Σάββατο, 5 Απριλίου 2014


Κάποια νύχτα, σε κάποιο μπαρ.

  

Βρικολακιάζεις σε μια πόλη σκουριασμένη, γεμάτη στημένα ξόβεργα,

κι είναι η κάθε σου νύχτα σαν μήτρα που ξεφυσά έχιδνες

δίχως έρωτα και σεβασμό, σκοτεινή και φονική,

κι εσύ αλυσοδεμένη περιφέρεσαι προκλητικά γυμνή
 

Τρέφεσαι με όνειρα βουτηγμένα σε φώτα νοσταλγίας

και κουβεντιάζεις μ’ άσπρα κι αγέλαστα φεγγάρια

και τα νεκρά φύλλα της καρδιάς σου, είναι πλέον,

γεμάτα δροσερές πηγές λυγμών
 

Σκελετωμένα σκυλιά  σε κοιτάζουν καχύποπτα

στην γωνιά του δρόμου και γρυλίζουν απειλητικά,

μα φεύγουν φοβισμένα μόλις τη θλίψη στα μάτια σου δουν
 

Πίσω απ’ το καπνό του τσιγάρου σου,

κερασμένο απ’ το πακέτο μου, είδα,

να λάμπει στο μισοσκόταδο η λευκή σου σάρκα

και τις  ρώγες των μαστών σου να διαγράφονται

οργισμένες κάτω απ΄ το διάφανο φόρεμα σου

βρεγμένο απ’ τα καυτά δάκρυα των καφετιών σου ματιών,

ίσα που πρόλαβα να δω την υγρή σου τη ματιά

και τρόμαξα, δεν τόλμησα να δω τα φλογισμένα μάτια σου

που καίγονταν και κάτι ήθελαν να πουν,

και το πληρωμένο φιλί σου, σφραγίδα από τότε στο στόμα μου,

σαν μια ξινή ανάμνηση ανακατεμένη

με την αλμύρα των δακρύων σου
 

Άραγε, με πόσα ονόματα σ’ έχουν φωνάξει

τα νυχτερινά αντρίκια πεινασμένα στόματα;
 

Τι σημασία όμως έχει κι αν δεν σε ξαναδώ;

εγώ θα σε ονομάσω, Αγία Γυνή.