Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Θεατρικό έργο για τους εργατικούς αγώνες της Πρωτομαγιάς

Το ψουμίν του αρκάτη
του
Γιάννου Λαμπή
Ά σκηνή
( η σκηνή διαδραματίζεται μέσα σε μια γαλαρία μεταλλωρυχείου στον Αμίαντο)

Μιχάλης- επόκαμα... εν αντέχω άλλο τούτο το λαμπρόν... πόνησα τζιαί τα στήθη μου…θαρκούμαι έλειψε ο αέρας…φαίνεστε μου εν να φυρτώ...
Σαλίχ- σφίξε τα δόντια σύντροφε...έτο σε λλίην ώρα εν να βκούμεν που μες τούτον το λάκκο...κόμα ένα βαγόνι τζιαί εν να ποσώσουμε το μεροκάματο.
Μιχάλης – προσπαθώ Σαλήχ...έσιει ώρα που προσπαθώ...μα έτο, επίσσωσεν το στόμα μου που την καρβουνιά...τζιαι που την πολλήν πυρά επόνησα την τζιεφαλήν μου, εν νοιώθω τα κόκαλα μου...φαίνεστε μου ελουβίσαν....
Σαλίχ – γείρε λλίον νερόν να δροσιστείς τζιαί κάτσε νάκκον να πνάσεις...άεις με μανιχόν μου τζιαί δκυο ππαλλιές εν να το γιεμώσω...
Μιχάλης – εστέγνωσε τζιαι το παούρι...εστράτζιεσαι...εν έσιει σταξιά μέσα...
Σαλίχ – έλα πκιάσε  το δικό μου...έσσιει ακόμα λλίον μέσα...
Μιχάλης – μα εσού άμαν διψάσεις, ήνταν που να πκιείς Σαλίχ;
Σαλίχ – αντέχω εγώ... έτο, ακόμα δκυο φκιαρκές τζιαι εγιώμωσε το βαγόνι...

( Πίνει νερό ο Μιχάλης )

Μιχάλης – νάσαι καλά ρε σύντροφε...ευκαριστώ σε...
Σαλίχ  α Μιχάλη μου...γιατί με ευκαριστάς; Έτο εν ούλλοι μες το ίδιο καζάνι που είμαστον. Πρέπει να το καταλάβουμε. Τζιαί εμείς που είμαστε μες τούτες τις μαύρες τρύπες, όπως τους σκούλουκους, πρέπει να είμαστε μονιασμένοι. Σαν τ ‘αδέρφκια. Δαμέσα δα εν μας ιγλέπει κανένας άλλος, εκτός που τον σύντροφο μας.
Μιχάλης- έσιεις δίκαιο Σαλήχ. Άμαν είμαστε μονιασμένοι εν να μπορέσουμε να ζητήσουμε τζιαί το δίκαιο μας που την εταιρεία. Το μερτικό που δικαιούμαστε...
Σαλήχ – αννοίεις μεάλην κουβέντα Μιχάλη...τζιαί επικίντυνη.
Μιχάλης – εν έσιει κανέναν άλλο δαμέσα...οι δκυο μας είμαστον , άτε τζιαι ο χάρος
( γελούν )
Σαλήχ – μεν λαλείς πελλάρες..έδωκε σου η πυρά αλόπως τζιαι παραμιλάς...άτε τούτη η φκυαρκά τζαι ετελειώσαμε...άμαν βκούμεν που πάνω λαλούμεν τα....

( ακούγεται έκρηξη και χώματα πέφτουν πάνω τους )

Σαλήχ – πέρκιμον έν ετζυλίσαν τα χώματα τζιαι να κλείσει η γαλαρία...άτε πάμε Μιχάλη... τράβα μπροστά τζιαί γιω που τα πισώ σου...να σε βλέπω άμαν τζιαί ζαλιστείς...
Μιχάλης – τούτες οι φάλιες εν πολλά επικίνδυνες...καμιά φορά αν να μας θάψουν ζωντανούς..






