Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Ο τοκογλύφος ( θεατρικό)


Ο τοκογλύφος

Του

Γιάννου Λαμπή



Το έργο διαδραματίζεται την δεκαετία του 1930 στη Κύπρο. Σε μια εποχή όπου ο περισσότερος πληθυσμός ζούσε μέσα στην ανέχεια και τη μιζέρια. Το αποικιακό καθεστώς των Βρετανών δεν είχε να επιδείξει τίποτα σε ότι αφορά τη στήριξη των κατοίκων και ειδικά της ασθενέστερης τάξης, όπως οι γεωργοί, οι εργάτες των μεταλλείων και οι ανειδίκευτοι εργάτες. Οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, η ανεργία αλλά και η μακρόχρονη ανομβρία οδήγησε μια μεγάλη μάζα του πληθυσμού στη φτώχεια, στην εξαθλίωση καθιστώντας τους εύκολη λεία για τους τοκογλύφους.



Hθοποιοί:



Γιωρκής. Άνδρας ηλικίας 45 χρόνων. Γεωργός, σύζυγος της Χρυσταλλούς και πατέρας δυο παιδιών. Στο σπίτι του διαμένει και η πεθερά του, η Τζυρά - Ελεγκού.



Χρυσταλλού. Σύζυγος του Γιωρκή. Γύρω στα 40. Μια γυναίκα που στο πρόσωπο της αντικατοπτρίζεται η γυναίκα της τότε εποχής. Γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της και σεβασμό προς τον σύζυγο της υπομένει καρτερικά όλες τις κακουχίες και τις στερήσεις χωρίς διαμαρτυρία.



Κυριάκος. Άνδρας 50 χρόνων. Μια προσωποποίηση του τοκογλύφου της τότε εποχής. Δίχως αισθήματα και ανθρωπιά.



Τζυρά - Ελεγκού. Μάνα της Χρυσταλλούς. Γύρω στα 70. Στο πρόσωπο της φαίνεται ζωγραφισμένη η ζοφερή πραγματικότητα της τότε εποχής.



Βρυώνης. Άνδρας 45 χρόνων. Κουμπάρος του Γιωρκή και εργάτης στο μεταλλείο του Μαυροβουνίου.



Ντελάλης. Άνδρας 55 χρόνων. Δημόσιος υπάλληλος που διενεργεί τις δημοπρασίες.



















Α’ σκηνή. Αργά το βράδυ. Στο σπίτι του Γιωρκή όπου σε μια κάμαρα κοιμούνται και τα δυο παιδιά της οικογένειας. Ακούγεται το τριζοβόλημα του νυχτερινού τζίτζικα και τα βήματα της Χρυσταλλούς που πηγαινοέρχεται μέσα στο σπίτι.



Χρυσταλλού Άρκησεν να φανεί πάλε πόψε ο Γιωρκής. Παναγία μου, βοήθα τον νάρτει καλά στο σπίτιν του τζιαί στα μωρά του.



(ακούγεται η πόρτα)



Χρυσταλλού – καλώς τον Γιωρκή. Άρκησες πάλε τζι’ ανησύχησα. Εν μεσάνυχτα σχεδόν. Που ήσουν μες την μαύρη νύχτα; Τα μωρά εκαρτερούσαν σε, αλλά, ενυστάξαν τζιαί εποτζιοιμηθήκαν. Τζι’ η μάνα μου όσον τζιαί επήεν τωρά ποτζιεί στο μακρυνάρι για να ξαπλώσει. Είσιε την έννοια σου.



Γιωρκής – που εν νάμουν Χρυσταλλού μου. Έτο, εμαυρολαόνουμουν μες τα χωράφκια. Ήμουν τζιηκάτω στον Άι- Σώζοντα τζι εμάζευκα τα τεράτσια. Ώσπου να τα βακλίσω, να τα σωρέψω τζιαί να τα βάλω μες τις σακκούλες, ήβραν με τα μεσάνυχτα.



Χρυσταλλού – τζιαι ήτουν βία χαρώσε, να τα μαζέψεις πόψε; Εν τζιαί αύριον ημέρα του Θεού.



Γιωρκής – χαρκέσαι εν το ξέρω; Αλλά έτο... έστειλεν χαπάρι ο Κυριάκος ο τοκογλύφος, αύριο λέει εν νάρτει για να τον πκιερώσουμε. Έληξεν λαλεί η υποθήκη που εβάλαμεν για να γοράσουμεν το σιτάρι τζιαί να σπείρουμε.



Χρυσταλλού – μα, ήντα εβιάστηκε; Ακόμα εν τρυήσαμεν, ήνταλοής εν να τον πκιερόσουμε; Εν βαστούμε ούτε ένα γρόσι. Τα μωρά τις περίτου νύχτες τζιοιμούνται νηστικά.



