Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014


Ίσως

 

Βαθιά μεσάνυχτα, δεν σταματά να δουλεύει ασταμάτητα το ακοίμητο σαράκι,

κοιτώ μέσα από  μια χαραμάδα που από καιρό είχα ανοίξει

με τα νύχια μου, την ώρα που έσκαβα τις απουσίες που μ είχαν κυκλώσει
 

Ρίχνω στα σκυλιά σου μαργαρίτες και φεύγω ξανά,

κρύβομαι στην κοκκινόχρωμη ομίχλη της μοναξιάς μου

και τρέφομαι με τις σάρκες μου καθώς μεστώνω στο σκοτάδι
 

Πλάθω ποιήματα, γράφω γράμματα που ποτέ δεν θα σου στείλω,

τα αφήνω να μουλιάσουν μέσα στη θλίψη μου

και σαν επιδέσμους τα αποθέτω στις πληγές μου
 

Ντροπιασμένος, που δεν βρήκα το κουράγιο ούτε ένα νεύμα να σου

κάνω την ώρα που δήθεν τυχαία συναντηθήκανε τα βλέμματα μας,

ίσως δεν ήμουν έτοιμος να γεννηθώ στο φως των ματιών σου.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014


Όμως εσύ...

 

Μπορεί εφέτος οι πασχαλιές να θάφτηκαν κάτω απ’ τα χιόνια

όμως εσύ , να τις περιμένεις, γιατί σίγουρα θα ‘ρθουν,

πεισμωμένες να εκδικηθούν για όλους τους συλημένους τάφους

και για τις πληγές στα γυμνά πόδια των προδομένων εραστών
 

Τι κι αν είναι παντού σκορπισμένα δάκρια και πληγές,

κι ας στο καλάθι που μας φέραν δώρα, φωλιά έχουν κάνει οι οχιές;

είναι γιατί σακάτης είν’  ο χρόνος και γέννησε αρρωστημένους γιους
 

Σου ΄παν, ότι αν φιληθούμε, θα πεθάνουμε μαζί,

όμως εσύ, να με φιλήσεις,  κι ας είναι γλυκόπικρη η γεύση

από πικραμύγδαλου ανθούς, φίλα με, κι από τα στήθια μας,

θα βγουν οι ρίζες για να βλαστήσουν στη καμένη γη

 
Τι κι αν το τραγούδι του αέρα έγινε κλάμα αγέννητου μωρού;

είναι γιατί αρνούνται τα έμβρυα να μπουν στης μάνας τους τη μήτρα

αφού της κόψανε τον ένα της μαστό
                                                                    

Τι κι αν σου ‘παν ότι το φως κρύβεται στα υπόγεια των ουρανών;

είναι γιατί φοβούνται να δουν στα μάτια σου τον ήλιο

και προτιμούν να κρύβονται στο γκρίζο των σκιών
 

Όμως εσύ, πως μπορείς να μην ακούς το τριγμό

απ’ τα σαθρά θεμέλια τους, ηθελημένα είσαι κουφός;

άκου κάθε χαραγή στο χιόνι , τύμπανα είναι της αγάπης,

της ελπίδας, και διαλαλούν της νίκης τον σίγουρο ερχομό

 

 

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014


Φίλε

 

Σου στέλνω ένα γεια, είμαι καλά αγαπημένε φίλε,

αλλά πως να ταξιδέψουν οι λέξεις μου, τώρα που άνεμος δεν φυσά;

