Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014


Και να! Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου

απρόσκλητες εισβάλλουν στη κάμαρα μου

Μου κτυπάνε τα βλέφαρα και μου γρατζουνάνε τα μάτια

κι ότι αγγίζουν το κάνουν διαμάντια, κι  απ’ έξω τα πρώτα γαυγίσματα,

οι πρώτοι ήχοι κι οι λεπτομέρειες των δρόμων να γλιστράνε ως εδώ

κουβαλώντας αντιθέσεις  χρωμάτων, συμβιβασμούς

κοινωνικές διαφορές ανισότητες και προσαρμογές των ηθών
 

Η πρώτη γουλιά του καφέ στο καφενείο με τη ψάθινη καρέκλα

κι οι μυρωδιές απ’ το παραδίπλα φούρνο να μου γαργαλάνε τη μύτη

Τα πρώτα κλαψουρίσματα των βρεφών και οι φωνές της μάνας

και να ο πρώτο κόμβος να αιωρείται μέσα μου

να θέλει να σταθεροποιηθεί, αλλά δεν μπορεί, μετεωρίζεται

και ανεβοκατεβαίνει απ’ το στομάχι στο λαιμό μου
 

Περαστικοί με βαριά και βιαστικά βήματα σηκώνουν σκόνη

που κατακάθεται στο μυαλό μου, και δεν με αφήνει να δω

αυτά που θέλω να δω , παρά μόνο αυτά που φαίνονται

Κι όμως είμαι σίγουρος, τα ένοιωσα αυτά τα μάτια χθες το βράδυ να με κοιτάζουν

μέσα από τα σκούρα τζάμια μιας μαύρης λιμουζίνας που ήταν εκεί όλο το βράδυ

ακίνητη στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά τους την έσκασα, τους κοιτούσα μέσα από τη
 
κλειδαρότρυπα της ντουλάπας μου, και δεν άναψα καθόλου το φως στο δωμάτιο μου
 

Πίνω το κρύο νερό απ’ το βρεγμένο ποτήρι και αναρωτιέμαι

μήπως όλα ήταν της φαντασίας μου. Ο ήχος του όχλου μεγαλώνει

και σχηματίζει κάτι ασαφές, αβαρές αλλά και δραματικό μέσα μου, αναρωτιέμαι μήπως ήταν απλώς
 
 ένα ρομαντικό ραντεβού ή ακόμα μια τυχαία σύμπτωση και

προσπαθώ να ακυρώσω την οδυνηρή πραγματικότητα
 

Μπαίνω στο μπάνιο και κοιτάζομαι στο θαμπωμένο καθρέπτη

και επιβεβαιώνω ακόμα μια φορά, πως ένα κομμάτι μου έχει μείνει,

για πάντα χαμένο, κάπου εκεί στη κάμαρα που είχα κοιμηθεί.