΄Β σκηνή

( νύχτα. Μέσα σε μια καλύβα. Ο Μιχάλης, ο Σελίχ)

Σαλίχ – αύριο εν Κυριακή...λοαρκάζω να κατεβώ στο χωρκό να δω τζιαί λλίον τα παιδκιά μου...επεθύμησα τα...να φέρω τζιαί λλίον ψουμίν..λαλώ να λαμνίσω που το πρωίν τζιαί να γυρίσω τη νύχτα. Εσού πότε εν να πάεις; Έσσιει μέρες να πάεις!!
Μιχάλης – Ναι ..ξέρω το Σαλίχ αλλά εν μπορώ. Τελευταία είμαι λλίον αδύνατος, κομμένος...άεισε να δυναμώσω λλίον.... μα πε μου ! έν είδες το φιρμάνι; Μέσα στους νέους καταλόγους της εταιρίας εβάλαν τζιαί το ψουμίν. Εν δικαιούμαστε να φέρουμε που έξω. Πρέπει λαλούν να το γοράζουμε τζιαί τούτον που τον φούρνο της εταιρίας.
Σαλίχ – είδα το...αλλά εν πολλά ακριβό...θέλουν διπλάσια που τους φούρνους του χωρκού. Σχεδόν ένα μεροκάματο.
Μιχάλης – είδες τους κλέφτες...εν κανεί που πλουτίζουν με τον ιδρώτα μας, θέλουν να πιουν τζιαί το γαίμα μας. ( σκύβει και του λέει εμπιστευτικά ). Εν γι’ αυτό που σου λαλώ ότι μονιασμένοι πρέπει να διεκδικήσουμε το δίκαιο μας.
Σαλίχ – άεις με εμένα Μιχάλη...έν θέλω φασαρίες. Εν τέσσερα στόματα που έχω να ταίσω..
Μιχάλης – ξέρεις το Σαλίχ...τζιαί εγιώ έχω, όι τέσσερα αλλά πέντε στόματα. Εν γι’ αυτό που νευριάζω. Που με πνίει το δίκαιο. Δουλεύκουμε συνέχεια, που το πρωί ως τη νύχτα. Καταπίνουμε τόση σκόνη και ψηνούμαστε που την κάψα μές την τζοιλιά της γης για ένα βούκκο ψωμί. Τουλάχιστον τζείνα που δικαιούμαστε πρέπει να τα ζητούμε αφού που μόνοι τους εν πρόκειται ποττέ  τους να μας τα δώκουν.
Σαλίχ – ρε Μιχάλη μα εσού τρέμεις. Τα μάδκια σου εν κατακκότζινα τζιαί τρέχουν. Άεις με να δω..( Ακουμπά στο μέτωπο του). Ρε μα ψήνεσαι στον πυρετό. Τζαί τζείνος ο βήχας σου επόλλυνεν. Εψές εν ετζοιμήθηκες καθόλου. Άκουα σε που ετζιεγκελοούσουν και εκλώθεσουν σαν το κούφο μες το κρεβάτι. Σάστου να πεταχτούμε ως τζιει  στο γιατρό να σε τσιακκάρει...
Μιχάλης – μεν ανησυχείς Σαλίχ...ένεν τίποτε. Εν να μου περάσει...μαθημένα τα βουνά που τα σιόνια. Ο γιατρός ήντα που να μου κάμει; Να γύρω πάνω στο κρεβάτι πέρκιμον ποτζοιμηθώ, τζιαί εν να μου περάσει.

( Ενώ ο Μιχάλης με τη βοήθεια του Σαλίχ πάνε προς το κρεβάτι, ακούγονται κτυπήματα στη πόρτα. Ανοίγει ο Σαλίχ και μπαίνει μέσα ο Κωνσταντής  )

Σαλίχ - Καλώς τον Κωνσταντή...μα πως ως δα τέδκοιαν  ώρα;
Κωνσταντής - ¨Ετο είδα το φανό αυτούμενο τζιαί είπα να σας δώ λλίον.
Να κόψουμε τζιαί καμμιάν κουβέντα αθρωπινή. Έτο,
γέννημα του ήλιου κατεβάζουν μας μες τον λάκκον τζιαί με το βούτημα του βκάλλουμαν μας...που την κούραση όσον τζιαί προλαβαίνουμε να πνάσουμε νάκκουριν. Επεθύμισα τζιαί γιω να συντύχω τζιαί με κανέναν πλάσμα...