Γιωρκής -  Αχ....( βαριαναστενάζει) χαρκέσαι κόβτει τον;



Χρυσταλλού – η συμφωνία μας εν ήτουν να μαζέψουμε τζιαί τα σταφύλια τζι’ ύστερις να λοαρκαστούμεν;



Γιωρκής – έτσι ήτουν! ή καλλύττερα έτσι είπαμεν τζιαί δώκαμεν τζιαι τα σιέρκα. Μα τούτος λαλεί βαστά χαρτί, με τις δακτυλιές μας πάνω, τζιαί των δκυό μας, που γράφει ότι έχουμεν διορία να πκιερώσουμε μέχρι αύριο.  Στραβός εγιώ, στραβή τζιαί σου αφού εν γαϊζουμε δκυο κουτσιά γράμματα, έγραψε πάνω στο συμφωνητικό ότι ήθελε ο κκεραττάς.



Χρυσταλλού – Εε, τζι’ ήντα  που να κάμουμεν τωρά; Εν να κανίσουν τα τεράτσια; Με έτσι αναβροσιά ένε νεοθήκαν με τούτα. Εν τέλια πόξυλα, τζιαί τζίνα που εγερατήσαν νακκουρίν τα περίτου εφάν τα οι ποντίτζιες. Αχ! Αν εγερατίζαν νάκκουριν τα σπαρτά μας κάτι ήτουν να γενεί, αλλά, ούτε για άσσιερο των κτηνών ένεκάμναν φέτος.



Γιωρκής -  Έσιεις δίκαιο Χρυσταλλού, σίουραν έθθεν να κανέσουν.

 Ένε γιορκίσαν  με οι τερατσιές. Έτο...εν να του δώκω ότι εσόρεψα τζιαί ως πάρακατω θωρούμεν.



Χρυσταλλού – τζιαί εν να δεχτεί ο ππαραόπιστος; Εν θυμάσαι τη μακαρίτισσα την Κωσταρού; Για μιαν σακκούλα σπόρον, έπιαν της το σπίτι τζιαί έσυρεν την έξω όπως τον σσιύλλο τον ψώρη. Αχ! Που το μαράζι της ενεβάσταξε, τζιαί δκυο μήνες ύστερον επέθανε που τον καμό της.



Γιωρκής – ξέρω το Χρυσταλλού μου, θαρκέσαι εν το ξέρω; Άϊς τα όμως τούτα τωρά, τζιαί ως αύριο έσσιει ο Θεός. Ως που να πλυθώ λλίον, βάλε κατιτίς να φάμεν τζιαί εζαλίστηκα που τη πείνα.



Χρυσταλλού – ξέρεις Γιωρκή...εν τζιαί μαείρεψα. Εν ήσιε τίποτε έσσω για  να μαειρέψω. Δκυο – τρεις ελιές τζιαί έναν βούκκο χαλλούμι που μας έδωκεν η μάνα μου, εφάν τα τα μωρά. Επεινούσαν τζιαί εν ημπορούσαν να τζιοιμηθούν. Είσιαι τζιαί λλίον ψουμίν...ελοάρκαζα να το βουτήσουμεν μες το μαυρόλαο για να φάμεν τζιαί μείς, αλλά εμούγλιασεν, εσκλύρινε τζιαί γίνην σαν τη πέτρα. Ούτε οι σιύλλοι εν το τρώσιν...



Γιωρκής – εν πειράζει Χρυσταλλού μου, μεν μου στεναχωρκέσαι, εν τζιέν η πρώτη μας φορά που να ππέσουμε νηστιτζιοί. Αλλά πόψε πεινώ πολλά τα βλοημένα. Ετρύπησεν το στομάσιη μου που την πείνα. Φέρτο ψουμίν δα...



Χρυσταλλού – μα Γιωρκή μου, εν μουγλιασμένο, τζιαί φοούμαι εν να σε πειράξει.



Γιωρκής -  φέρτο Χρυσταλλού μου, φέρτο χαρώσε να το δω, τζιαί μεν φοάσαι...



Χρυσταλλού – Καλόν....

( ακούγεται άνοιγμα ντουλαπιού)

Έτο,  έν τρώεται...κάλλιον να βράσω λλίον νερό τζιαί να σου βάλω μέσα μιαν κουταλιά ζάχαρι. Εν να σε στήσει θαρκούμαι,



Γιωρκής – όϊ γυναίκα. Το ζάχαρις εν για τα κοπελλούδκια. Ώσπου να πλυθθώ λλίον, γύρε μιαν σταξιά λάδι μες το τηάνι τζιαί τηάνιστο το. Θαρκούμεν εν θα μας πειράξει. Άεις το να καπηρώσει καλά.













































Β’ σκηνή



Πρωινό της επόμενης μέρας, όπου έρχεται ο Κυριάκος ο τοκογλύφος.

Μέσα στο σπίτι είναι μόνη η τζιυρά- Ελεγκού.



