Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014


Πορεία

 

Ξεριζώθηκα από τα σπλάχνα ενός αυθύπαρκτου, ζωντανού κι ακοίμητου κόσμου

Αυτός είναι η μάνα μου και με κοιτά ατάραχα με μάτια που συνέχεια κινούνται

Μέσα μου κατοικούν ακόρεστοι θεοί, που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω μου φορτωμένη με
 
ηθικές επιταγές κι έχουν στόματα ανοικτά που αχόρταγα χάσκουν στάζοντας αίματα και κομμάτια
 
σάρκας δικής μου και των αδελφών μου

Τι σημασία έχει αν φωνάζω δυνατά ή πνίγομαι στη σιωπή

Αν βρίζω ή αν προσεύχομαι, αν μαχαιρώνω ή χαϊδεύω

Πιστά, ναρκωμένος την ακολουθώ στο τάφο που η ίδια για μένα έχει σκάψει

Στην πορεία μου συζητώ για τις ποιότητες της μοναξιάς μου, εκεί μονάχα

βρίσκω τον εαυτό μου και τον λόγο της γέννησης μου, και καθώς

αντιλαμβάνομαι το αμεταβίβαστο και το πολύτιμο της ύπαρξης μου

τα μάτια της ξεχειλίζουν με ξαφνικές στάσεις, και

μια ανταύγεια του παρελθόντος καθρεπτίζεται μέσα τους,

Ο Θεός ορίζει το θάνατο μου, ο Θεός κατοικεί εντός μου.