Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014


Θυμάσαι;

 

Θυμάσαι; Τις νύχτες στο κήπο μας είχαμε πάντοτε γιορτή,

κολυμπούσαμε μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια,

ο ουρανός κατέβαινε και μας σήκωνε στη πλάτη του,

κι εμείς στ’ απέραντο του, σχεδιάζαμε ταξίδια
 

Θυμάσαι; Τα σύννεφα έστυβα, τα χείλη σου να ξεδιψάσεις

κι από τ’ αστέρια έκλεβα το φως, στο δρόμο σου το σκόρπιζα

μην τυχών και στο σκότος εσύ τρομάξεις

 
Τώρα στην δική μας την αυλή, φύτρωσε χορτάρι μαύρο,

κι έχει η καρδιά, σαν δειλινό, τα πέταλα της κλείσει,

δεν κελαηδούν τ’ αηδόνια, μόνο σκούζουν ακρίδες νηστικές

που κρέμονται απ’ τα σάπια δόντια τους, βατράχων σάρκες
 

Στου προδομένου την αυλή, κουρνιάζει η νύχτα στ΄ αγκάθια,

κοράκια μαύρα παντρεύονται τον ήλιο  και τη βροχή,

κολυμπούν σε ένα πηγάδι αίμα, και φέρνουν στο φως

πικρό, δύσμορφο τον αμαρτωλό καρπό τους,

που πνίγει την αγάπη, με της ψευτιάς του, τις αναθυμιάσεις.