Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Αυτόπτης μάρτυς....

Ήταν ένα μικρό λουλούδι, από κείνα που φυτρώνουν στο πουθενά. Από κείνα που θέλουν τα ελάχιστα. Μια χαραμάδα χώμα και δυο στάλες ικμάδα, όσα χρειάζεται. Χαιρόταν την ομορφιά του κόσμου και τα χρώματα... το τραγούδι του ανέμου και τους τριγμούς του χωμάτου. Καλημερίζονταν τα πρωινά με τα ζωντανά της γης και τ’ ουρανού και μοιράζονταν τις καλησπέρες με τους αγουροξυπνημένους γρύλους. Με τη γριά χελώνα που περνούσε μια φορά κάθε εποχή –κάποτε του είχε πει πως ήταν τριακοσίων τόσο χρόνων και κόντεψε να ξεκόψει απ’ τις ρίζες του- και κουρνιάζοντας κάτω απ’ τη μικρή του σκιά μάθαινε τις αλήθειες του κόσμου. Και τούτη η γερόντισσα είχε να λέει τόσες ιστορίες που θα χρειάζονταν και μια δεύτερη ζωή για να τις μάθει όλες. Κάποτε, θυμάται, του 'χε πει: «Να χαίρεσαι την κάθε μέρα γιατί μόνον αυτή σου ανήκει. Το αύριο είναι μια πολύ μακρινή ιστορία και δεν μπορείς να το δρασκελίσεις αν δε ζήσεις το σήμερα. Και στο λέω αυτό για να θυμάσαι πως το τέλος φτάνει γρήγορα. Φορές-φορές καλπάζει σαν αλαφιασμένος αστός που έρχεται να χαρεί τη φύση και αφήνει συντρίμμια στο πέρασμά του...». Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί του τα ‘χε πει όλα εκείνα που δεν είχε καταλάβει. Όμως τα ‘χε δεχτεί γιατί ήξερε πόσο σοφή ήταν η γέρικη χελώνα. Κείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό είχε ανοίξει τα μάτια στο φως. Ή καλύτερα, είχε κλείσει τα μάτια στο φως γιατί ήταν τόσο εκτυφλωτικό που είχε νιώσει να τον ρουφά και να χάνεται σε μια πάναγνη και διάφανη αιωνιότητα που δεν την είχε ξανανιώσει. Το βουνί που όρθωνε τη γρανιτένια κορμοστασιά του, αυτός ο αλύγιστος αντάρτης στ’ ανεμοβρόχι και την θύελλα, είχε χάσει κάτι απ’ την πανώρια θωριά του, λες και τον είχε απορροφήσει το φως. Κι ένιωσε να 'ναι ένα φως που άγγιζε τα όρια του θανάτου. Ξαφνιάστηκε που έκανε μια τέτοια σκέψη. «Πώς μου 'ρθε τώρα αυτό;», σκέφτηκε. Κυλούσε η ώρα κι ο κόσμος πλημμύριζε απ’ τις οσμές της ομορφιάς και τους ήχους της χαράς. Κι εκείνη η «κακή σκέψη» όλο και ξεχνιόταν. Ώσπου ξαφνικά ένας εκκωφαντικός ήχος που δεν τον είχε ξανακούσει, ήρθε και τον άγγιξε. Κι όσο κυλούσαν οι στιγμές τόσο δυνάμωνε. Ένιωσε το ρίγος της οδύνης του ανέμου... ένιωσε το φως να ρυτιδώνεται λες και κάποια έγνοια οδύνης χαράκωσε το μέτωπό του. Κι ο ήχος πολλαπλασιάζονταν που τον έκανε να πιστέψει ότι σίμωνε το τέλος του κόσμου. Την επόμενη στιγμή η γη ταρακουνήθηκε. Τα δέντρα σαρώθηκαν, ο άνεμος ούρλιαξε και μια πελώρια φωτιά απλώθηκε να κάψει τη ζωή και τον κόσμο. Κομμάτια ενός άγνωστου πράγματος σκορπίστηκαν παντού. Καυτές ανάσες τον σάρωναν κι ένιωθε κάτι να θέλει να τον αρπάξει και να τον ξεκόψει απ’ τις ρίζες της ύπαρξής του. Κι όλ’ αυτά κράτησαν μια στιγμιαία αιωνιότητα. Κι όταν κόπασαν... κι όταν σήκωσε το κεφαλάκι του αντίκρισε τους ανθρώπους. Κομμάτια καυτής σάρκας που τα όνειρα και οι ελπίδες δραπέτευαν απ’ τα κλειστά τους βλέφαρα και τα ορθάνοιχτα βουνά χείλη. Και είδε δίπλα του ένα παιδί με την κουκλίτσα του σφιγμένη κατάσαρκα να προσπαθεί μες απ’ τη νεκρική του ακινησία να της αφηγηθεί τα λιγοστά παραμύθια που είχε μάθει στη μικρή του ζωή. Κοίταξε γύρω κι αντίκρισε ένα καινούργιο τοπίο. «Ποια ματαιοδοξία και απερισκεψία έκαμε τόσα συντρίμμια την ομορφιά;», σκέφτηκε. Το ήξερε όμως ότι απάντηση δεν θα είχε ποτέ. Ίσως αν είχε ζήσει η γέρικη χελώνα. Κι έπειτα ήρθαν οι άνθρωποι με τις μάσκες της οδύνης. Ενας πυροσβέστης έσκυψε πάνω του και είπε: «Εσύ πώς και γλίτωσες;». Λες και ήξερε πως ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυς της βιβλικής καταστροφής που άναψε η βουλιμία του ασεβή.