Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Παιδί μου..
Ίσως γιατί δεν ήμουν άξιος να λέγομαι άνθρωπος
και βολεμένος καθώς ήμουν σε κοιτούσα μ’ αδιαφορία,
ίσως γατί  φοβόμουν  την ηρεμία μου μην χάσω,
Για όλα αυτά, παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Με παγερή απάθεια σε παρακολουθούσα
διωγμένος  να τραβάς στο άγνωστο
φορώντας την ελπίδα πανωφόρι,
να γερνάς  πριν ακόμα γεννηθείς
και σαν κύμα να σβήνεις  σε ξένο ακρογιάλι,
Για όλα αυτά,  παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Τώρα κοιτώ δυο μάτια σβησμένα απ’ την αλμύρα
και κατηγορώ  τη θάλασσα πως έγινε του θανάτου σου κρεβάτι,
χωρίς ίχνος ντροπής,  σκύβω και σε φιλώ
στο μέτωπο σου το χλωμό που λάμπουνε  τ’ αστέρια,
κι αντί στο προσκεφάλι η μάνα να σου λέει παραμύθια
σου τραγουδάνε οι Θεοί και σε νανουρίζουν οι Αγγέλοι,

Για όλα αυτά, παιδί μου, σου ζητώ συγγνώμη

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Ο Μαρμάρινος κήπος

Απέραντη γαλήνη βασιλεύει στο κήπο του αιώνιου ύπνου,
ήσυχα μιλάνε τα λουλούδια,
ψιθυριστά κι ο αέρας με το κυπαρίσσι,
σιγά μιλάνε κι οι νεκροί που ζούνε κάτω απ’ τις πλάκες

Το ξέρουν πως ότι και να πουν
δεν τους ακούμε, απλά μαζί μας ζούνε
και μας κοιτούν μέσα από παλιές φωτογραφίες
κρεμασμένες στο τοίχο, ξεθωριασμένες απ’ τον καιρό

Έχουν πλέον για πάντα φύγει
κι απόμειναν ημερομηνίες
χαραγμένες σε χορταριασμένο μάρμαρο
κι ανάμνηση που πικραίνει τ’ αγαπημένα χείλη

Θλίβονται όμως καθώς μας βλέπουν
να ξοδεύουμε άσκοπα της Ζωής  το δώρο,
κι έρχονται στον ύπνο μας τις νύχτες και μας  γλυκομιλούν,
ζήστε το σήμερα, ζήστε τις στιγμές,

πριν τα ερέβη του θανάτου μοιραία σας βρουν.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μοναξιά

Έσβησε η μέρα κι η νύκτα
με βρήκε μ’ ένα μολύβι στο χέρι
μπροστά από κόλλα κενή

σύντροφος μου, του τσιγάρου ο καπνός,
κι ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα
δίπλα απ’ το φλιτζάνι με κρύο καφέ

ο αέρας κουβαλάει ψιθύρους
που τονίζουν ακόμα πιο πολύ
τη μαύρη, της ζωής μου μοναξιά

σφίγγω στη χούφτα το μολύβι
και πριν τσακίσει, προλαβαίνω
και γράφω  ‘ μου λείπεις’

βγαίνω στο  κήπο και δένω
του φεγγαριού ακτίδα στο λαιμό,

φωνάζω τ’ όνομα σου και βουτάω στην απουσία σου.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Οι δικοί μου στίχοι

Απόψε γράφω  τους τελευταίους μου στίχους
αφού δεν μπόρεσα να υπερασπιστώ τα όνειρα μου,
και δεν στάθηκα της ποίησης , άξιος εραστής.

Φεύγω ντροπιασμένος, αφού,
κανένας στίχος δικός μου, δεν κρίθηκε άξιος
στην πυρά για να καεί,
οι  λέξεις μου δεν έγιναν καρφιά
κι ούτε έμοιαζαν με μικρή φωτιά

Κανένας δικός μου στίχος
δεν είχε κάτι καινούργιο να πει, ήσαν όλοι τους βωβοί,
κανένα άνθρωπο δεν εξόργισαν
και κανένα  καθεστώς δεν θορύβησαν,
παρά μόνο μειδιάματα σκόρπισαν
στα λιγδιασμένα στόματα των εξουσιών
που τα δικά τους λόγια είναι σιδερένιες αλυσίδες
και τραβάνε στα παζάρια την ανθρώπινη ζωή.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ γιατί με κράτησες μια νύχτα στα χέρια σου
με φίλησες στο στόμα και γι αυτό υπάρχω ακόμα
Σ αγαπώ γι’ αυτά τα μάτια σου
που με κοίταξαν και πήραν της αγάπης χρώμα
Σ αγαπώ για το ρίγος που μου χάρισες
καθώς φίλησα το μικρό δάκτυλο του ποδιού σου


Άσε με να σ’ αγαπώ  με κάθε τρόπο
Άσε με ν' αγαπώ το σώμα σου και να το φροντίζω
Άσε με ν' αγαπώ τη χαραμάδα της δικιάς σου σάρκας
Άσε με να ξαποσταίνω στην άβυσσο  ανάμεσα των βυζιών σου
Άσε με να  σ’ αγαπώ τώρα και πιο πολύ ακόμα όταν πεθάνω.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Ξαπλωμένος σ’ ένα στρώμα από καλάμια. Πύρινες γλώσσες  έχουν ζώσει το δωμάτιο. Ακούω τα δόντια της φωτιάς π’ ολοένα πλησιάζουν. Γέμισε καπνούς αλλά ούτε να βήξω δεν μπορώ αφού μια λωρίδα από δέρμα  λευκής κατσίκας μου έχει σφραγίσει το στόμα. Κρυώνω. Φοβάμαι. Θέλω να τρέξω μακριά αλλά μου έχουν δέσει πόδια και χέρια με καλώδια και διάφανους σωλήνες πλαστικούς. Σε κάθε μου προσπάθεια να φωνάξω γεμίζουν τα στήθη μου καπνούς . Δεν είμαι  σίγουρος αν τον καταπίνω ή με καταπίνει.  Δεν έχει και καμιά σημασία. Αιωρούμαι για λίγο και συνουσιάζομαι μαζί του πάνω από το σώμα μου. Διαλύομαι μαζί του και ανεβαίνω νωχελικά μέχρι τα δοκάρια της οροφής. Ζεσταίνομαι.  Η φωτιά έχει ζώσει το σάπιο κορμί μου. Γέμισε τρύπες. Μεγάλες και στρογγυλές που μπαινοβγαίνει ο βρώμικος καπνός. Συρρικνώνουμε και γίνομαι ένας κόκκος αιθάλης.  Δεν πονώ πλέον. Έχουν φύγει από τη κάμαρα όλα τα τρωκτικά και από το κορμί μου οι κοριοί και τα σκουλήκια. Δεν μου έμεινε κανείς.  Στην αυλή μου μαζεύτηκε κόσμος. Δεν κάνει να χάσουν τη στιγμή. Μιλούν χαμηλόφωνα και κουνούν τα κεφάλια. Μπαίνω στο καμένο μου κορμί και στέκομαι στο παραθύρι. Τους χαιρετώ  και φεύγουν τρομαγμένοι, σκυθρωποί. Πάλι μόνος. Βγαίνω στο κήπο και ουρώ. Διώχνω τη δική τους οσμή. Γίνομαι σπόρος και βυθίζομαι στη γη.