Μιχάλης – Κάτσε...μεν στέκεσαι...τζιαι εμέναν εντζιαί γελάς μου...κάτι έσιεις μες το μυαλόν σου για νάρτεις ως δα.
Κωνσταντής – μα εν ακούεσαι καλά σύντροφε...εσού τρέμεις όπως το πουλλούιν το βρεμένο..ήντα έπαθες;
( Τον πλησιάζει και ελέγχει το μέτωπο του για πυρετό )
μα εσού χογλάς...ψήνεις αυκό πας το μέτωπο σου. Που πότε έσιεις πυρετό;
Σαλίχ – έν ο Αλλάχ τζιεί Παναϊα που σε επέψασιν. Έσιει δκυο – τρεις μέρες που εν έτσι καλαθουρκασμένος...αλλά εν γαϊτίζει να πάει στο γιατρό. Πόψε όμως εν σιειρόττερα νομίζω. Πέ του τζιαί σου καμμιάν κουβέντα, πέρκιμον τζιαί ακούσει σε να πάει στο γιατρό.
Κωνσταντής – φέρε μια μαντηλιά να την βουττήσουμε μες το ξύδιν τζιαί να την βάλουμε κομπρέσα πάς το μέτωπο του πέρκειμον τζιαί ρίψει τον πυρετό...
( βάλλουν την κομπρέσα )
Μιχάλης – νάστε καλά...μεν ανησυχάτε...εν να μου περάσει... εν που την κούραση θαρκούμε.. Μα για πέ μας...ήντα νέα που την συντεχνία...μεν φοάσε , ο Σελίχ εν δικός μας άθρωπος...εν έμπιστος.
Κωνσταντής – αύριο εν να μιλήσει η επιτροπεία με τη διεύθυνση. Εν να ζητήσουν να εφαρμοστεί το σύστημα 8, 8, 8,
Σαλίχ – ήντα που ένειν τούτο; Εσού ξέρεις Μιχάλη;
Μιχάλης – όι Σαλίχ..ούτε εγιώ καταλάβω..
Κωνσταντής – ( γελά) ... για τούτον το σύστημα.... εσιωνόθει γαίμαν, μεν αρωτάς! Εγιωμόσαν στράτες τζιαί εγίνην ποταμός κατεβασμένος...εχαθήκαν συντρόφοι για να μπορέσουμεν εμείς να το έχουμεν...τζιαί νομίζω ήρτεν η ώρα...
ΣαλίχΜιχάλης  - ακόμα όμως εν τζιαί είπες μας....
Κωνσταντής – οκτώ ώρες, δουλειά, οκτώ ξεκούραση, τζιαί οκτώ ώρες ελεύθερου χρόνου για μόρφωση και ψυχαγωγία...τούτον εν το σύστημα που ζητούμεν.
Μιχάλης – τζιαί πιστεύκετε ότι εν να καϊλίσει η εταιρεία;
Κωνσταντής – όι...σίουρα εν να φωνάζουν...μα τούτην τη φορά εν αποφασισμένοι ούλλοι...εν να κατεβούμεν απεργία. Γι’ αυτόν ήρτα να σας το πω... να ξέρω αν είσαστε μαζί μας.
Μιχάλης – τζιαί θέλει τζιαί ρώτημα ( κάμνει πως εν να σηκωθεί και ξαναπέφτει. Τον βάζουν πίσω στο κρεβάτι και του βάλουν ξανά κομπρέσα)
Κωνσταντής – Εσού Σαλίχ...ήντα που λαλείς...
Σαλίχ – εν ηξέρω...θέλει σκέψη...έχω κοπελλούδκια να ταϊσω...είδετε προχτές ήντα που εγένει...όσοι επήαν στην συγκέντρωση της συντεχνίας εδκιώξαν τους που την δουλειάν... φοούμαι..
Κωνσταντής -  έσιεις δίκαιο που φοβάσαι σύντροφε Σαλίχ...το κεφάλαιο εν τζιαί έσιει αθρωπιά..εν σκέφτεται... με κοπελλούδκια με κάνεναν άλλο...παρά μόνον τον ππαρά...άμαν μπεις στο δρόμο του εν σε πατήσει...αλλά τούτην τη φορά εν να είμαστε ούλλοι μαζί....μονιασμένοι...μια γροθκιά τζιαί εν θε να μπορεί να μας δκιώξει ούλλους.
Μιχάλης -  εν σε πιέζει κανένας, Σαλίχ...ξέρω ότι είσαι καλός άθρωπος τζιαί παλεύκεις όπως ούλλους εμάς...σκέφτου το μόνος σου...πήαινε αύριο στα κοπελλούθκια σου τζιαί που νάρτεις ποφασίζεις αν θα κατεβείς μαζί μας απεργία...