Κτύπημα στη πόρτα.



Τζιυρά- Ελεγκού – πκιός; Ρέξε έσσω, εν ανοιχτά. Ω! Καλώς τον κύριο Κυριάκο. Έλα κάτσε, επεριμέναμεν σε...



Κυριάκος – εν έχω ώρα τζυρά – Ελεγκού για να κάτσω. Βκιάζουμαι, πρέπει να πάω τζιαί στο Πάνω Χωρκό να εισπράξω κάτι γρωστούμενα μου. Ο κόσμος εχάλασεν τζυρά μου. Εν πκιερώνει πκιον μέναν κολάϊ, τζιαί πρέπει να τους βουράς ξωπίσω.



Τζυρά- Ελεγκού – μα εν τζιαί φταίει ο κόσμος κύριε Κυριάκο. Εν βλέπεις τζιαί σου ότι δουλειές εν έσσιει, τζιαί που πάνω , έστησεν γινάτι  ο πλάστης μου τζιαί εν λαλεί να ρίξει λλίην βροσιήν, να ξεδιψάσει νακκουρίν η γη τζιαί να νεοθούν τα δεντρά τζιαί τα σπαρμένα . Έσσιει δκυο γρονιές να κάμει μια σταξιά νερό. Εξεράνασιν ούλλα τζιαί ο περίτου κόσμος πεινά...



Κυριάκος – Τζιαί εμένα ίντα με κόφτει, τζυρά - Ελεγκού; Σαν μεν ζητήσουν δανικά. Εγώ τη δουλειά μου κάμνω, έχω τζιαί γιώ κοπελλούδκια να αναγιώσω. Αν έχουν πρόβλημα με κάποιον, εν με τον Θεό που πρέπει να τα βάλουν. Όϊ με μένα που τους βοηθώ.



Τζυρά- Ελεγκού – Αμαρτία κύριε Κυριάκο, μεν βάλλεις στο στόμα σου τον Θεό!



Κυριάκος – ου τζιαί σου, εζάλισες με. Που εν ο Γιωρκής; Εμήνυσα του να με καρτερεί



Τζυρά- Ελεγκού – εν πίσω στο σώσπιτο τζιαί ζυάζουν τα τεράτσια με την Χρυσταλλού. Εκαρτερούσαν σε...τώρα να τους βάλω μια φωνή



(Φωνάζει η Τζυρά –Ελεγκού και μπαίνει μέσα ο Γιωρκής)



Γιωρκής – καλώς τον κύριο Κυριάκο



Κυριάκος – γειά σου Γιωρκή. Εκαθυστέρησες με. Έσιει ώρα που καρτερώ τζιαί βιάζουμαι. Εκανόνισες τα γρωστούμενα σου; εν τζιαί πιστεύκω να μεν τα κανόνισες, ή να μεν θυμάσαι ούτε τζιαί σου πόσα γρωστάς;



Γιωρκής – ήντα που θέλεις να πεις;



Κυριάκος – τίποτε Γιωρκή. Μεν αρπάζεσαι, έτο, πριχού νάρτω ποδά, επέρασα που τον Γιαννή. Τζιαί άκου να δεις κόψιμον του νου του, έδειξε μου μια κόλλα  ο άτιμος ότι εγρώσταν πκιο λλία, εν ελοάρκασε τα έξοδα τζιαί τους τόκους καλά. Επρόσβαλε με. Αλλά εγιώ σαν τίμιος άδρωπος που είμαι, τζιαί συσταρισμένος, είχα τα ούλλα γραμμένα, τζιαί με τη βούλλα του. Τωρά να δεις πούννα γυρίζει μες το χωρκό τζιαί εν να με κατηορεί. Εν να βκω τζιαί κακός πουπάνω που πρέπει να πκιάσω τα χωράφκια του, γιατί ο Γιαννής ένεκαμε καλά τους λοαρκασμούς του.



Γιωρκής-  λάλε να δούμε πόσα γράφουν τα δευτέρκα σου



Κυριάκος- έδωκα σου 25 λίρες. Τζιαί με τον τόκο, κάμνουν μας 48 λίρες. Έτην τζιαί τη βούλλα σου. Τζιαί τη δική σου , τζιαί της Χρυσταλλούς.



Γιωρκής – μα 23 λίρες μου έδωκες , κύριε Κυριάκο



Κυριάκος – ναι, καλά λαλείς. 23 έδωκα σου. Μετρητές, την μιαν πάνω στην άλλη, τζιαί δκυο λίρες για τα χαρκιά, τα ππούλια τζιαί κάτι άλλα μικροέξοδα , κάμνουν μας 25. 25 λίρες στρογγυλές.



