Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013


Αναπνέοντας σε.                                                          

 

Αναπνέοντας σε,

της λύπης τη γεύση έχω στο στόμα

και τα στερημένα μου πάθη, από τη κόλαση ξεπηδούν

στήνοντας στο στήθος μου χορό, καθώς ξεφυσούν,

δαιμονισμένα σε μαγεμένες φλογέρες

κι’ η μπαλάντα των στεναγμών δονεί το κορμί μου.
 

Τρέμοντας προστρέχω σε ειδωλολάτρες ναούς

και σπονδή, σε πλάνους Θεούς αναπέμπω.

 
Μυρίζει θειάφι ο αέρας, χόρτασα τα στήθη μου γερά

Κόκκινο αίμα τα λόγια σου, βαριά

- να συναντηθούμε...να φύγουμε

Πληγές που δεν κλείνουν οι λέξεις, κοφτερές

- ήδη σάλπαρα, καπετάνιε...χάραξε πορεία

 

Ποιός ο καπετάνιος; Ποιός το καράβι;

Ποτέ δεν μπόρεσε κανείς μας να πει.

 
Ποτισμένος με αλμύρα και σάπια φύκια, ο αέρας

Ζαλισμένη βροχή, νωθρά μυαλά, τα λόγια λεπίδες.

- εσύ ο καπετάνιος...εσύ και το καράβι!

Εγώ θα είμαι τα πουλιά, θα είμαι τα δελφίνια

π’ ακολουθούν χωρίς να γνωρίζουν προορισμό.

Αστροπελέκι σε μαύρο ουρανό, άναρθρες κραυγές.

- εγώ θα είμαι ο αέρας ψηλά σαν θα πετάς,

εγώ κι’ η θάλασσα, στην αγκαλιά μου να γλυκοκυλάς.

 
Αναπνέοντας σε

Η μυρωδιά σου, με γόρδιο δεσμό μας έχει δέσει

Σάρκα , που όμως, από σάρκα δεν προήλθες.

Σιωπή που απ’όλες τις πληγές είναι η πιο ηδονική.

Ασυνείδητη, συνείδηση
 

Η νύκτα μόνη, παγωμένη, υγρή.

Το άρωμα σου βαρύ

Ο πόνος βουβός

Η σκέψη σου λεπίδα

Η οπτασία σου στοιχειό.

Τα μάτια νεκρά και η νύκτα

υγρή και μούχλα μου μυρίζει.

Απλώνω το χέρι, από κάπου να πιαστώ

Μα είναι μονάχα της ψυχής μου η σκιά

Πως τρεμουλιάζει η καρδιά, σαν με αναγνωρίζει.