Γ’ Σκηνή

(Απόγευμα. Στην αυλή του Μιχάλη. Στέκονται απ’ έξω ο Κωνσταντής και η Αντριάνα)
Κωνσταντής – που πάεις έτσι φουρκαστός Σαλίχ....φαίνεσαι θυμωμένος.
.. εν τζιαί ήρτα δαμέ για να σου πω για την απεργία...
Σαλίχ – Ένεν για τούτον που είμαι θυμωμένος.
Κωνσταντής – ε καλό για έντα πράμα; Τζιαί εν σε φορούν οι τόποι!
Σαλίχ – όσον τζιαί ήρτα που το χωρκόν...επήα τζιαί είδα τα παιδκιά τζιαί τη γυναίκα μου...Δουλεύκουμε σαν τους σσιύλλους τζιαί όσον τζιαί ψωμοπαιρνούν (αναστενάζει)...τζιαμέ στα γραφεία εσταματήσαν με τζιαί εκάμαν μου έλεγχο. Είχα μαζί μου δκυο ψουμνιά τζιαί επκιάσαν μου τα οι αθρώποι της εταιρείας. Εν για τούτον που είμαι θυμωμένος...
Κωνσταντής – τωρά εκατάλαβες Σαλίχ γιατί πρέπει να είμαστε ούλλοι μαζί. Μονόβουλοι.
( ακούγονται φωνές. Σαν διαδήλωση. )
Σαλίχ-  μα ήντα που εγένην τζιαί φωνάζουν...άκου φασαρία τζιαί κακό.
Κωνσταντής – εν οι αρκάτες...σήμερα η εταιρία ούτε να συζητήσει έν ήθελε με τη συντεχνία τζιαί απείλησε να σταματήσει που τη δουλειά τζιαί την επιτροπεία μας.... εν τους κανεί τούτο ...αφήκαν τζιαί τον κόσμο νηστικό. Έδωσαν διαταγή ώσπου έχουμεν απεργία έθεν να πουλούν ψουμίν στους αρκάτες. Μόνον σε τζείνους που εν να σπάσουν την απεργία.
Σαλίχ – καλά εφοούμουν εγώ...
Κωνσταντής - να μεν φοάσαι τίποτε σύντροφε Σαλίχ...εν να λυγίσουν..που εν να πάσιν οι κερατάδες. Χωρίς εμάς εν τζιαί μπορούν τούτοι να βκάλουν το μετάλλευμα.
Σαλίχ – εφάνειν μου τζιαί είδα την γυναίκα του Μιχάλη, την Φιούρα,  να μπαίνει που την καντζελλιά την ώρα που είμουν τζιαμέ στα γραφεία. Ήρτε αλόπως να δει τον Μιχάλη. Έσιει μέρες να κατεβεί στο χωρκό του. Ετσάκισεν τον η αρρώστια τζιαί εν ξορτώνει να πάει με τα πόδκια.
Κωνσταντής -  ου Παναγιά μου...τζιαί που ένει τωρά...πρέπει να την βρούμεν εμείς πρώτοι. Άμαν τζιαί ακούσει τα μαντάτα έτσι απότομα τζιαί ταραχτεί...
Σαλίχ -  Μα εσού εχλώμιανες Κωνσταντή...ήντα τρέσιει τζιαί εν το ξέρω εγιώ; Ποιά μαντάτα; Λάλε τζιαί κάμνεις με να ανησυχώ. Έπαθεν τίποτες ο Μιχάλης όσην ώρα έλειπα;
Κωνσταντής – Πρέπει να φανείς δυνατός Σαλίχ...ο Μιχάλης σήμερα το πρωί εν εφάνην στη καντίνα τζιαί εν τον είδε κανένας ώσπου τζιαί μεσομέρκασε. Ανησυχήσαμε. Ήρτα τζιαί εφάτσιησα του τη πόρτα. Εν μου απάντα. Έδωκα της μια τζιαί μπήκα με το ζόρι. Ήβρα τον χαμέ. Πεθαμένο.