Γιωρκής -  καλόν. Αλλά είπαμεν να σε πκιερώσω μετά που τον τρύ. Εσού ήντα εσιάσιαρες;



Κυριάκος – Γιωρκή, μεν είσαι άδικος τζιαί αχάριστος. Έτο δαμέ, 4 του δευτορογιούνη λήει η υποθήκη σου. Σήμερα πόσες έχουμεν; 5 ! εχάρισα σου τζιαί μιαν ημέρα περίτου.



( μπαίνει μέσα η Χρυσταλλού)



Κυριάκος - Ώ!! Καλώς την Χρυσταλλού.



Χρυσταλλού -  (ξεροβήχει)



Γιωρκής -  εζύασες τα ούλλα; Πόσα ένουν;



Χρυσταλλού – 19 καντάρκα



Γιωρκής – 19 καντάρκα; Εντάξει Χρυσταλλού. Πκιάς την μάνα σου τζιαί τη σακκοράφα, τζιαί πηαίνετε να ράψεται τις σακκούλλες να τις φορτώσουμε του κύριου Κυριάκου



( φεύγουν οι δύο γυναίκες)



Κύριε Κυριάκο, άκουσες. 19 καντάρκα εβκήκαν τα τεράτσια, να τα πκιάσεις τούτα τωρά, τζιαί μετά τον τρύο να σου δώσω τζιαί τζιείνα που πολίφκονται. Τα σπαρμένα έν εγερατήσαν καθόλου....Εν να τα βολέψω, μεν έσσιεις έννοια.



Κυριακός – μα Γιωρκή , εν τζιεν έτσι που συμφωνήσαμεν. Γελάς μου. Εγιώ είμουν άδρωπος, σωστός μιτά σου



Γιωρκής – εν να μου θέλεις να πεις; Πως εγιώ εν είμαι σωστός άδρωπος τζιαί εν να σου γελάσω;



Κυριάκος-  όι Γιωρκή, επαρεξήγησες μου. Αλλά για να είμαστε πάλι φίλοι  πρέπει να κάμουμεν νέες συμφωνίες. Καλές τζιαί συσταρισμένες δουλειές, τζιαί  νέα χαρκιά που την αρκήν. Για το καλό σου! Εν νομίζω να μεν συμφωνείς;



Γιωρκής – καλόν, λάλε να δούμε



Κυριάκος – 19 καντάρκα τεράτσια που 15 σελήνια κάμνουν μας 14 λίρες και 5 σελήνια. Εσού γρωστάς 48 λίρες.  Έστι μεινίσκουν 33 λίρες τζιαί 15 σελήνια, καθυστερημένα . Με τους τόκους μέχρι το Σεπτέβρη , τζιαί κάτι μιτσιά έξοδα κάμνουν μας 40 λίρες  καθαρές. Άτε, βάλε τον μεαλιόνα σου δαμέ να τελειώνουμε.



Γιωρκής – 40 λίρες; Μα εν πολλά κύριε Κυριάκο. Που εν να τάβρω;



Κυριάκος- εν για να σε βοηθήσω που πασκίζω Γιωρκή! Κάμνω τα μάτια τα στραβά. Καταλαβαίνω ότι είσαι  άδρωπος τίμιος τζιεσού,  σαν τζιαί μένα, τζιαί ξέρω το ότι προσπαθάς, αλλά συμπάθα με, τόσα φκαίνουν. Αν μεν συμφωνείς ...εν να πρέπει να μου δώκεις τα χωράφκια.



Γιωρκής – καλόν, φέρτο χαρτί να το βουλλώσω να τελειώνουμε.



Κυριάκος – βάστα μια στιγμή... μεν βιάζεσαι, είπαμεν καθαρές δουλειές.....Εν να σε βοηθήσω για να δεις ήντα καλός άδρωπος είμαι εγιώ,  ...αλλά αν με τα καταφέρεις μέχρι το τέλος του Σεπτέβρη να με ξοφλήσεις, εν να πρέπει να μου δώσεις τα χωράφκια αλλά τζιαί το σπίτι...



Γιωρκής- (Αναστενάζει και αφού σφραγίζει το χαρτί)  φέρτο αυτοκίνητο σου ποτζιεί γυρώ που την αυλή, να σου φορτώσουμε τα τεράτσια.











                                                















Γ’ σκηνή



Την επομένη το πρωί στο σπίτι του Γιωρκή.



Χρυσταλλού – άτε μωρά, τζι’αρκήσετε για το σκολείο, σε λλίο εν να παίξει το κουδούνι. Να προσέχετε μες το δρόμο. Α, μες τις παλάσκες έβαλα σας παξιμάτι. Μοσκομυρίζει λάδι. Έφερε το εψές ο τζιύρης σας που ήρτεν που τα χωράφκια.



Γιωρκής – έλατε να σας φιλήσω τζιαί γιω παιδκιά μου. Έτσι μπράβο. Δώστε μου μιαν αγκαλιά μεγάλη. Να προσέχετε στο δρόμο. Τζιαί να δκιεβάζετε. Ακούτε, να δκιεβάζετε, για να μεν μπορούν να σας γελούν οι απατεώνες.