όμως το ξέρω, μόνο εσύ μπορείς, σίγουρα θα τις ακούσεις,

όπως παλιά, έτσι και τώρα, ακούς το περπάτημα της βροχής

και  μαντεύεις τις καταιγίδες  που μ’ έχουν ζώσει
 

Ποτέ δεν είχα κάτι τόσο δικό μου,

αλήθεια με αλήθεια., αγάπη με αγάπη

ακόμα και τις ξεχασμένες πληγές μου,

που όμως δεν σταμάτησαν ποτέ να αιμορραγούν

και το μυστικό που διαλύει τα σπασμένα μου στήθια

εσύ μπορούσες με τη καρδιά σου να τις νοιώσεις
 

Όταν με χαιρέκακο γέλιο, που έκρυβαν μέσα στις κόγχες των ματιών,

μου έκρυβαν τον ήλιο και έτρωγαν τη σάπια μου σάρκα,

κι όταν ακόμα τις πληγές μου άλειφαν με ξύδι,

από μια ματωμένη ρωγμή στη μέση του ματιού σου

έσταζες αγιασμό, σαν δάκρυ μάνας που δεν στέγνωσε ποτέ

και μου ‘λεγες, μη φοβάσαι, μπόρα είναι θα περάσει,

έχω ουρανό και για τους δυο, μήτρα είμαι για σένα που ξημερώνει  φως,

εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι φίλε κι αδελφέ.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014


Θυμάσαι;

 

Θυμάσαι; Τις νύχτες στο κήπο μας είχαμε πάντοτε γιορτή,

κολυμπούσαμε μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια,

ο ουρανός κατέβαινε και μας σήκωνε στη πλάτη του,

κι εμείς στ’ απέραντο του, σχεδιάζαμε ταξίδια
 

Θυμάσαι; Τα σύννεφα έστυβα, τα χείλη σου να ξεδιψάσεις

κι από τ’ αστέρια έκλεβα το φως, στο δρόμο σου το σκόρπιζα

μην τυχών και στο σκότος εσύ τρομάξεις

 
Τώρα στην δική μας την αυλή, φύτρωσε χορτάρι μαύρο,

κι έχει η καρδιά, σαν δειλινό, τα πέταλα της κλείσει,

δεν κελαηδούν τ’ αηδόνια, μόνο σκούζουν ακρίδες νηστικές

που κρέμονται απ’ τα σάπια δόντια τους, βατράχων σάρκες
 

Στου προδομένου την αυλή, κουρνιάζει η νύχτα στ΄ αγκάθια,

κοράκια μαύρα παντρεύονται τον ήλιο  και τη βροχή,

κολυμπούν σε ένα πηγάδι αίμα, και φέρνουν στο φως

πικρό, δύσμορφο τον αμαρτωλό καρπό τους,

που πνίγει την αγάπη, με της ψευτιάς του, τις αναθυμιάσεις.

 

 

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014


 
Ν ακούς τις σιωπές

  

Σε κρεβάτια υγρά από έρωτα

άφησα το κορμί μου να κυλήσει

σε μια πορεία που ήταν απ’ αρχής σχεδιασμένη

κι είναι όλα έτοιμα για την τελευταία μου φυγή

 
Θανάτου μυρωδιά πλανάται στον αέρα

το ξέρω με περιμένει καρτερικά

στη γωνιά σαν κέρβερος πεινασμένος

 
Βουβό κενό με καταπίνει

σιωπηλά σαν του νερού

τ’  άδειο αγκάλιασμα

 
Ξοδεύω αλύπητα τα λίγα όνειρα

που απέμειναν στις τρύπιες τσέπες μου

ένα όνειρο παράξενο μονάχα έχει μείνει

 
Ψάρια τυφλά με οδηγούν

και μ’ αιμάτινα δάκρυα στα μάτια οι Ερινύες

μου ψιθυρίζουνε  στ’ αυτί

καθώς των πεθαμένων μου τα κόκαλα

χτυπάνε λυπημένα

 
Το ξέρω, είναι πολύ αργά πια τώρα

λιώνω, σβήνω μαζί με τ’ όραμα μου

 
Να ακούς τις σιωπές,

θα ‘ναι τα λόγια μου που ακόμα δεν σου είπα.

Είναι Άνοιξη!
 
 
Είναι Άνοιξη, τα χελιδόνια το φωνάζουν,

κι όμως σκοτείνιασε νωρίς,  κι έχω τη πόρτα μου κλειστή,

φορώ ακόμα εκείνο το μάλλινο παλτό και σβήνω τα φώτα

να μην φαίνομαι απ’ έξω, καθώς μετρώ τα βήματα μου

 

Αχ! και να’ ταν εύκολο μ’ ένα κλειδί

να ξεκλείδωνα τη πόρτα, πόσο θα το ‘θελα, μα φαίνεται

έχασα πολύτιμο χρόνο, μέσα στα όνειρα μου.