σκοτάδι που μας τρομάζει δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο η έλλειψη του φωτός. Είναι ο προθάλαμος της αλήθειας που δεν τολμήσαμε να παραδεχτούμε ποτέ. Και η αλήθεια είναι το φως. Για να υπερνικήσει και να κυριαρχήσει το φως της αλήθειας στη ζωή μας πρέπει να τολμήσουμε την εσωτερική μας αλλαγή, την μεταμόρφωση. Πρέπει να κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας τολμώντας την αξιολόγηση και αναθεώρηση της ίδιας της ζωής μας. Μην κρύβεσαι στο σκοτάδι! Τόλμα! Κάνε θυσίες, πάλεψε και νοιώσε τον αβάσταχτο, οδυνηρό και βαθύ πόνο καθώς θα αποτολμάς να ξορκίσεις τους δαίμονες της ψευτιάς και του παρελθόντος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία της ενδοσκόπησης και της αυστηρής αυτοκριτικής θα μπορέσεις να έρθεις αντιμέτωπος με τις αδυναμίες σου, τα μειονεκτήματα και τον άκρατο εγωισμό σου. Έτσι μόνο θα χαρείς τη ψυχική λύτρωση. Κραύγασε, δεν είμαι όχλος! Πιο δυνατά! Δεν είμαι όχλος! Τώρα νοιώθεις από μέσα σου να χαλάνε, να σπάνε και να διαλύονται τα δεσμά που σε κρατούσαν καθηλωμένο. Ακούς τριγμούς. Ακούς κραυγές και κλάματα. Θόρυβοι δυνατοί σου πονάνε το κεφάλι. Μην φοβηθείς. Είναι ο θάνατος των κακών σου συνηθειών που βυθίζονται ανέλπιστα και κόντρα στον όχλο. Μέσα σου επιβιώνουν από τη διαδικασία της εσωτερικής σου κάθαρσης και αναγέννησης, η αλήθεια, η αυθεντικότητα, το ήθος και οι νέες πραγματικές σου αξίες. Νίκησες το σκοτάδι αφήνοντας το φως να σε σκεπάσει. Κοίτα τώρα τριγύρω σου. Πόσο όμορφα σου φέρονται όλοι. Δεν είναι τυχαίο. Είναι ακόμα μια απλή αλήθεια. Έλκουμε αυτό ακριβώς που εμείς είμαστε! Τώρα πραγματικά μπορείς να αρχίσεις να αγαπάς τον εαυτό σου. Αγάπα τον και τότε θα πάψεις να έχεις πάντα δίκαιο. Ναι! Τα σφάλματα σου τώρα είναι ακόμα πιο λίγα. Η ζωή ακόμα πιο ωραία και κυρίως πιο απλή.

 

Μην εξευτελίζεσαι μοιράζοντας οίκτο. Αυτό το καχεκτικό συναίσθημα είναι γέννημα του κατώτερου εαυτού σου. Είναι η σφραγίδα και φανερώνει το μέγεθος του υπέρμετρου εγωισμού σου. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να απαλύνεις την αβυσσαλέα ανάγκη σου να μαλακώσεις και να απαλύνεις τον δικό σου πόνο. Ναι! Τον δικό σου πόνο που πηγάζει από την συναισθηματική σου ανεπάρκεια, τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες σου. Θέλεις να γίνεις αποδεκτός και αρεστός από τους άλλους. Η έκφραση όμως του ανώτερου σου εαυτού θα πραγματοποιηθεί μόνο από το αγνό συναίσθημα της συμπόνιας. Γιατί μόνο η συμπόνια πηγάζει και βασίζεται στην κατανόηση των προβλημάτων και του πόνου που βιώνουν οι γύρω μας και στην ανιδιοτελή προσφορά που τίποτα δεν έχει να κάνει με τα εγωιστικά κίνητρα και συναισθηματικά ανταλλάγματα. Έτσι μόνο, διαμέσου της συμπόνιας, απελευθερωνόμαστε εσωτερικά και μπορούμε να φτάσουμε στην κατάσταση της συνειδητότητας. Μόνο έτσι μπορούμε να πλατύνουμε τις καρδιές μας, τόσο, που να μην χωράνε μέσα οι μικρότητες και οι κακίες. Τόσο, που να μπορεί να φωλιάζει μέσα η αγάπη, η συντροφικότητα και ο αλληλοσεβασμός.