( Ο Γιωρκής κλαίει και η φωνή του ακούγεται τσακισμένη.)



Χρυσταλλού -  μα, ήντα που κλαίεις τωρά εσού. Εν τζιαί να πάσιν πέρα. Τζιαί σήμερα μάλιστα έχουν τζιαί ένα βούκκον παξιμάτι να βάλουν μες το στόμα τους, να περιπαίξουν λλίον την πείνα τους. Ας είσαι καλά που σκέφτηκες να ψήσουμεν το ψουμί.

Μα έλα πέ μου , ήντα που σε βασανίζει; Εψές εν έκλεισες μάτι. Εκλώθεσουν σαν τον κούφο μες το κρεβάτι τζιαί εν ήβρισκες νεπαμό 



Γιωρκής – σκέφτουμαι συνέχεια τζείνο το χρέος τζι’ ένεν μπορώ να το φκάλω που το νου μου. Άμαν πάω να κλείσω μάτι, ευτής βλέπω να με μουντάρει μια κατάμαυρη καρακάξα. Μόλις πάω να την κοιτάξω πέφτει η κκελέ της τζιαί βλαστά μια άλλη. Τζείνη του Κυριάκου, του ελεεινού του τοκογλύφου, τζιαί αννεί το στόμα της να με ακκάσει.



Χρυσταλλού -  μεν το πολλοσκέφτεσαι Γιωρκή μου, τζιαί ο Θεός εν μεγάλος, εν να τα καταφέρουμε



Γιωρκής – εν δύσκολα τα πράματα Χρυσταλλού, γι’ αυτόν τζιαί εγιώ εμίλησα χτές  με τον κουμπάρο τον Βρυώνη. Είπα του τζιαί εκανόνισε μου δουλειά στο μεταλλείο του Μαυροβουνιού, κοντά του.



Χρυσταλλού – τζιαί ήντα που ξέρεις εσύ που τις δουλειές του μεταλλείου. Εγεννήθεις με τη τσάππα στο σιέρι, μες το αέρα τζιαί τον νήλιο, ήνταλοης εν να αντέξεις μες τις τρύπες πουκάτω που τη γη;



Γιωρκής – εν να πάω να δουλέψω σαν αρκάτης. Πρέπει Χρυσταλλού. Να πκιάσω λλία ριάλια πέρκιμον τζιαί ποσόσουμεν τζείνα που γρωστούμεν του Κυριάκου. Το σιτάριν είδες το, εν έσυρε ύψος, τζιαί οι κουτσούλλες  οι περίτου ήτουν  όφκαιρες, εν άξιζε το κόπο να θερίσουμε. Προχτές που έδωσα τζι’ ένα γυρό μες τα αμπέλια έλλειωσεν τα η μίλλα μου. Εξεράναν οι κουζούπες τζιαί κάτι κνιζιά που εκαρπίσαν εν λιωμένα τα περίτου. Εν να μεν κανέσουν τζιαί εν να χάσουμε τα μάλια, τζιαί το σπίτιν μας.



Χρυσταλλού – τζιαι πόσον τζιαιρόν εν να κάμεις τζιηκάτω;



Γιωρκής – δκυο λίστες, δηλαδή 26 μέρες, εμίλησεν του επιστάτη, ο κουμπάρος.



Χρυσταλλού – Θαρκέσαι εν να τα καταφέρεις;



Γιωρκής – γιατί όϊ. Εν ηξέρω τίποτε που τα μεταλλεία, αλλά μεν φοάσαι. Εν ο κουμπάρος ο Βρυώνης τζιαί εν να μου παραντζιείλει.



Χρυσταλλού -   όπως νομίζεις εσού τζι’ εν κάλλιο. Να προσέχεις όμως τζιηκάτω μες στους σπήλιους. Εν τζιέσει χωραττά. Αν δεις τζιαί εν ημπορείς στράφου πίσω τζιαί εν να περάσουμε, ο πλάστης μου εν να μας βοηθήσει. Τζιαί πότε με το καλόν εν να φύεις;



Γιωρκής – τωρά. Πρέπει να προλάβω το λεωφορείον να με πάρει ως τη χώρα τζιαί ύστερα θωρώ. Αύριο που το πρωίν πκιάνω δουλειάν.... Να μεν μου στεναχωρκέσε τζιαί να κλαίεις μπροστά που τα μωρά. Α, που κάτω που το στρώμα έσιει ανάμιση λίρα, έστειλεν μου την ο κουμπάρος, δανεικά ως που να πκιερωθούμε για να ψουμνίσεις να περάσετε ως που να στραφώ πάλε πίσω.