( Ο Σαλίχ ταράσσεται τζιαί δείχνει απόγνωση και πικρία)

Κωνσταντής – είπασιν ότι έπασχε που σιλίκωση. Εκαταστραφήκαν οι πνεύμονες του τζιαί μάλλον εσήκωσε ψηλόν πυρετό τζιαί επέθανε. Τωρά σε λλίο εν νάρτουν να τον σηκώσουν... Φάνου δυνατός Σαλίχ..τζιαί έτην Φιούρα που έρκεται...
Σαλίχ – Κωνσταντής  – καλώς τη Φιούρα...
Φιούρα – Γειά σας. Καλώς σας ήβρα. Αφού εν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, ήρτεν το βουνό στο Μωάμεθ. Φαίνεται όμως έσιεται φασαρίες σήμερα. Ποτζιεί που έρκουμουν είδα κάμποσους αρκάτες να φωνάζουν και να βαστούν πίκετ. Εφάνην μου ότιι εφωνάζαν για το ψουμίν του αρκάτη...εν τους πουλούν τζιαί αφήκαν τους νηστικούς...τζιαί για κάποιον που επέθανεν εφανίστειν μου. ε..εν εκατάλαβα καλά...
Κωνσταντής – να σου φέρω μια καρέκλα... κάτσε να πιείς ένα νερό να ξεδιψάσεις τζιαί λαλούμεν τα..

Φιούρα – μεν κάμνετε φασαρία. Έτο εν να δω λλίον τον Μιχάλη μου τζιαί να φύω. Καρτερούν με έσσω τα κοπελλούδκια. Εν μιτσιά ακόμα τζιαί εν τζιαί σάζουντε μόνα τους. Έχω την έννοια τους ( πριν τελειώσει τραβά κατά το σπίτι ).
Σαλίχ – ( την βάζει μέσα στην αγκαλιά του ). Καλή μου γειτόνισσα. Μεν μπεις μέσα στο σπίτι. Περίμενε να μπούμε μαζί...
Φιούρα – καλέ μου Σαλίχ. Φίλε τζιαί σύντροφε του αντρός μου...ήντα που έσιεις τζιαί κλαίεις. Σύντυσιε μου να σε χαρώ. Ο Μιχάλης μου...που εν ο Μιχάλης μου; Ά Παναγία μου!!! αλόπως έπαθεν τίποτε κακόν ο άντρας μου. Εν άρρωστος αλλόπως;
( Γεμίζουν τα μάτια τους και κλαίουν με αναφιλητά )
Φιούρα  (Πετά χαμέ το καλάθι της . Και κρατώντας από τα μπράτσα την Αντριάνα τη ταρακουνά ). Μίλα εσύ Κωνσταντή...( Ο Κωντσαντής δεν μιλά. Κλαίει.)
Μεν μου πείτε. Εν το πιστεύκω. Αλόπως ο πεθαμένος που λαλούσαν εν ο Μιχάλης μου. Α..τον Μιχάλη μου ..τον γρουσό μου τον άντρα. ( Ορμά μέσα στο σπίτι )












