Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

ΙΟΚΑΣΤΗ



Το κεφάλι του άρχισε να βουίζει. Βούιζε, και ένα αεράκι σηκώθηκε από μέσα και του πάγωσε το μυαλό. Βούιζε, πάγωνε, φούσκωσε το μυαλό τόσο, που δεν το χωρούσε μέσα το κεφάλι. Άνοιξαν οι ραφές των κοκάλων στο κρανίο και τινάχτηκε στον αέρα. Τινάχτηκε αλλά, δεν ήταν μυαλό. Ένα σμήνος ήτανε. Ένα σμήνος από άγριες σφήκες. Στάθηκαν για μια στιγμή μετέωρες στον αέρα και μετά όρμησαν όλες μαζί στο πρόσωπο του. Μπήκαν στο στόμα, στα ρουθούνια και του κεντρούσαν ανελέητα το πρόσωπο. Το κέντρισαν, το δάγκωσαν. Γέμισε δηλητήριο το πρόσωπο του. Πρήστηκε, φούσκωσε και τεντώθηκε το δέρμα του. Άκουγε καθαρά το τρίξιμο από το δέρμα που έσκαγε. Έσκασε ολόκληρο. Βυθίστηκε στον ακραίο πόνο. Ημέρεψε. Ημέρεψε ο πόνος και ένα ζεστό μούδιασμα τον συνεπήρε.

Η καρδιά του μαρμάρωσε. Είδε τεράστια καρφιά να τη σημαδεύουν. Ο Σταυρινός άνοιξε τα στήθη του. Φάνηκε γυμνή, γεμάτη χαρακιές. Έμεινε μόνη. Μόνη και αβοήθητη. Εγκαταλειμμένη. Προδομένη. Πάγωσε. Έγινε άκαμπτη. Ράισε στο πρώτο καρφί! Άνοιξε στο δεύτερο! Γέμισε καρφιά. Γέμισε ο αέρας κομμάτια σάρκας από καρδιά.

Η ψυχή τρόμαξε. Αυτή, δεν είδε σφήκες. Δεν είδε καρφιά. Είδε μορφές. Είδε ψυχές. Είδε σκιές να κυνηγάν τον Σταυρινό. Είδε σκιές να ορμάνε επάνω του χωρίς ίχνος από οίκτο. Πρώτη σκιά, η πιο μαύρη, ήταν μιας ξεδοντιασμένης γριάς. Πιο πίσω η μητέρα του, ο πατέρας του, η Ελπίδα, ο Κύπρος, ο Ευαγόρας, η Ιοκάστη, και πιο πίσω ένα σωρό αέρινες μορφές, που μόλις είδαν αφύλακτη τη ψυχή του όρμησαν. Όρμησαν να την κατασπαράξουν. Την άγγιξαν και πόνεσε. Γλίστρησε. Έπεσε. Την ποδοπάτησαν και έλειωσε. Της φύσηξαν και εξανεμίστηκε. Ανέβηκε ψηλά. Είδε ακόμα πιο καθαρά. Πιο πίσω μαζί τους μια μικρή σκιά που κρατούσε από το χέρι ακόμα μια, πιο μικρή. Τρόμαξε. Πέταξε ακόμα πιο ψηλά. Τόσο ψηλά που χάθηκε. Έσβησε στο μαύρο του ουρανού.

Πόσος πόνος! Πόση αγωνία! Απόγνωση! Απελπισία! Μιζέρια!

Όλα μαζί του φώναζαν. Έλα...έλα...ένα ακόμα βήμα. Πόσο δυνατή ήταν η σιωπή που φώναζε, έλα...έλα. Κουράστηκε. Λύγισε. Δεν αντιστεκόταν. Ακολούθησε! Ένα βήμα και βρήκε τη λύτρωση. Μπήκε στον δικό του κόσμο. Ω , Θεέ μου, τι γαλήνη! Τι γαλάζια ηρεμία!

Ο Σταυρινός δεν πρόσμενε την επόμενη αυγή. Δεν άκουσε τους πρώτους, ανεπαίσθητους, πρωινούς ήχους. Δεν άκουσε τα πρώτα γαυγίσματα, το πρώτο μακρινό λάλημα του πετεινού, την πρώτη κόρνα. Δεν άκουσε το σκυβαλοφόρο και τα πρώτα ανθρώπινα βήματα. Δεν άκουσε τη φύση που καλημέριζε τις πρώτες ακτίνες του ήλιου! Ποτέ του δεν άκουσε. Δεν άκουσε και δεν είδε το νοσοκόμο που του έβαλε την πρώτη του άσπρη μπλούζα, αυτή που δένει με σφικτό κόμπο από πίσω