( ακούγονται λυγμού)



Μεν κλαίεις Χρυσταλλού, τζιαί σύντομα εν νάρτω πάλε. Εν να ξοβλήσουμε τζιαί τζείνον τον βτέλλα, τον τοκογλύφο τον Κυριάκο που ρουφά το γαίμαν μας. Έλα μεν μαραζώνεις τζιαί εν νάρτουν καλλίτερες μέρες, τζιαί για μας, τζιαί για ούλλον τον κόσμο.

Φώναξε μου τωρά την μάνα σου να την ποσιερετήσω.



( φωνάζει της μητέρας της και έρχεται η τζιυρά- Ελεγκού)

Έλα να σε φιλήσω μητέρα, τζιαί δως μου την ευτσιή σου. Φεύκω για το μεταλλείο.



Τζιυρά – Ελεγκού – στο καλό να πας γρουσέ μου γιε. Τζιαί σύντομα νάρτεις πάλε πίσω. Η Παναγιά μετά σου.





Δ’ σκηνή



Νύκτα. Τα μωρά κοιμούνται και η Χρυσταλλού κάθεται με τη μάνα της.



Χρυσταλλού – έσιει δκυο μέρες που έφυεν ο Γιωρκής τζιαί ούτε ένα χαπάρι. Ανησυχώ μανά.



Τζιυρά – Ελεγκού -  μεν χάνεις τες ελπίδες σου κόρη μου. Εν άξιος ο Γιωρκής, εν να τα καταφέρει. Έτο ακόμα εχτές επήεν, αύριο να δεις που να μας χαπαρίσει ότι εν καλά



( κτυπήματα στη πόρτα)



Χρυσταλλού- πκοιός ένει έτσι ώρα; Άνου πάνω εσού μανά, κάποιος φακκά τη πόρτα. Φοούμαι. Αν ήτουν έσσω ο Γιωρκής...



Τζιυρά – Ελεγκού – μεν κάμνεις έτσι κόρη μου. Δκυο λεπτά, ερκούμαστεν..



Βρυώνης -  ώρα καλή τζιυρά – Ελεγκού. Συγχωράτε μου που ήρτα έτσι ώρα. Εν μέσα η κουμέρα η Χρυσταλλού;



Χρυσταλλού – ρέξε έσσω κουμπάρε Βρυώνη. Μα ήντα που γυρεύκεις τέδκιαν ώρα. Εν μαζί σου τζιαί ο Γιωρκής;





Τζιυρά – Ελεγκού- κάτσε Βρυώνη. Που το δη σου, εν κακό μαντάτο που μας φέρνεις.



Βρυώνης – ήντα να σας πω τζιυρά – Ελεγκού. Εν ήξέρω ήνταλοής να σας το πω



Χρυσταλλού-  Ο Γιωρκής...κάποιον κακό έπαθεν ο Γιωρκής μου. Μίλα κουμπάρε,



Τζιυρά – Ελεγκού – άεις τον κόρη μου να πιεί ένα βρόκκο νερό. Εν τον θωρείς; Εχλώμιανε, εγίνειν σαν το τζιερί τζιαί επόδρωσε...



Βρυώνης – ο Γιωρκής....ο κουμπάρος ο Γιωρκής, εκτύπησε.



Χρυσταλλού -  Παναγία μου  τζιαί βοήθα μας! Εν πολλά; Εν σοβαρά; Πού τον έχουν;



Βρυώνης – εν να μου να σας πω; Ήτουν σοβαρά,



Τζιυρά – Ελεγκού -  Ήτουν;



Χρυσταλλού – εν ψέματα που λαλείς. Μίλα καθαρά. Τι σημαίνει ήτουν; Πε μου να χαρείς ( πέφτει στα πόδια του)



Βρυώνης - εκατεβήκαμεν το πρωί μες τη γαλαρία, τζιαι αρκέψαμεν δουλειάν. Ελειφτήκαμεν όμως το νερό τζιαί ο επιστάτης είπεν του κουμπάρου να βκει πάνω να φέρει δκυο - τρία παούρκα μέχρι να τελειώσει η βάρδια μας. Εβκήκεν πάνω στο κάδο που τραβούμεν τα χώματα τζιαί τα άχρηστα. Ένεψεν του βυντζιέρη να ξεκινήσει το παλάγκο. Άμαν έφτασε μέχρι τη μέση του λάκκου ο κάδος έπαιξε. Έδωσε λλίους γυρούς τζιαί εζάλισεν τον Γιωρκή, τζιαί έτσι όπως ήτουν αμάθητος έγυρε μες το λάκκο τζιαί έππεσεν. Ήτουν ψηλά πολλά, τζιαι εφάκκαν πάνω στα δοκάρκα, ώς που τζιαι κουράτζισεν. Εγίνηκεν κομμάτια.  Έππεσεν κάτω στα πόδια μας πρώτα η ποϊνα  με το πόϊ του μέσα, τζιαί πάνω που τις τζιεφαλάες μας έσταζεν το γαίμα του.