Δ’ Σκηνή

( το εσωτερικό του σπιτιού και στην μέση πάνω στο κρεβάτι ο Μιχάλης. Γύρω του ο Κωνσταντής,  και ο Σαλίχ. Στη άκρη του κρεβατιού γονατιστή η Φιορού)

-          Μιχάλη μου, άντρα μου γρουσέ τζιαί ταίρι της καρκιάς μου. πατέρα των ορφανών μου των παιδκιών, καμάρι τζιαί παρηορκά μου. άνοιξε τα μάδκια σου να δω την αμμαδκιά σου, τάραξε τα σιείλη σου, να ακούσω τη γρουσολαλιά σου. Τάραξε νάκκον να χαρείς τη λεβεντοκορμοστασιά σου. τι σούκαμα τζιαί δεν μου μιλάς; Τι έφταιξα τζιαί δεν μου χαρίζεις μια στιμή , την ακριβή θωρκά σου; εγιώ είμαι η Φιούρα σου...η αγαπητικιά σου..η μάνα των παιδκιών σου...ήρτα κοντά σου να σε δω..έλειψεν μου η ζεστασιά σου. άνοιξε τις αγκάλες σου τζιαί όπως πρώτα χώσε με στο στήθος σου , να ακούσω τη καρκιάν σου. Μίλα μου , ίντα σου έκαμα η φτωσιή τζιαί εν μου μιλάς; Μιχάλη μου, πε μου τον πόνο σου τζιαί τα παράπονα σου. οι σύντροφοι σου εν δαμέ, τζιαί καρτερούν μαζί με μεν , την όμορφη την συντυσιά σου. πε μου καλέ μου να χαρείς...ποιός σε πείραξε...ποιός σου έκαμεν κακό..για να του βάλω μια φωνή τζιαί μια κατάρα μάνας...το άδικο που έκαμεν εις το Θεό διπλά τζιαί τρίδιπλα θα πρέπει να πληρώσει.

Σαλίχ – σήκου Φιορού. Σταμάτα τζιαί εν μπορεί ο Μιχάλης ξανά να μας ακούσει. Έφαν τον η αρρώστεια του τζιαί το μάραζιν. Αγάπασε πολλά. Τζιαί σεν τζιαί τα παιδκιά σας. Μα τζιαί ούλους τους συντρόφους του είσιεν τους βαθιά μες τη καρκιάν του. Μα το θερκόν της αχαριστίας τζιαί της εκμετάλλευσης ήτουν πιο δυνατό που τη καρκιάν του.
Κωνσταντής – κλάψε Φιούρα, κλάψε συντρόφισσα τζιαί αξίζει του αντρός σου. Ο θάνατος του Μιχάλη εν όπως τη φάλια που έσκασε κάτω που τα πόδκια της εταιρίας τζιαί της εκμετάλλευσης. Εν θε να πάει χαμένος. Μόνο που ακούστηκε ο θάνατος του ούλλοι οι αρκάτες ενωθήκαν τζιαι κατεβήκαν τζικάτω στα γραφεία. Εν βαστάχνουν πκιο το άδικο. Η ψυσιή του εν δαμέ... με το γαίμα του επότισε του αγώνα μας. Εν ναν ευλογημένο τ’ όνομα του.
Φιούρα – ποττέ του εν αδίκησε κανένα...ήταν τίμιος τζιαί αγάπαν τους συντρόφους του...εν εξεχώριζε κανένα. Τζείνο που εν του άρεσκε ήταν η κλεψιά...η αδικία που την εταιρία. Εν θα ξεχάσω τα λόγια του... « πως μπορούν τζιαί τζοιμούνται τη νύχτα...αφού κλέφκουν στο ζύι τα ίδια τα παιδκιά τους; ».  ( στέκεται για λίγο σιωπηλή. Παίρνει βαθιά ανάσα)
Κλουθάτε μου συντρόφοι...ο Μιχάλης μου εν επέθανε...θωρώ τον μπροστά μου...λεβεντάθρωπο, με τα σιέρκα ψηλά...σφιγμένα σε γροθκιά...κάτι φωνάζει...ακούω τον καθαρά...δώστε μας πίσω τα ψωμιά μας.













