Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Νοσταλγία

μπαίνω στην κάμαρα μου, στο πατρικό μου σπίτι,
ακουμπώ  στο τοίχο, κλείνω τα μάτια
και μετρώ τα βήματα μου, μέχρι τον απέναντι,
πιο λίγα είναι, πως πέρασε έτσι ο καιρός;
μεγάλωσα κι έγινε μια σταλιά ο κόσμος μου

στέκομαι απέναντι σε μια φωτογραφία,
μια σπιθαμή αγόρι, ξυπόλυτο, κοντό παντελόνι
και μια φανέλα άσπρη με τιράντες,
με κοιτάζει με απορία, δεν μ΄ αναγνωρίζει
με το σκούρο κοστούμι μου και τη ριγέ γραβάτα

χαϊδεύω  τα σκονισμένα έπιπλα,
αφρόντιστα, έρημα, αμίλητα
έχουν πια μείνει,
σκύβω το κεφάλι και φεύγω, ξανά,
ακροπατώ μήπως και ξυπνήσω
τα κοιμισμένα γέλια και τους

σβησμένους ήχους