Χρυσταλλού – Θεέ μου, ήντα λαμπρόν έριξες πάνω μας; ( φύρνεται)



Τζιυρά – Ελεγκού – Καταραμένη φτώσεια, θέλεις γαίμα για να χορτάσεις τζιαί να μερώσεις...







































Ε’ σκηνή



Στο σπίτι και η Χρυσταλλού με την μητέρα της και τα δυο παιδιά της βάζουν πράγματα μέσα σε χάρτινα κουτιά.



Χρυσταλλού- που ίσιωσες μανά, να πάεις; Μείνε να τελειώσουμε, να βάλουμεν μες τις κάσιες τα ρούχα των μωρών. Σε λλίον εν νάρτει ο Κυριάκος με τους ζαπτιέδες να μας βκάλουν έξω. Εξέχασες πως σήμερα εν να γενεί το άλα ούνα, στον καφενέ του χωρκού  μας, για τα χωράφκια τζιαί το σπίτιν;



Τζιυρά – Ελεγκού - Ξέρω το κόρη μου, ξέρω το. Μπορώ να το ξεχάσω; Είπα να  πάω να δω πέρκιμον τζιαί πκιάσει το σπίτι κανένας χωρκανός. Κανένας καλοβύζαστος γριστιανός τζιαί εν μας πετάξει έξω στο δρόμο σαν τους σιύλλους



Χρυσταλλού- πόμεινε να πάμεν ούλλοι μαζί



( ακούγεται φασαρία από ανθρώπους μέσα στο καφενείο)



Ντελάλης -  τζιαί το τελευταίο, άλα ούνα, άλα τούε,  άλα τρε, τζιαί το χωράφιν του Γιωρκή στον Άϊ Σώζοντα,  πάει στον Γριστοφή για 7 λίρες. Τελευταίο έμεινε το σπίτιν του μακαρίτη. Ποιός θα αρτηρίσει κύριοι; Ξεκινούμεν με 10 λίρες.

Άτε κύριοι, πκοιός θα κάμει την αρκή;





Κυριάκος - εν να αρτηρήσετε τζιαί σεις Χρυσταλλού τζιαι ήρτετε δαμέ; Οξά εν για να σας λυπηθούν οι χωρκανοί τζιαί να μεν αρτηρίσουν; Εγιώ όμως εν να αρτηρήσω. Δικαιούμετο σύμφωνα με το νόμο.

12 λίρες διώ εγώ



Ντελάλης - 12 λίρες ο κύριος Κυριάκος. Έσσιει κανέναν άλλο;



Βρυώνης - άτε Τζυρά – Ελεγκού, παρακάλεστον πέρκειμον τζιαί λυπηθεί τα μωρά σας. Πέρκιμον  τζιαί πέψει του φώτισην ο Θεός τζιαί σεβαστεί τα γρόνια σου.



( Η Τζιυρά –Ελεγκού συλλογίζεται. Παίρνεις θάρρος και πάει μπροστά στον Κυριάκο να του φιλήσει το χέρι ...)



Τζιυρά – Ελεγκού – λυπήθου μας αφέντη μου. λυπήθου τα μωρά μας. Φιλώ τα σιέρκα σου...φιλώ τα πόδκια σου, άεις μας ας ένει τζιαί το σώσπιτο, τζιαί ο Θεός εν να σου τα πέψει πίσω, διπλά τζιαί τρίδιπλα.



Κυριάκος – μεν ανακατώνεις τον Θεό είπαμεν. Εγιώ εν να κάμω τη δουλειά μου. θέλω τζείνο που μου ανήκει.



Χρυσταλλού – σήκω πάνω Μανά. Μεν προσπέφτεις του Σατανά. Εν τον θωρείς. Εν ο ίδιος τζιαί εκατέβην κάτω. Αλλά που εν να πάει εν΄νάρτει τζιαί η δική του η σειρά. Όπως τούτος κρατά κατάστιχα με τα γρωστούμενα, το ίδιον κρατεί τζιαί ο πλάστης μου. Τζιαί αν τούτος βάλλει τόκος, βάλλει τζιαί ο Θεός, τζιαί εν θεν αφήσει τα μωρά μου να χαθούσιν. Εν να δικάσει τζιαί εν να δώσει δικιοσύνη.





Ε’ σκηνή



Χρυσταλλού-  είδες μανά, που σου ελάλουν. Ούλλα εν να σάσουν σιγά- σιγά.



Τζιυρά –Ελεγκού – ναι κόρη μου. Μακάρι νάν καλά οι χωρκανοί που μας εδώσαν τούντην κάμαρη τζιαί εν τζιοιμούμαστιν μες στα χωράφκια.



Χρυσταλλού -  όϊ μόνον τούτον Μανά. Το πιο ωραίο εν σου τόπα ακόμα. Εψές εκάτσαν μες τον καφενέ ούλλοι οι χωρκανοί τζιαί αποφασίσαν να ενωθούν τζιαί να στηρίξει ο ένας τον άλλο.