 

*****

 

Θέλω να προχωρήσω. Τα πόδια μου είναι αδύνατα. Τρίζουν. Λυγίζουν από το βάρος. Ποιο όμως φορτίο με βαραίνει και είναι τόσο δυσβάστακτο που με κρατά στη γη σαν να ήμουν δέντρο και ριζοβλάστησα; Μέσα μου είναι. Το νοιώθω. Κρύο και σουβλερό. Σκύβω και κοιτάζω. Είναι το μίσος. Το μίσος και η κακία. Ντρέπομαι. Μπήγω τα νύχια μου βαθιά και τα ξεριζώνω. Συγχωρώ και απελευθερώνομαι. Νέοι ορίζοντες ξανοίγονται μπροστά μου. Βουτηγμένοι σε βυζαντινόχρωμα, και τόσο όμορφοι, που η ομορφιά τους μου βάζει φτερά και κινώ. Και είμαι τόσο ανάλαφρος που πλέον, τα πόδια μου δεν αγγίζουν καν τη γη.

 

Κοίτα τριγύρω σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Πάρε μια χορτάτη χούφτα νερό και ρίξε την στο πρόσωπο σου. Ακούς; Το μουρμουρητό του νερού σαν κατρακυλά στο πρόσωπο σου, δεν είναι τίποτε άλλο από τη φωνή του αθέατου. Ναι! Μια προσευχή είναι, καμωμένη με τα λόγια του ίδιου του Θεού. Χαμογέλα και κάνε και εσύ τη δική σου μυστική προσευχή. Όχι. Όχι απ’ εκείνες τις προσευχές με τις μεγάλες γονυκλισίες, και τους σταυρούς. Μην ξεγελιέσαι. Ο θεός μου δεν ξεχωρίζει τους καλούς απ’ τους κακούς ανάλογα με το ποιός κάνει τον σταυρό του και ποιός όχι. Μυστική είναι η μεζούρα του. Άγνωστη, που όμως μπορεί και μετρά πόσο φως υπάρχει στις καρδιές των ανθρώπων. Βγες στο κήπο σου και ρούφα τις οσμές των νυχτερινών ονείρων που άφησαν τις μυρωδιές τους στην νοτισμένη γη. Κλείσε τα μάτια και συνόδεψε τις προσευχές των λουλουδιών ψελλίζοντας λίγα λόγια που θέλει να ακούσει ο κάτοικος της καρδιάς σου. Μην ξεγελιέσαι. Ο δικός μας θεός δεν έχει αλισβερίσι με τους δήθεν εκπροσώπους της εκκλησιαστικής ή άλλης κοσμικής εξουσίας. Κυκλοφορεί καβάλα στον άνεμο, και όχι σε πολυτελή λιμουζίνες. Δεν φορά χρυσοκέντητα ρούχα, ντύνεται με τα χρώματα των αγριολούλουδων. Δεν είναι απρόσιτος, αλλά κυκλοφορεί ανάμεσα μας με σκληρά αργασμένες παλάμες απ’ το καθημερινό πάλεμα. Δεν είναι περήφανος, αλλά περπατά σκυφτός από το  βάρος που του τσακίζει τα κόκαλα αφού κουβαλά στους ώμους ένα σακί γεμάτο με τις ελπίδες, τα όνειρα και τις προσδοκίες μας. Δεν μιλά, αλλά ακούει υπομονετικά τυλιγμένος την καλόγνωμη σιωπή της κατανόησης και της συντροφικότητας. Δεν τον βλέπεις, όμως σε κοιτά με εκείνα τα καθάρια μάτια που αντικατοπτρίζουν τις αλήθειες του κόσμου και της ανθρωπιάς. Ναι! Ο δικός μας θεός δεν έχει ανάγκη από τίτλους και προνόμια, ούτε κόλακες και αυλές.  Δεν τον ακούς, και όμως ο λόγος του είναι καθάριος σαν το παιδικό γέλιο, γιατί και η καρδιά του είναι σαν του μικρού παιδιού. Ο δικός μας θεός, μας  χορταίνει με τα όνειρα και τα οράματα της αξιοπρέπειας γιατί τούτα είναι το αληθινό ψωμί και το νερό του πραγματικού ανθρώπου. Αυτός είναι ο θεός μας. Και αυτή είναι η προσευχή μας « Κύριε, κράτα με μακριά από τις σειρήνες του φανατισμού, του ατομισμού και την καταναλωτική μανία. Δώσε μου πίσω το χαμόγελο των ανθρώπων που δικαιώνονται μέσα από τους αγώνες της αγάπης και της ανθρωπιάς».   