Τέλος

( μπροστά από το φούρνο. Η αυλαία ανοίγει την ώρα που όλοι μαζί πλησιάζουν το φούρνο. Ένας άνθρωπος της εταιρίας στέκει μπροστά στην είσοδο φρουρός)
Κωνσταντής – εκ μέρους της συντεχνίας και όλων των εργατών ζητώ να ανοίξει ο φούρνος και να μας πουλήσετε ψωμί.
Υπάλληλος – (χαμογελά ειρωνικά) Τζιαί ποια εν τούτη η συντεχνία που εν να βάλει όρους στην διεύθυνση της εταιρίας. Εν το κακό του τζιεφαλιού σας που γυρεύκετε.
Στραφείτε πίσω στη δουλειά σας…αφήστε τα αιτήματα  στην πάντα…πιάστε δουλειά… τζιαί εννα σας πουλήσουμε τζιαί ψουμίν.
Κωνσταντής – αν δεν κάτσετε να συζητήσουμε πως θα λυθούν τα προβλήματα. Η απεργία θα σταματήσει όταν η διεύθυνση κάτσει μαζί μας να συζητήσουμε τα αιτήματα μας. Αλλά τωρά απαιτούμε να μας πουλήσετε ψουμίν. Έχουμε μωρά μες στον καταυλίσμό, γυναίκες τζιαί αρρώστους.
Υπάλληλος – τούτον έπρεπε να το σκεφτείτε πρώτα εσείς. Ένεν δικό μας πρόβλημα.
Σαλίχ – τούτον εν παράνομο. Εν απάθρωπο. Σύντροφοι να κάτσουμε ούλλοι δαμέ…να μεν τάραξουμε ούτε στιγμή…να δούμεν ποιος εννά λυγίσει…εμείς που τη πείνα... οξά η εταιρία που χάνει που τα κέρτη της.
Υπάλληλος – ότι θέλετε κάμετε. Σε λλίον όμως έρκεται η αστυνομία…
Φιορού – σύντροφοι …το δίκαιο εν με το μέρος μας. Μεν φοάστε τις απειλές της εταιρίας. Το μόνο που την νοιάζει εν το κέρδος και τα ριάλια. Ποττέ της εν εσκέφτηκε για το καλό μας…για το ψουμίν τ’ αρκάτη. Ώσπου μπορείτε τζιαί δουλεύκτετε εν να σας εκμεταλλεύεται. Σταθείτε ούλλοι μονιασμένοι. Μονόβουλοι. Σήμερα όπως ούλλοι ξέρετε επέθανεν ο Μιχάλης μου. Πρέπει να καταλάβουν ότι ο θάνατος του εν ήταν τυχαίος. Εν που τις κακουχίες….την σκληρή δουλειά …τζιαί την έλλειψη ασφάλειας τζιαί σκεδίου υγείας.
Υπάλληλος – επολλολόησες τζυρά. Τράβα πίσω τζιαί βούλλωστο.
Φιορού- σύντροφοι…πάμε μέσα…ούλλοι μαζί…πκιάστε ψουμιά…τζιαί κάμετε μνημόσυνο του αντρός μου αλλά τζιαί του κάθε αρκάτη που έχασε τη ζωή του μες τούτο το μεταλλείο που την απληστεία της εταιρίας.
( ορμούν όλοι μέσα στο φούρνο και διαμοιράζονται τα ψωμιά)
Κωνσταντής – Ο κάθε άθρωπος που χάθηκε μέσα στα μεταλλεία...εγίνην φάλια τζιαί φωδκιά....τρέμει η γη που κάτω που τα πόδκια των απλήστων... τζιαί το γαίμαν τους ποτάμιν βουερό...παρασέρνει στο πέρασμα του τ’ άδικο. Κύμα δυνατό γένεται των αδικοχαμένων η φωνή τους... τζαί φέρνει νέο φως.. τζιαί γλυτζιή προζύμην έσιει πκιόν ..τ΄αρκάτη το ψουμίν του.