Τζιυρά –Ελεγκού – τζιε ήντα μπορούν να κάμουν κόρη μου αφού εν ούλλοι μεροκαμαδκιάρηες τζιαί εν έχουν στον νήλιο μοίρα;



Χρυσταλλού - Κάθε πρωί ούλλοι οι χωρκανοί  εν να φέρνουν δαμέ τα γιορκήματα τους, αυκά, ντομάτες, αγκουράκια...ότι έσιει ο καθένας για πούλημα.

Εν να ψουμνίζουν που δαμέ ότι χρειάζονται, φτηνά, τζιαί το άλλο πρωί που νά’ ρχκουνται εν να πκιάνουν τα ριάλια τους. Εν να μου διούν τζιαί μένα το μεροκάματο μου τζιαί τα κέρτη εν να φυλάουνται που την επιτροπεία.  Όποιος χωρκανός γραφτεί μες τούτον τον...τωρά να δεις εν να μου τον λαλούσιν, τα ευλοημένα εξέχασα το. Α , αθυμήθηκα. Συνεργατισμό, εννάν μέλος τζιαί εν νάσιειν λόον στις αποφάσεις τζιαί μερτικό στα κέρδη.

Έθθεν νάχουμεν ανάγκη πκιόν τους τοκογλύφτες. Εννά δανείζει ο ένας τον άλλο, με λλίον τόκο, τζιαί καθαρές κουβέντες.



Τζιυρά – Ελεγκού -  Ο Θεός που τους εφώτισε, κόρη μου. Ήτουν τζιαιρός  ούλλοι μας να μονιάσουμε, τζιαί να καταλάβουμεν ότι χρειαζούμαστεν ο ένας τον άλλο. Δόξα νάσιει ο πλάστης μου, το δρώμα  τζιαί το γαίμαν των φτωχών εν θεν να πάει χαμένο.



Χρυσταλλού – Εποφασίσαν να βάλουν  τζιε ταπέλλαν πόξω που το συνεργατικό που εν να γράφει με μεγάλα γράμματα,

 « ο Καθένας για όλους και όλοι για τον καθένα»





ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

"Όνειρα και ελπίδα…"

Which countries, what dreams and journeys are you talking about, you incurably romantic Dreamer? Have you not yet understood that you are not being heard? Not because you do not have a voice. Rather because your voice is being extinguished in the ugly bray of the politicians, who allege to be thinking about you and bemoan your plight. Aloof, above the crowds, they proffer you solutions like discounted holidays in a sale at a travel agent's. Do you not understand - you ordinary humble Thinker - that they hide the truth from you? Do you not see that they withhold from you the fact that beyond the safety of your harbour lurk storms and calamities? They have made you believe that the sea is calm and the winds will always be fair. And so they have left you without a mast and your sails are in tatters.

Perhaps they are not to blame either as they themselves have not got them. Thus they fear those who refuse to hear the voice of their reasoning, and those who dare unfold their sails and set off towards vindication, brotherhood and the wider horizons. Yes, listen! The politicians fear those who dare gaze at the distant horizons which they themselves cannot perceive. And all these bright and colourful mutterings are nothing compared to the deep concealed desire of the strong-hearted: to regain that of which time has robbed them, and which has been preserved for you by the resistant memory. Because the things in which you put trust, no one can take from you: your voice, your dreams and your hopes. But those who, by any means, would have you return to their familiar shores, either openly or stealthily, tentatively but insolently reach out and tear the sails of your heart into shreds so as to feed the insatiable ambition of their inflated ego.

The bombastic words which you hear today, spoken from the smarmy lips of those who have not yet had their fill of their soiled feast, represent the cracks in the decrepit system and the rotten society which they themselves have laboured to dissolve. And you, you the incurable Romantic, who think with your heart, you know that - without a struggle and daring - the great journeys may never take place, that you may never glimpse new horizons, nor may you ever chart new ways. You know very well that those nations who banish the dream-captains lose their way amidst the narrow streets where their shiny-suited politicians lead them.
The nations which in the stormy and painful times of despondency blindly follow the social climbers along their desultory path meet only one end: they sink screaming into darkness. And yet you do understand that dreams and hopes are born and nourished within silence. Ah, you foolish Person, you Dreamer who would dare dream!… To dare means not just to dream but to venture against the waves, to take hold of the helm like a captain who seeks the Ithaca of his heart and his fatherland; who ideally carves his way with the tools of love, of humanness, and those of brotherhood.

Yes, you incurable Romantic… only a Romantic can dare to hold the stars in his arms and let this be his mark and, through the power of his reasoning, may strive to change the world. Ah, the Romantic Revolutionary, do not let the sweet-wrapped fulsome words of the wild quarrelsome voices drag you away from the potent voice of your silence. Whether you will take your pain and despair and head for tomorrow with hope depends only on you."