 

Επίλογος

 

Αναγέρνω το κεφάλι. Ό ήλιος με διαπερνά και με το καθάριο του φως γυρίζει το σκουριασμένο κλειδί στο πουγκί της καρδιάς μου. Χίλιοι κήποι ανθίζουν μέσα μου. Αχ! πόσο ωραία μυρίζει η αψάδα της γης λουσμένη στο φως του. Η ψυχή μου ανατριχιάζει. Δεν την χωρά το στήθος μου και θέλει να ριχτεί σ’ ένα πρωτόγνωρο χορό. Τολμώ. Απλώνω το χέρι μου και αρπάζομε από το χέρι του αλήτη και ανυπότακτου ανέμου. Τον αφήνω να σέρνει τον χορό σ’ ένα πανάρχαιο ρυθμό. Πατώ μαζί του στ’ αχνάρια της φωτιάς, ξεπηδάν σαν σπίθες οι μνήμες και ξοπίσω μου νοιώθω να έρχονται τα αδικαίωτα όνειρα, οι προσδοκίες και οι ελπίδες μου. Τις νοιώθω. Καίνε στο λιβανιστήρι τα βάγια των μυστικών μου ευχών και ψελλίζουν τα λόγια της μοναξιάς που με συντροφεύει στ’ άγρια ασκητικά νυχτέρια μου. Απλώστε τα χέρια και αρπαχτείτε όλοι εσείς που λαχταράτε να δραπετεύσετε. Αφήστε χώρο να ‘ρθουν ξωπίσω μας όλοι οι μοναχικοί της πίκρας που λαχταρούν να ξαναπεράσουν τον δρόμο του νόστου και να ξαναγυρίσουν στο μέρος της καρδιάς που τους άρπαξαν η θύελλα της ζωής και οι βάρβαροι. Έλα κι  εσύ. Γίνε μπροστάρης. Άπλωσε το χέρι και γύρισε τη χούφτα ανάποδα να ‘ρθούνε τα πετούμενα τ’ ουρανού να ξαποστάσουν. Ναι. Έλα κι εσύ. Σύρε το χορό και χτύπα τα πόδια κάτω δυνατά. Πιο δυνατά, να στείλεις μηνύματα στους αδικαίωτους του κάτω κόσμου, πως εσύ αντέχεις. Πως εσύ μπορείς και πολεμάς  και αγωνίζεσαι. Ναι. Έλα κι εσύ. Γιατί κανείς δεν θα σύρει τον χορό της καρδιάς για σένα. Χτύπα τα γυμνά σου πόδια δυνατά στη γη μέχρι να ταρακουνηθεί. Μέχρι να αναπηδήσει και να μας αφυπνίσει το ξύπνημα της για να ξαναγυρίσουμε  στις αλήθειες του κόσμου και του ανθρώπου. Ναι. Έλα κι εσύ κι’ όλοι μαζί να χορέψουμε στο ρυθμό των κυμάτων και με τη χάρη του ανέμου. Μόνο έτσι θα ξαναπλάσουμε τη ζωή μας. Με το χορό των παλικαριών, με το χαμόγελο της σεμνότητας, με την αγάπη της συντροφικότητας και με την ελπίδα που μεστώνει τα όνειρα μας. Γίνου αυθεντικός μέσα στη μιζέρια του κόσμου που φαντάζει αστραφτερός για να κρύψει την ασέβεια και την αγριάδα του. Ναι. Εμείς τον κόσμο δεν τον θέλουμε αστραφτερό. Τον θέλουμε αληθινό, όπως είναι ο ήλιος που σμιλεύει τα βουνά και τ’ ακρογιάλια. Όπως είναι η βροχή που φουσκώνει τους σπόρους και σκάζουν καθώς ανοίγουν για να φέρουν την άνοιξη. Και εσύ μπορείς! Ναι άνθρωπε, μπορείς να μη σκύβεις το κεφάλι μπροστά στην εξουσία, μπορείς να αντιστέκεσαι στους πειρασμούς και τις κακές σου συνήθειες. Ναι! Μπορείς να σπάσεις τις σιδεριές της ευδαιμονίας που φυλακίσανε την βούληση σου. Άφησε την μυστική προσευχή σου να ταξιδέψει από στόμα σε στόμα, από ψυχή σε ψυχή και τότε θα σμιλευτεί και θα μεταμορφωθεί σε αψέλιστο μουρμουρητό και αδιευκρίνιστο λόγο που δεν μπορούν να καταλάβουν οι εξουσίες του κόσμου. Θα τον νοιώσουν μόνο και όταν μεταμορφωθεί σε παλιρροϊκό κύμα. Ναι! Μόνον τότε θα τον εννοήσουν αλλά θα είναι αργά γιατί το κύμα της δικής σου οργής θα έχει σπάσει φράγματα και εμπόδια και θα ορμά παρασύροντας στο πέρασμα του αυτούς που δεν σεβάστηκαν τα δικά σου όνειρα και ελπίδες. Κοίτα τον ήλιο της αλήθειας στα μάτια, ακόμα κι’ αν σε τυφλώνει, γιατί μόνο εσύ μπορείς, να θρέψεις τον σπόρο για την Άνοιξη των Ανθρώπων.